Έγγραφο με αρ. πρωτ.: 467/5/21-01-2016 (τεύχος 6, Σεπτέμβριος 2016)

 

Η γνήσια ετοιμότητα προς εργασία εξομοιούται με κανονική παροχή εργασίας και επ' αυτής εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και των ΣΣΕ - Αντιθέτως, επί της απλής ετοιμότητας προς εργασία και εφόσον η ατομική σύμβαση εργασίας ή η τυχόν υπάρχουσα ΣΣΕ/ΔΑ δεν περιέχει διαφορετική ρύθμιση, δεν ισχύουν βασικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας όπως για τα χρονικά όρια εργασίας που θεσπίζει η εργατική νομοθεσία, παρά μόνο για τις περιπτώσεις που θα υπάρξει πραγματική εργασία ή λόγω ειδικών περιστάσεων αναγκασθεί ο μισθωτός να έχει σε εγρήγορση τις δυνάμεις του. Οφείλεται όμως μισθός ο οποίος, αν δεν συμφωνηθεί, προσδιορίζεται κατά το άρθρο 653 Α.Κ. (ειθισμένος μισθός) ανάλογα με τη διάρκεια της δέσμευσης και ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει συμπληρωματική αμοιβή. Ισχύουν πάντως και στην απλή ετοιμότητα προς εργασία -εφόσον πραγματικά παρασχεθεί εργασία - αφενός η υποχρέωση καταχώρησης κάθε αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας των εργαζομένων στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ» (Έντυπο Ε4 συμπληρωματικός ωραρίου), όπως προβλέπεται και αφετέρου η διασφάλιση για τον εργαζόμενο ελάχιστης ημερήσιας ανάπαυσης έντεκα (11) συνεχών ωρών, με δυνατότητα παρέκκλισης από την εν λόγω ανάπαυση μόνο εάν τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται από την παρ.3 του άρθρου 14 του Π.Δ. 88/1999 (ΦΕΚ Α’ 94).

ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

«ΘΕΜΑ: «Παροχή πληροφοριών».

(…) σας γνωρίζουμε τα εξής:

Α) Όπως συνάγεται τόσο από τη θεωρία όσο και από τη νομολογία, κατ’ ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 648-652, 657-663, 666-667, 660 και 671 του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του Ν. 3239/55, 1876/90 και του Ν.Δ. 3755/57, κατά κανόνα η εργασιακή σχέση προϋποθέτει ενεργή ή θετική παροχή πνευματικής ή σωματικής ανθρώπινης δραστηριότητας για την επίτευξη από τον εργαζόμενο κάποιου οικονομικού αποτελέσματος. Πέραν τούτου, όμως, υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του μισθωτού με την υποχρέωσή του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, για να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του, αν από τις περιστάσεις παραστεί ανάγκη (Α.Π. 70/2010, Ολ. Α.Π. 10/2009, Μον. Πρωτ. Αθηνών 362/2008, Εφ. Αθηνών 6002/2004). Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για σχέση ετοιμότητας για εργασία.

Η σχέση ετοιμότητας για εργασία διακρίνεται, ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, σε δύο κύριες κατηγορίες, ήτοι: στη γνήσια ετοιμότητα για εργασία ή ετοιμότητα εγρήγορσης και στην απλή ετοιμότητα για εργασία ή ετοιμότητα κλήσης.

Γνήσια ετοιμότητα για εργασία υφίσταται όταν ο μισθωτός υποχρεούται να τηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, παραμένοντας είτε στο χώρο της επιχειρήσεως είτε σε ορισμένο άλλο χώρο, εκ του οποίου καλούμενος έχει τη δυνατότητα να προσέλθει στο χώρο εργασίας, για τη χρησιμοποίησή του από τον εργοδότη του στις καθορισμένες, για κάθε περίπτωση, ώρες. Σ’ αυτή τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και έτσι η ετοιμότητα αυτή εξομοιώνεται πλήρως με την κανονική εργασία, γιατί εκτός από τη δέσμευση της προσωπικής ελευθερίας για χάρη ενός άλλου προσώπου υπάρχει και πλήρης εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού. Έτσι στη γνήσια ετοιμότητα για εργασία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως για παράδειγμα και εκείνων που αφορούν στα χρονικά όρια εργασίας (π.χ προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής απασχόλησης) (Α.Π. 766/2012, Α.Π. 1352/2009, Α.Π. 115/2009, Α.Π. 112/2009, Α.Π. 1512/2008, Εφ. Θεσσ. 830/1995, Α.Π. 1234/1990, Α.Π. 157/1989, Α.Π. 66/1989, Α.Π. 1418/1984).

