ΑΠ 935/2017: Χορήγηση άδειας αναψυχής σε πρόσωπα διευθύνσεως και εμπιστοσύνης

Περίληψη:

Η έννοια των προσώπων διευθύνσεως και εμπιστοσύνης αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, εξαρτώμενη από την φύση των παρεχομένων υπηρεσιών και την ιδιάζουσα θέση του υπαλλήλου απέναντι στον εργοδότη και στους λοιπούς εργαζομένους. Τα εν λόγω πρόσωπα εξαιρούνται μόνον από τις διατάξεις περί χρονικών ορίων, κατά ρητή διάταξη της Διεθνούς Συμβάσεως Ουασιγκτώνος, ερμηνευτικώς δε και από τις διατάξεις περί υπερωριών και απασχολήσεως κατά νύκτα, Κυριακές και εορτές, καθώς και από τις διατάξεις περί αδείας. Διατυπώθηκε και η γνώμη ότι κατ’ αρχήν δικαιούνται αδείας οι διευθύνοντες υπάλληλοι, όπως κάθε εργαζόμενος, με διάκριση αν υπάρχει η δυνατότης λήψεως της αδείας με προαίρεση του ίδιου του υπαλλήλου ή αν απαιτείται απαραιτήτως η συναίνεση του εργοδότου. Στην δεύτερη περίπτωση υπάρχει το δικαίωμα λήψεως των αποδοχών αδείας, προσαυξημένων κατά 100% εν περιπτώσει υπάρξεως πταίσματος του εργοδότου.

