ΑΠ 411/2017: Μερική απασχόληση και οικονομοτεχνικοί λόγοι απόλυσης

Περίληψη:

Σύμφωνα με το Νόμο, η καταγγελία λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής προτάσεως για μερική απασχόληση είναι άκυρη. Σκοπός της διατάξεως είναι η προστασία του εργαζομένου όταν δεν συντρέχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την τροποποίηση, και όχι η αποφυγή προσφυγής σε μερική απασχόληση όταν πρόκειται να αποτραπούν απολύσεις και να περισωθούν υφιστάμενες θέσεις εργασίας. Η διάταξη δεν απαγορεύει την καταγγελία όταν αιτία της προτάσεως του εργοδότη είναι λόγοι που προϋπάρχουν της αρνήσεως του εργαζομένου, όπως οικονομοτεχνικοί λόγοι ή η εφαρμογή γενικότερου επιχειρηματικού σχεδίου, με την υλοποίηση του οποίου αποτρέπονται οι απολύσεις. Περίπτωση ακύρου καταγγελίας συμβάσεων χειριστών ανυψωτικών μηχανημάτων, αφού οφείλονται στην μη αποδοχή της εργοδοτικής προτάσεως για μερική απασχόληση και όχι στους προβαλλομένους από τον εργοδότη οικονομοτεχνικούς λόγους.

Αρείος Πάγος 411/2017 - Τμ. Β2

Στο άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» ορίζονται και τα εξής: «1. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). Η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση 2. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως: α) «εργαζόμενος μερικής απασχόλησης», κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, β) «συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση», κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας. 3. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφής απασχόληση εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νομίμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις των ΠΔ 260/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.... 8. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη». Η τελευταία αυτή διάταξη έχει ως σκοπό να προστατεύσει τον ήδη απασχολούμενο με πλήρες ωράριο, όταν η καταγγελία είναι συνέπεια της άρνησης του μισθωτού να δεχθεί την πρόταση του εργοδότη για μερική απασχόληση (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 1892/90). Έχει δηλαδή η διάταξη σκοπό να προστατεύσει τον εργαζόμενο από τις προσπάθειες του εργοδότη να τροποποιήσει το χρόνο εργασίας και τη μορφή της συμβάσεως από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, χωρίς να συντρέχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί μια τέτοια τροποποίηση, δεν έχει όμως ως σκοπό να αποτρέψει την προσφυγή σε μερική απασχόληση, όταν με τον τρόπο αυτό πρόκειται να αποτραπούν απολύσεις και να περισωθούν ήδη υφιστάμενες θέσεις εργασίας. Η καταγγελία δηλαδή είναι άκυρη στην περίπτωση που λόγο της αποτελεί αυτή καθαυτή η άρνηση του εργαζομένου να συναινέσει σε μετατροπή της σχέσης του από πλήρους σε μερικής απασχόλησης και δεν απαγορεύει η εν λόγω διάταξη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όταν αιτία της πρότασης του εργοδότη για μεταβολή του χρόνου εργασίας αποτελούν λόγοι που προϋπάρχουν της αρνήσεως του εργαζομένου, όπως π.χ. οικονομικοτεχνικοί λόγοι ή η εφαρμογή ενός γενικότερου επιχειρηματικού σχεδίου με την υλοποίηση του οποίου αποτρέπονται οι απολύσεις. (...)

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 15-1-2013 αγωγή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι κατά το χρόνο που ειδικότερα αναφέρεται για τον καθένα, προσλήφθηκαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται στον τομέα της επίγειας εξυπηρέτησης αεροσκαφών, τα οποία εκτελούν πτήσεις στους ελληνικούς αερολιμένες, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, προκειμένου να παρέχουν σ' αυτήν τις υπηρεσίες τους ως χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων εντός του κρατικού αερολιμένα Θεσσαλονίκης «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», υπό τους ειδικότερους όρους απασχόλησης και αμοιβής που εκτίθενται στο δικόγραφο. Ότι εργάσθηκαν κατά τα παραπάνω μέχρι τις 19-10-2012 οι δύο πρώτοι και τις 22-10-2012 ο τρίτος, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε τις εργασιακές τους συμβάσεις. Με βάση το ιστορικό αυτό και την επίκληση ότι οι καταγγελίες είναι άκυρες: α) διότι έγιναν εξ αιτίας της αρνήσεώς τους να δεχθούν πρόταση της εναγομένης για μετατροπή των συμβάσεών τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, β) διότι είναι καταχρηστικές για τους λόγους που περιγράφονται και γ) διότι έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων περί ομαδικών απολύσεων (περί του παραδεκτού σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο, περισσοτέρων λόγων ακυρότητας της καταγγελίας ως αυτοτελών βάσεων της αγωγής βλ. ΑΠ 548/2000), οι ενάγοντες ζήτησαν: Α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και Β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας: (...) όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε με την 1721/2013 απόφασή του την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την έφεση κατ' ουσία, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ερευνώντας στη συνέχεια την αγωγή, δέχθηκε αυτήν κατά την πρώτη βάση της, περί ακυρότητας των καταγγελιών των εναγόντων, διότι έγιναν εξ αιτίας της αρνήσεώς τους να δεχθούν πρόταση της εναγομένης για μετατροπή των συμβάσεών τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης.

Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία «ΟLΥΜΡΙC ΗΑΝDLΙΝG ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ», η οποία (επωνυμία) μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και την άσκηση της έφεσης τροποποιήθηκε σε «SKYSERV ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ», εδρεύει στον διεθνή αερολιμένα «Ελευθέριος Βενιζέλος» στα Σπάτα Αττικής και δραστηριοποιείται στον τομέα της επίγειας εξυπηρέτησης αεροσκαφών, που πραγματοποιούν πτήσεις στους ελληνικούς αερολιμένες, μεταξύ των οποίων και στον κρατικό αερολιμένα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» στη Θεσσαλονίκη. Στα πλαίσια εξυπηρέτησης του παραπάνω σκοπού της προσέλαβε τους ενάγοντες, στις 30-6-2009 τους δύο πρώτους και την 1-6-2009 τον τρίτο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθούν σ' αυτήν ως υπάλληλοι επίγειας εξυπηρέτησης και δη ως χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων στον ανωτέρω κρατικό αερολιμένα της Θεσσαλονίκης «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», απασχολούμενοι με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί οκτάωρο ημερησίως και πενθήμερο εβδομαδιαίως, με συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό (μικτό), ύψους κατά την πρόσληψή τους 1850 ευρώ, 1850 ευρώ και 1800 ευρώ, αντίστοιχα. Έκτοτε, οι ενάγοντες παρείχαν κανονικά τη συμφωνηθείσα εργασία τους στην εναγομένη, μαζί με άλλους οκτώ συναδέλφους τους, που είχαν την ίδια μ' αυτούς ειδικότητα του χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων. Στις 16-12-2012 στελέχη της εναγόμενης και συγκεκριμένα η Α. Μ., διευθύντρια της διεύθυνσης ανθρώπινου δυναμικού της (εναγόμενης) από την Αθήνα, και ο Κ. Γ., διευθυντής διεύθυνσης επιχειρησιακής λειτουργίας στη Θεσσαλονίκη, μετέβησαν στο σταθμό του αερολιμένα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» και ενημέρωσαν τους εκεί εργαζόμενους (χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων, εργάτες, οδηγούς κλπ.) ότι ο κύκλος των εργασιών της εταιρείας είχε περιορισθεί και στην εξυπηρέτηση πτήσεων από και προς Θεσσαλονίκη και ότι η εταιρεία είχε εκπονήσει πρόγραμμα εργασίας που θα επέτρεπε τη διατήρηση όλων των θέσεων εργασίας στο σταθμό και συγκεκριμένα τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, περαιτέρω δε, σε περίπτωση που το πρόγραμμα δεν ακολουθείτο, η εταιρεία θα μείωνε τον αριθμό του προσωπικού της στο σταθμό. Τις επόμενες ημέρες και συγκεκριμένα στις 18-10-2012 ο Κ. Γ. συνάντησε προσωπικά έναν - έναν τους εργαζόμενους στο σταθμό, μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες και τους δήλωσε ότι είτε θα αποδέχονταν τη μετατροπή των συμβάσεών τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης (από οκτάωρο σε τετράωρο) με ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, είτε θα απολύονταν. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν την προταθείσα από την εναγόμενη μετατροπή των συμβάσεών τους, που αναμφίβολα ήταν βλαπτική γι' αυτούς, υποστηρίζοντας ότι αφενός μεν οι λειτουργικές ανάγκες του σταθμού για τους εργαζόμενους της ειδικότητάς τους δεν είχαν μειωθεί αλλά ήταν σταθερές, αφετέρου δε ότι οι ανάγκες αυτές δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με συμβάσεις μερικής απασχόλησης. Περαιτέρω, πρότειναν ως ηπιότερο μέτρο για να αποφευχθεί η απόλυσή τους, την εκ περιτροπής εργασία, η οποία ναι μεν θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη μείωση των αποδοχών τους (έως και 80%), πλην όμως θα είχε προσωρινό χαρακτήρα (μέχρι εννέα μήνες στη διάρκεια του έτους) αντί του μόνιμου χαρακτήρα της ως άνω μετατροπής των συμβάσεών τους και θα ελάμβανε χώρα με τις εγγυήσεις που ορίζει ο νόμος (άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 3846/2010). Η εναγόμενη αντέκρουσε τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόντων και μετά ταύτα και συγκεκριμένα στις 19-10-2012, 19-10-2012 και 22-10-2012, αντίστοιχα, κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους και τους κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ύψους 4.321,10 ευρώ, 5.198,85 ευρώ και 4.142,90 ευρώ, αντίστοιχα, την οποία (αποζημίωση), όπως δεν αμφισβητείται, εισέπραξαν. Ισχυρίζεται δε ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε επειδή, λόγω της μειώσεως του κύκλου των εργασιών της, ήταν η μοναδική λύση για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, ότι στη θέση των συνολικά πέντε (μαζί με τους ενάγοντες) απολυθέντων χειριστών ανυψωτικών μηχανημάτων στο σταθμό Θεσσαλονίκης δεν προσέλαβε άλλους, και ότι ο σταθμός λειτουργεί με τους εναπομείναντες έξι εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης, οι οποίοι, ενόψει ακριβώς της μειώσεως των εργασιών της, είναι αρκετοί για την κάλυψη των αναγκών της, πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από τα μηνιαία προγράμματα εργασίας για τους μήνες Νοέμβριο 2012 και Ιανουάριο 2013, η εναγόμενη μετά και την απόλυση των συνολικά πέντε (μαζί με τους ενάγοντες) χειριστών ανυψωτικών μηχανημάτων, εργαζόμενων στο σταθμό Θεσσαλονίκης, εξακολούθησε να απασχολεί δέκα εργαζόμενους (χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων) με καθεστώς πλήρους και όχι μερικής απασχόλησης, οι οποίοι ναι μεν, δεν προσλήφθηκαν για πρώτη φορά μετά την απόλυση των εναγόντων, πλην όμως μετακινήθηκαν στον εν λόγω σταθμό με εσωτερικές μεταθέσεις. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι ανεξάρτητα από ενδεχόμενη γενική μείωση του κύκλου εργασιών της εναγόμενης (αφού αυτή δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε συγκεκριμένα προς τούτο οικονομικά στοιχεία, ισολογισμούς κλπ.), οι ανάγκες της στο συγκεκριμένο σταθμό ήταν τουλάχιστον σταθερές και δεν δικαιολογούσαν άνευ άλλου τινός την μερική απασχόληση των εναγόντων. Αυτό προκύπτει και από το ότι τους μήνες Νοέμβριο 2012 και Ιανουάριο 2013 εργάζονται στο σταθμό Θεσσαλονίκης δέκα χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων, αντί έντεκα που εργάζονταν πριν τις πέντε απολύσεις του Οκτωβρίου 2012, και απασχολούνται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, χρειάζεται πλήρης απασχόληση για να κάνεις το έργο των χειριστών ανυψωτικών μηχανημάτων. Από τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων έγινε λόγω μη αποδοχής από αυτούς της εργοδοτικής πρότασης της εναγόμενης για μερική απασχόληση, ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 3846/2010 και επομένως είναι άκυρη. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι ο Κοινωνικός Επιθεωρητής εργασιακών σχέσεων Ν. Α. στο αναπόσπαστο τμήμα της 660/2012 εργατικής διαφοράς του ΤΚΕ ανατολικού Τομέα Θεσσαλονίκης αναφέρει ότι «στην περίπτωση των προσφευγόντων (ήδη εναγόντων) το γεγονός ότι οι συμβάσεις τους καταγγέλλονται το αμέσως επόμενο διάστημα μετά από την πρόταση μετατροπής των συμβάσεών τους σε μερική απασχόληση ενισχύει την επιχειρηματολογία τους πως η άρνησή τους να αποδεχθούν την πρόταση της επιχείρησης οδήγησε σε καταγγελία των συμβάσεών τους». Περαιτέρω, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας η εναγόμενη περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων και οφείλει σ' αυτούς τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας, το ύψος των οποίων δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη, συναγομένης εξ αυτού ομολογίας (άρθρο 262 ΚΠολΔ). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ερευνώντας την αγωγή δέχθηκε αυτήν κατά την πρώτη βάση της, αναγνώρισε ως άκυρες τις καταγγελίες των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων, ως γενόμενες κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 3846/2010, χωρίς να ερευνήσει τους λοιπούς, προβαλλομένους με την αγωγή, λόγους ακυρότητος των καταγγελιών και καταδίκασε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τα στην προσβαλλομένη απόφαση αναφερόμενα ποσά στον καθένα, για τα οποία δεν εκφράζεται αναιρετικό παράπονο. Με την κρίση του αυτή, με το να δεχθεί δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων είναι άκυρες διότι έγιναν εξ αιτίας του ότι αυτοί δεν δέχθηκαν την πρόταση της αναιρεσείουσας για μετατροπή τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης και όχι στους προβαλλόμενους από την αναιρεσείουσα, οικονομοτεχνικούς λόγους, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους σχετικούς ισχυρισμούς της, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του Ν. 3846/2010, περιέλαβε δε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της ακυρότητας των καταγγελιών για τον ως άνω λόγο, δεν απαιτείτο δε επί πλέον να αναφέρει στην απόφασή του, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, κατά τρόπο πανηγυρικό, ότι η πρόταση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους για μετατροπή των συμβάσεών τους σε μερικής απασχόλησης, για οικονομοτεχνικούς λόγους ήταν «προσχηματική», αφού με την απόρριψη των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας περί οικονομοτεχνικών λόγων ως αιτίας των καταγγελιών, αυτό δέχθηκε. Δεν απαιτείτο επίσης για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του, ως προς το ζήτημα αυτό και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αρνήσεως των αναιρεσιβλήτων να συναινέσουν σε μετατροπή των συμβάσεών τους και της καταγγελίας αυτών, το Εφετείο, για να θεμελιώσει την κρίση του ότι οι ανάγκες της αναιρεσείουσας εξακολούθησαν και μετά τις καταγγελίες των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων και άλλων δύο συναδέλφων τους να είναι ίδιες, όπως πριν τις καταγγελίες, να αναφέρει τα ονόματα των δέκα εργαζομένων, που προσέφεραν εργασία ως χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων, κατά το μετά τις καταγγελίες διάστημα, τη διάρκεια και τη μορφή των συμβάσεών τους, για την οποία πάντως μορφή αναφέρει ότι είναι πλήρους απασχόλησης, καθώς και τα ειδικότερα καθήκοντα των χειριστών ανυψωτικών μηχανημάτων, πριν και μετά τις καταγγελίες, εφόσον δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι αυτά ήταν διαφορετικά σε κάθε περίοδο. (...)