Οδηγός οδηγώντας το σχολικό αυτοκίνητο του εργοδότη πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια κατά τις ώρες 7.30` έως 8.30`, ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 14.00` έως 17.30` από Δευτέρα έως Πέμπτη, και την Παρασκευή έως 18,30. Κατά τις ενδιάμεσες ώρες (ήτοι από 8.30` που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών μέχρι τις 13.30` που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών), ο εργαζόμενος τις δυο ημέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες. Τις υπόλοιπες τρεις ημέρες, ο εργαζόμενος απασχολείτο κατά τις ενδιάμεσες αυτές ώρες με εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι με την καθαριότητα και τη συντήρηση του λεωφορείου, τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή τους, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες μετέφερε μαθητές σε ημερήσιες εκδρομές, καθώς και σε επισκέψεις σε θέατρα, διάφορα ιδρύματα κλπ. Έτσι, κατά τις ώρες αυτές ο εργαζόμενος βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, η οποία εξομοιούται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ` αυτή οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 112/2009, Βλ. αντίστοιχα και ΑΠ 814/2014 και ΑΠ 919/2013).

Επίσης περίπτωση οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου που εκτελούσε μεταφορές στο εσωτερικό και σε χώρες του εξωτερικού και ήταν υποχρεωμένος να παραμένει στην Πάτρα και να τελεί σε ετοιμότητα με το σκοπό να λάβει ανά πάσα στιγμή οδηγίες του εργοδότη προς εκτέλεση νέας μεταφοράς στο εξωτερικό, κρίθηκε ότι αποτελεί γνήσια ετοιμότητα (ΑΠ 1418/1984, ΔΕΝ 1985 σελ. 769).

Σύμβαση ιχθυεργάτη με βάση την οποία είχε υποχρέωση να περιέρχεται ορισμένες φορές για λίγα λεπτά στο χώρο των εγκαταστάσεων του ιχθυοτροφείου για έλεγχο, ενώ στο υπόλοιπο διάστημα παρέμενε σε κατάλυμα που υπήρχε στις εγκαταστάσεις του ιχθυοτροφείου, χωρίς να εργάζεται, κρίθηκε ότι αποτελεί κανονική μορφή εργασίας κι όχι απλή ετοιμότητα προς εργασία (ΑΠ 1512/2008).

Απλή ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης για εργασία υφίσταται όταν ο μισθωτός, δια συμφωνίας με τον εργοδότη του, υποχρεούται να περιορίσει την προσωπική του ελευθερία υπέρ του τελευταίου, παραμένοντας σε ορισμένο τόπο και χρόνο, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένος να τελεί «σε εγρήγορση», διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση ώστε να είναι στη διάθεση του εργοδότη σε κάθε στιγμή. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και η περίπτωση της ετοιμότητας κλήσης κατά την οποία ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να βρίσκεται σε συγκεκριμένο τόπο (λ.χ. στο σπίτι του) και να είναι έτοιμος να προσφέρει την εργασία του, μόλις του ζητηθεί, κατάσταση η οποία δεσμεύει μόνο την ελευθερία κινήσεων του εργαζόμενου (Βλ. π.χ. ενδεικτική περίπτωση του γιατρού που διανυκτερεύει στο νοσοκομείο ή που δηλώνει τον τόπο όπου βρίσκεται, προκειμένου να ειδοποιηθεί τηλεφωνικώς για την παροχή των υπηρεσιών του σε περίπτωση ανάγκης , Αρ.Παγ. 459/65).