 Αρείος Πάγος 935/2017

  1. Στο άρθρο 2 της διεθνούς συμβάσεως εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 2269/1920, ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες (=επιχειρήσεις), δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνον μιας και της αυτής οικογενείας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς συμβάσεως για τα χρονικά όρια εργασίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσειςθεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι, ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία. Διότι στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επ' αυτού και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης. Σε αντιστάθμισμα της μη εφαρμογής των διατάξεων για τα χρονικά όρια εργασίας, οι διευθύνοντες υπάλληλοι αμείβονται, συνήθως, με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις αποδοχές που καταβάλλονται στους άλλους μισθωτούς. Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως «διευθύνοντος υπαλλήλου»δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, απέναντι τόσο στον εργοδότη όσο και τους λοιπούς εργαζομένους. Εφ’ όσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θωρηθεί αντικειμενικά ως «διευθύνων υπάλληλος», τότε, αν και εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει, ρητώς, η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβασή τους (ΑΠ 478/2014).  Εξαιρείται, ακόμη, ο διευθύνων υπάλληλος, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, και από την προστασία των διατάξεων που προβλέπουν την αυτούσια χορήγηση της ετήσιας άδειας αναπαύσεως (άρθρο 5 παρ.1 εδ. β’ του ΑΝ 539/45).
  2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη. Ότι κατά το έτος 1994, η ενάγουσα, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, είχε προσληφθεί από την εναγομένη, εκεί εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που είναι ιδιοκτήτρια και εκμεταλλεύεται το πολυτελές ξενοδοχείο «ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ», στην Αθήνα, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος στην οποία ανατέθηκαν τα καθήκοντα του διευθυντή προσωπικού. Ότι μεταξύ των πολλαπλών, επιτελικών καθηκόντων τα οποία ασκούσε, περιλαμβάνονταν η έκδοση του προγράμματος εργασίας του πάσης φύσεως προσωπικού της επιχείρησης, ο έλεγχος της παραγωγικότητας αυτού και η χορήγηση των αδειών αναπαύσεως σ' αυτό, το οποίο περιλάμβανε συνολικά περί τα 450 πρόσωπα. Ότι για την παροχή της εργασίας αυτής η ενάγουσα λάμβανε αυξημένες μηνιαίες αποδοχές, οι οποίες από την 1-1-2008 είχαν φθάσει στο ποσό των 4.600 ευρώ. Ότι αν και η ενάγουσα είχε την ευχέρεια να λαμβάνει άδεια αναπαύσεως χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση εκ μέρους της εναγομένης, ύστερα από απλή συνεννόηση με το γενικό διευθυντή της επιχείρησης, αυτή, όπως και τα υπόλοιπα διευθυντικά στελέχη, λάμβανε αυτούσια άδεια μόνο όταν υπήρχε πρακτική δυνατότητα σε σχέση με τον εν γένει προγραμματισμό της εργασίας της στο πλαίσιο των διευθυντικών καθηκόντων, τα οποία ασκούσε. Ότι την 18-12-2009 η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και κατόπιν η τελευταία άσκησε την ένδικη, από 2-9-2010 αγωγή, με την οποία ζητεί την καταβολή αποδοχών για μη χορηγηθείσα αυτούσια άδεια αναπαύσεως (εν όλω ή εν μέρει) κατά τα έτη 2006 έως και 2009, συνολικού ποσού 22.300,80 ευρώ και επ' αυτού την προβλεπόμενη αστική ποινή (προσαύξηση 100%), ήτοι εν όλω 44.601,60 ευρώ.
  3. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η ενάγουσα, όπως άλλωστε και η ίδια εξιστορεί στην αγωγή, είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου και ότι εκ του λόγου αυτού εξαιρείτο από το δικαίωμα σε ετήσια άδεια αναπαύσεως. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση κατά της 1598/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Με την κρίση αυτή το Μονομελές Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την υπέρ της ενάγουσας επέλευση των συνεπειών της εργατικής νομοθεσίας από τη μη χορήγηση αδείας αναπαύσεως «in natura», δοθέντος ότι, όπως με σαφήνεια δέχθηκε, αυτή ήταν διευθυντικό στέλεχος της επιχείρησης και δεν δικαιούτο άδεια αναπαύσεως. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
  4. Κατά την ως προς το αποτέλεσμα συγκλίνουσα άποψη του εισηγητήΑρεοπαγίτη, Χριστόφορου Κοσμίδη, εν όψει του ότι και οι διευθύνοντες υπάλληλοι, όπως κάθε εργαζόμενος, υπόκεινται σε ανάλωση των πνευματικών και σωματικών δυνάμεών τους και έχουν την ίδια με όλους ανάγκη αναπαύσεως, δεν πρέπει, κατ' αρχήν, να εξαιρεθούν από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για χορήγηση ετήσιας άδειας αναψυχής Οπότε, πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση. Εάν η λήψη της άδειας εξαρτάται από την προαίρεση του ιδίου του υπαλλήλου, αναγόμενη στα διευθυντικά καθήκοντα τα οποία ο ίδιος ασκεί, δεν είναι θεμιτό το να επιρριφθούν στον εργοδότη οι συνέπειες από την εκούσια μη χρήση του δικαιώματος σε αυτούσια άδεια εντός του κρισίμου ημερολογιακού έτους. Εάν, όμως, για τη λήψη της άδειας είναι απαραίτητη η συναίνεση του εργοδότη και αυτός αρνείται να τη δώσει, τότε ο διευθύνων υπάλληλος δικαιούται τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος, για το οποίο δεν έλαβε την αδεία αυτουσίως και, εφ' όσον συντρέχει πταίσματου εργοδότη, την κατά νόμο αστική ποινή (προσαύξηση 100%). Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε επαλλήλως και, πάντως, όχι αντιφατικώς, ότι η ενάγουσα, στο πλαίσιο άσκησης των διευθυντικών της καθηκόντων, είχε τη διακριτική ευχέρεια να λαμβάνει άδεια αναπαύσεως κατά την επιθυμία της. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να προχωρήσει στην υπαγωγική κρίση ότι δεν ήταν θεμιτό να επιρρίψει στην εναγομένη τις δυσμενείς συνέπειες, απλές ή επιβαρυμένες, από τη μη χορήγηση άδειας στον εαυτό της. Οπότε, και υπό την εκδοχή αυτή η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα λήψεως αποζημιώσεως για μη χορηγηθείσα άδεια, με συνέπεια ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως να ελέγχεται και πάλι αβάσιμος.