Έγγραφο με αρ. πρωτ.: 50140/837/8-12-2015 (τεύχος 5, Ιούνιος 2016)

 

Εργοδοτική υποχρέωση για έγγραφη γνωστοποίηση στον εργαζόμενο των ουσιωδών όρων εργασίας του - Στοιχεία του εγγράφου που έχει απλά ενημερωτικό χαρακτήρα και χρόνος στον οποίον πρέπει να λάβει χώρα η γνωστοποίηση - Διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη: σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει η άσκησή του να αντιβαίνει σε διατάξεις νόμων, ΣΣΕ, Κανονισμών εργασίας ή σε όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας ούτε να υπερβαίνει τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 Α.Κ. - Αυτό ισχύει και ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής εξαήμερης απασχόλησης μόνο σε μέρος του συνόλου των εργαζομένων βιομηχανίας, όπως και ως προς τη δυνατότητα απασχόλησης εργαζομένου σε πενθήμερη βάση για 6 μήνες και σε εξαήμερη βάση για τους υπόλοιπους 6 μήνες του έτους, που καταρχήν δεν απαγορεύονται - Δυσχερής ωστόσο η εφαρμογή ενός μη αμιγούς συστήματος πενθήμερης ή εξαήμερης απασχόλησης, ενώ δεν παρέχεται επαρκής ασφάλεια δικαίου για τον εργαζόμενο - Συμβατικό ωράριο εργασίας των εργαζομένων με εξαήμερη εβδομαδιαία απασχόληση, υπερβάσεις του ωραρίου αυτού και σχετική αμοιβή.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

«ΘΕΜΑ: Πληροφορίες επί θεμάτων εργατικής νομοθεσίας. (…), σας γνωρίζουμε τα εξής:

Α) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 2 του π.δ. 156/1994 (ΦΕΚ 102/Α/5.7.94) «Ενημέρωση εργαζομένου για όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας», ορίζουν τα εξής:

«1. Ο Εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στον εργαζόμενο τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή σχέσης εργασίας.

2. Η πληροφόρηση σύμφωνα με την παρ. 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) Τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων. β) Τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη. γ) Τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζόμενου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του. δ) Την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο. ε) Τη διάρκεια της άδειας με αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησής της. στ) Το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας με καταγγελία. ζ) Τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους. η) Τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζόμενου. θ) Αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζόμενου».

Επιπλέον στο άρθρο 5 παρ. 1 ορίζονται τα εξής: «Για κάθε μεταβολή των στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 2 παρ.2 και στο άρθρο 4, ο εργοδότης πρέπει να συντάσσει σχετικό έγγραφο και να το παραδίδει στον εργαζόμενο το αργότερο ένα μήνα μετά την πραγματοποίηση της μεταβολής»

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα και με βάση αυτό μπορεί να ρυθμίζει τα θέματα τα οποία ανάγονται στην, κατά τον προσφορότερο τρόπο, οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την προαγωγή και επίτευξη των σκοπών της. Το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότου, συνίσταται, μεταξύ άλλων, και στον καθορισμό των συνθηκών και των όρων εργασίας των παρ΄ αυτού απασχολουμένων μισθωτών και δη στον προσδιορισμό του τρόπου, του χρόνου, του τόπου και της εν γένει διαρθρώσεως της εργασίας μέσα στα πλαίσια τα οποία θέτουν κανόνες αναγκαστικού δικαίου και όροι συμβάσεως, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι το δικαίωμά του αυτό δεν περιορίζεται από διατάξεις νόμων, ΣΣΕ, Κανονισμών εργασίας ή από όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας.