Με την ΑΠ 10/2009 κρίθηκε ότι φύλακας, που ήταν υποχρεωμένος να παραμείνει διαρκώς σε παροπλισμένο πλοίο, χωρίς όμως να διατηρεί συνεχώς σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις στη διάθεση του εργοδότη, βρισκόταν σε απλή ετοιμότητα και ως εκ τούτου δε δικαιούται τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλες εργασίες κατά τις Κυριακές και τις αργίες. Ο εργαζόμενος ήταν υποχρεωμένος να παρευρίσκεται στο πλοίο όλο το διάστημα της κάθε βάρδιας, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 του υπ` αριθμ. 43 Ειδικού Κανονισμού Λιμένα Ελευσίνας (ΦΕΚ 449 B της 16ης Ιουνίου του 1994), με την ευθύνη της φύλαξης αυτού από ενδεχόμενη κλοπή εξαρτημάτων και την επιτήρηση αυτού για αποφυγή ρύπανσης, κλίσης και πυρκαγιάς. Όφειλε δηλαδή να περιφέρεται κατά καιρούς (πάντα κατά την κρίση του) στα εξωτερικά μέρη του πλοίου προκειμένου να εποπτεύει αυτό και σε περίπτωση κινδύνου να ειδοποιεί τη Λιμενική αρχή, να ελέγχει την ασφαλή πρόσδεση του πλοίου, ώστε να μην προκαλούνται ζημιές μεταξύ αυτού και των άλλων παραπλεύρως παροπλισμένων πλοίων και να φροντίζει για τη διαρκή λειτουργία των φώτων αγκυροβολιάς, αλλάζοντας τις μπαταρίες κάθε τέσσερις ή πέντε ημέρες περίπου. Στα καθήκοντά του ήταν επίσης να ελέγχει μια φορά την εβδομάδα τα βυθίσματα του πλοίου, σημειώνοντας τα στο ημερολόγιο του πλοίου. Κατά την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων του ο εργαζόμενος δεν αποδείχτηκε ότι διατηρούσε σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις όλες τις ώρες της κάθε βάρδιας. Αντιθέτως αποδείχτηκε ότι από τα παραπάνω καθήκοντα, τον έλεγχο για την ασφαλή πρόσδεση (έλεγχο κάβων), για την κλίση (έλεγχο βυθισμάτων) και για την εν γένει κατάσταση του πλοίου, πραγματοποιούσε ο ενάγων κάθε ημέρα της κάθε βάρδιας στο νόμιμο ωράριο του, ενώ μετά τη λήξη του νομίμου ωραρίου του, τις υπόλοιπες ώρες του 24ώρου παρέμενε στην "καμπίνα" του, όπου ήταν και το κρεβάτι του και διανυκτέρευε στο πλοίο, κατά τα συμφωνηθέντα, για τη φύλαξη και εποπτεία αυτού, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται κατά τη διάρκεια της νύχτας μετά τον έλεγχο της λειτουργίας των φώτων της αγκυροβολιάς (εργασία που δεν απαιτούσε εγρήγορση παρά μόνο κάθε τέσσερις με πέντε ημέρες αλλαγή μπαταριών), εκτελώντας τα καθήκοντα φύλαξης μόνο με την παρουσία αυτού πάνω στο πλοίο, χωρίς να υποχρεούται να βρίσκεται σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών του λειτουργιών.

Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου αθλητικού σωματείου και της εργαζόμενης, η τελευταία προσλήφθηκε από τον εργοδότη προκειμένου να εργασθεί ως εργάτρια και δη ως επιστάτρια γηπέδου με μερική απασχόλησή της και με τη συμφωνία για πρόσθετη απλή - μη γνήσια ετοιμότητα της προς εργασία επιστάτριας, αντί συμφωνημένης κύριας και συμπληρωματικής αμοιβής. Ειδικότερα, με έγκυρη ρήτρα - όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας συμφωνήθηκε η για αόριστο χρόνο διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης ως μικρότερη της κανονικής, δηλαδή η παροχή εργασίας κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας με ημερήσιο ωράριο μικρότερο του κανονικού (μερική απασχόληση) και συγκεκριμένα από 17.00 έως 21.00. Κατά τις ώρες αυτές, η εργαζόμενη επέβλεπε το χώρο του γηπέδου, μεριμνούσε για την καθαριότητα των εγκαταστάσεων, άναβε τα φώτα, τοποθετούσε τα δίκτυα (φιλέ) και τακτοποιούσε τις μπάλες μετά από τις προπονήσεις και τους αγώνες των αθλητών. Για την ως άνω κύρια πραγματική της απασχόληση, συμφωνήθηκε ως κύρια αμοιβή, για το πρώτο έτος το ποσό των 448 ευρώ μηνιαίως και για το δεύτερο έτος το ποσό των 472 ευρώ μηνιαίως. Επίσης, όπως προκύπτει από τη σύμβαση, η εργαζόμενη ανέλαβε και την πρόσθετη υποχρέωση, πριν από την έναρξη και μετά από το πέρας του παραπάνω απογευματινού ωραρίου της κύριας απασχολήσεώς της, να περιορίζει μερικώς την ελευθερία της υπέρ του εργοδότη και να παραμένει μέσα στο χώρο της εργασίας της κατά τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως επιστάτρια δηλαδή επίβλεψη, όμως και να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές της δυνάμεις κατά τις ώρες αυτές, αφού διέμενε σε κατοικία εντός του γηπέδου, δυνάμενη να κατακλιθεί ή να ασχοληθεί με τις οικιακές εργασίες της, χωρίς να ελέγχεται από κανένα. Για την ανωτέρω πρόσθετη απλή ετοιμότητα της ενάγουσας συμφωνήθηκε ως συμπληρωματική αμοιβή της, το ποσό των 142 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος εργασίας της και το ποσό των 118 ευρώ μηνιαίως για το δεύτερο έτος εργασίας της. Επίσης συμφωνήθηκε η παραχώρηση προς αυτήν της χρήσης κατοικίας. Τις ώρες που η εργαζόμενη ήταν υποχρεωμένη σε πρόσθετη απλή ετοιμότητα δεν αποδείχθηκε ότι χρειάσθηκε να παράσχει και πραγματική εργασία επιστάτριας του γηπέδου. Με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, ο εργοδότης κατέβαλε στην εργαζόμενη τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεώς της, για τον υπολογισμό της οποίας τίθεται ως βάση και πάλι μόνο η κύρια αμοιβή για την κύρια μειωμένη πραγματική απασχόληση της εργαζόμενης, η οποία ανερχόταν σε 472 ευρώ μη συνυπολογιζομένης και αυτής για την πρόσθετη απλή ετοιμότητα της εργαζόμενης (ΑΠ 70/2010).

Ακόμη η ΑΠ 1511/87 (ΕΕΔ 47, 1086) αντιμετώπισε περίπτωση οδηγού αυτοκινήτου της ΔΕΗ στον υδροηλεκτρικό σταθμό του Λάδωνα, που ήταν υποχρεωμένος, βάσει της συμβάσεως του, να διανυκτερεύει στον ξενώνα του σταθμού, για να υπάρχει και κατά τη διάρκεια της νύχτας οδηγός αυτοκινήτου, για την περίπτωση που θα ανέκυπτε έκτακτη ανάγκη να προσφέρει τις υπηρεσίες του, και δέχθηκε ότι επρόκειτο για απλή ετοιμότητα προς ανάληψη εργασίας.

Επίσης σε απλή ετοιμότητα προς εργασία τελεί ο οδηγός ασθενοφόρου, ο οποίος μετά τη λήξη του ωραρίου του, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, βρίσκεται σε επιφυλακή ή τηλεφωνική επαφή με το θεραπευτήριο για να καθίσταται ευχερής η ανεύρεσή του σε περίπτωση ανάγκης ( Εφ. Ναυπλ. 501/84, ΔΕΝ 1985 σ. 1013) ή ο ιατρός παθολογικού τμήματος, ο οποίος κατά τις νύκτες της εφημερίας του διαμένει στο νοσοκομείο κατακλινόμενος, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόνο όταν παρίσταται ανάγκη (Εφ. Αθηνών 3172/73 ΕΕΔ 32, 1174).

Κρίθηκε ότι εφεδρικός οδηγός, προς αναπλήρωση των τακτικών οδηγών, η ανάθεση της υπηρεσίας του οποίου δεν ήταν εκ των προτέρων χρονικά προσδιορισμένη και προγραμματισμένη, αλλά εξαρτιόταν από γεγονότα απρόβλεπτα εκ των προτέρων, με συνέπεια να είναι υποχρεωμένος να περιορίζει και δεσμεύει το χρόνο του για λογαριασμό της εργοδότριας έφερε τα χαρακτηριστικά της απλής ετοιμότητας (ΑΠ 110/2014).