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (AΠ 49/2013). Για να είναι όμως ορισμένος ο από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα επί ενόρκων βεβαιώσεων, πρέπει να εκτίθεται και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ότι δηλαδή αυτές λήφθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (ΑΠ 893/2012, 364/2007). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, για να καταλήξει στο ανωτέρω αναφερόμενο πόρισμά της, πως η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων έγινε, διότι αυτοί δεν δέχθηκαν την πρόταση της αναιρεσείουσας για μετατροπή των συμβάσεών τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, κατά παράβαση δηλαδή του άρθρου 2 παράγραφος 8 του Ν. 3846/2010 και όχι εξαιτίας οικονομικοτεχνικών, όπως αυτή υποστήριξε, λόγων, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: 1) δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων ότι υπήρχαν οικονομικοτεχνικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τις καταγγελίες τους που περιλαμβάνονται: α) στο δικόγραφο της αγωγής τους στη σχετική περικοπή της οποίας αναφέρεται ότι «η εκ περιτροπής εργασία προς διασφάλιση των θέσεων εργασίας υπήρξε μία πραγματική επιλογή της εναγομένης δια της οποίας και θα ήταν ενδεχομένως σε θέση να αναδιοργανώσει το εργασιακό της κόστος μέχρι να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση και κανένας εργαζόμενος δεν θα έχανε με τον τρόπο αυτό τη θέση εργασίας του. Η εναγομένη όμως παρά τα λεγόμενά της και ενώπιον της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας, στην οποία προσφύγαμε ουδέποτε ενδιαφέρθηκε στην πραγματικότητα για την επιλογή της ηπιότερης λύσης ώστε να αποφευχθούν απολύσεις. Και τούτο, όπως ελέχθη, αν και είχε τη νομική δυνατότητα να προβεί σε διαβουλεύσεις για την υιοθέτηση συστήματος προσωρινά εκ περιτροπής εργασίας, επέλεξε συνειδητά να απολύει χωρίς κανέναν απολύτως δισταγμό για την οικογενειακή και οικονομική μας κατάσταση», β) στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όπου αναφέρουν: «η εκ περιτροπής εργασία προς διασφάλιση των θέσεων εργασίας υπήρξε μία πραγματική επιλογή της εναγομένης δια της οποίας και θα ήταν ενδεχομένως σε θέση να αναδιοργανώσει το εργασιακό της κόστος μέχρι να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση και κανένας εργαζόμενος δεν θα έχανε με τον τρόπο αυτό τη θέση εργασίας του» (...)