Ωστόσο η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ. δηλαδή δεν πρέπει να ασκείται καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. H άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος που υπερβαίνει τα ως άνω όρια και είναι καταχρηστική δεν παράγει έννομες συνέπειες και δεν έχει συνεπώς την οποιαδήποτε δεσμευτική δύναμη, λόγω της αυτοδίκαιης ακυρότητας της. ( ΣΤ. Γ. Βλαστός : Επίτ. Ατομ. Εργ. Δίκαιο, 2001)

Β) Ειδικότερα:

α) Ως προς το πρώτο σκέλος του ερωτήματός σας, αναφορικά με τη δυνατότητα εφαρμογής εξαήμερης απασχόλησης μόνο σε μέρος του συνόλου των εργαζομένων της επιχείρησής σας και με δεδομένη την απάντηση της Διεύθυνσης Αμοιβής της Εργασίας, σύμφωνα με την οποία μπορείτε να απασχολήσετε το προσωπικό σας σε εξαήμερη βάση παρόλο που είστε βιομηχανία, σημειώνεται ότι δεν υφίστανται διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που να απαγορεύουν κάτι τέτοιο. Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα θα πρέπει να ασκείται εντός των πλαισίων που θέτει το 281 ΑΚ, όπως αναλύθηκε ανωτέρω.

β) Ως προς το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, αναφορικά με τη δυνατότητα απασχόλησης εργαζομένου σε πενθήμερη βάση για 6 μήνες και σε εξαήμερη βάση για τους υπόλοιπους 6 μήνες του έτους, σημειώνεται ότι δεν υφίστανται διατάξεις που να απαγορεύουν κάτι τέτοιο. Επισημαίνεται ωστόσο ότι ενδεχόμενη υιοθέτηση ενός τέτοιου συστήματος δύναται να καθιστά δυσχερή την εφαρμογή βασικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, όπως είναι οι διατάξεις για την υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόληση καθώς και οι διατάξεις για τον υπολογισμό της ετήσιας κανονικής άδειας των εργαζομένων, οι οποίες εφαρμόζονται επί αμιγούς συστήματος πενθήμερης ή εξαήμερης απασχόλησης. Συνεπώς, η εφαρμογή ενός τέτοιου μεικτού συστήματος δεν παρέχει επαρκή ασφάλεια δικαίου για τον εργαζόμενο.

γ) Τέλος, ως προς το τρίτο σκέλος του ερωτήματός σας, αναφορικά με τους όρους που διέπουν την απασχόληση των εργαζομένων σε εξαήμερη βάση, ισχύουν τα κάτωθι:

 Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ και του άρθρου 6 της από 26-02-1975, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνον του Ν.133/75, καθώς και του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005 εμφαίνεται ότι: το συμβατικό (συλλογικό) ωράριο εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών ορίζεται σε 40 ώρες εβδομαδιαίως. Οι ώρες αυτές κατανέμονται σε 6 ημέρες επί εφαρμογής συστήματος εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (40:6=6,40 ημερησίως). Ως εκ τούτου αυτό αποτελεί το πλήρες συμβατικό ημερήσιο ωράριο εργασίας των εργαζομένων με εξαήμερη εβδομαδιαία απασχόληση αντίστοιχα. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι με το άρθρο 6 του Π.Δ. 88/1999 (Φ.Ε.Κ. Α’ 94) ορίζεται ρητώς ότι ο χρόνος εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών δεν μπορεί να υπερβαίνει ανά περίοδο το πολύ τεσσάρων (4) μηνών τις σαράντα οκτώ (48) ώρες κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.

 Με το άρθρο 1 του Ν. 3385/05, όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 10 και 11 του άρθρου 74 του Ν.3863/2010 (ΦΕΚ Α΄115), καθιερώθηκε, για τις επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο έως 40 ώρες και εβδομαδιαίο σύστημα εργασίας 6 εργασίμων ημερών, οι ώρες υπερεργασίας να ανέρχονται σε 8 την εβδομάδα. Οι 8 ώρες υπερεργασίας επί εξαημέρου (από 41η έως 48η ώρα), αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις. Η παραπάνω υπερεργασία, επί εξαημέρου κατανέμεται σε 1 ώρα και 20 λεπτά ημερησίως

 Η απασχόληση πέραν των 8 ωρών ημερησίως και των 48 ωρών την εβδομάδα επί εξαημέρου θεωρείται - σύμφωνα με την παρ. 2 της ανωτέρω διάταξης – ως υπερωριακή απασχόληση και διέπεται από όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες νομιμοποίησής τους. Ειδικότερα για την αμοιβή της υπερωριακής εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν.3863/2010, μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60% ).Για κάθε ώρα κατ’ έξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)».