Σε απλή ετοιμότητα ευρίσκετο και ο φύλακας αποθηκών ο οποίος είχε την ευθύνη φύλαξης των αποθηκών επιχείρησης από ενδεχόμενη πυρκαγιά, φθορές ή κλοπή από τρίτους. Οι υποχρεώσεις του συνίσταντο στη σωματική του παρουσία στις αποθήκες και την περιοχή τους, στην επιτήρηση των εμπορευμάτων και οιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου και στις κατά την κρίση του ενέργειες προς αποκλειστική άσκηση των καθηκόντων του φύλακα και νυχτοφύλακα (ΑΠ 262/1982, ΔΕΝ 1982 σελ. 719). Ανάλογες περιπτώσεις έχουν κριθεί ως απλή ετοιμότητα με τις Εφ. Πειρ. 139/1984 ΔΕΝ 1986 σελ. 351, Εφ. Θεσσαλ. 2043/1990 ΔΕΝ 1991 σελ. 763, ΑΠ 1127/1984 ΔΕΝ 1985 σελ. 447, ΑΠ 1234/1990 ΔΕΝ 1992 σελ. 923 κλπ.

Και στην περίπτωση της απλής ετοιμότητας για εργασία υφίσταται σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά γίνεται δεκτό από τη νομολογία ότι δεν εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εκτός βέβαια αντίθετης συμφωνίας, παρά μόνο για τις περιπτώσεις που θα υπάρξει πραγματική εργασία ή λόγω ειδικών περιστάσεων αναγκασθεί ο μισθωτός να έχει σε εγρήγορση τις δυνάμεις του (Α.Π. 70/2010, Ολ. Α.Π. 10/2009, Α.Π. 207/2009, Εφ. Ιωαννίνων 103/2008, Α.Π. 802/2003, Α.Π. 962/2007, Α.Π. 1659/1995, Α.Π. 1208/1995, Εφ. Θεσσ. 830/1995, Εφ. Θεσσ. 2580/1995, A.Π. 1184/1993, A.Π. 1234/1990, Εφ. Θεσσ. 2043/1990, Α.Π. 66/1989, Α.Π. 1406/1988, Α.Π. 1511/1987, Μον. Πρωτ. Αθηνών 4334/1985, Α.Π. 1127/1984, Εφ. Πειραιώς 139/1984). Δεν εφαρμόζονται, δηλαδή, οι διατάξεις του νόμου ή των Σ.Σ.Ε. που καθορίζουν τα κατώτατα όρια αποδοχών, ούτε οι διατάξεις για προσαυξήσεις για νυκτερινή ή κατά Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες εργασία, ούτε οι διατάξεις περί χρονικών ορίων εργασίας προκειμένου για πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας ή υπερωριακής εργασίας κ.λ.π. Οφείλεται όμως μισθός ο οποίος, αν δεν συμφωνηθεί, προσδιορίζεται κατά το άρθρο 653 Α.Κ. (ειθισμένος μισθός) ανάλογα με τη διάρκεια της δέσμευσης κ.λ.π. (Α.Π. 70/2010, Ολ. Α.Π. 10/2009, Α.Π. 207/2009, Α.Π. 1749/2008, Εφ. Ιωαννίνων 103/2008, Α.Π. 802/2003, Α.Π. 1659/1995, Α.Π. 1208/1995, Α.Π. 1184/1993, Α.Π. 1234/1990, Εφ. Θεσσαλ. 2580/1995) και ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει πρόσθετη, συμπληρωματική αμοιβή, η οποία αν δεν έχει συμφωνηθεί προσδιορίζεται με βάση τον ειθισμένο μισθό για κάθε ειδική περίπτωση. (Εφ.Αθηνών 7980/1992).

Εάν, επομένως, δεν υπάρχει συμφωνία για το ύψος του μισθού, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τον «ειθισμένο μισθό», δηλαδή εκείνον τον οποίο καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την παροχή ομοίων εργασιών ή υπηρεσιών σε άλλους εργαζομένους της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες του ίδιου είδους στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις αυτές συνθήκες.