ΑΠ 104/2017: Μονομερής βλαπτική μεταβολή όρων εργασίας εκ μέρους του εργοδότη σε περίπτωση απόσπασης εργαζομένου

Περίληψη:

Δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών όρων της εργαζόμενης εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας η επάνοδος της εργαζομένης, κατ’ ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, από το χώρο εργασίας όπου ήταν αποσπασμένη και όχι δανεισμένη, στο εργαστήριο της εργοδότριας επιχείρησης. Επιπλέον, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή η απασχόληση της εργαζόμενης όχι ως βοηθού, αλλά ως εξειδικευμένης υπαλλήλου, λόγω των γνώσεων που διέθετε, λαμβάνοντας τον ίδιο μισθό.

Άρειος Πάγος 104/2017

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 7 εδ. α του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 Α.Κ. μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Για την εφαρμογή όμως της άνω διατάξεως του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα ο εργοδότης ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ’ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του εργοδότη στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Εξ άλλου μόνο το γεγονός της παροχής επί σειρά ετών της εργασίας σε ορισμένο τόπο ή χρόνο, δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, και ότι δημιουργήθηκε σιωπηρά συμβατικός όρος για την απασχόληση του εργαζομένου μόνο στον τόπο αυτό ή στο συγκεκριμένο ωράριο, ώστε η αλλαγή τους, που γίνεται από τον εργοδότη στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή. Για να συμβεί τούτο απαιτείται να συντρέχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται σαφώς πρόκληση υλικής ή ηθικής ζημίας του μισθωτού ή καταχρηστική άσκηση του εκπορευόμενου από τη ρηθείσα διάταξη διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349-351, 288 Α.Κ., 7 εδ. α ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα: α) ν’ αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του ν’ απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 132/2016, σχετ. ΑΠ 1212/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε και τα ακόλουθα ουσιώδη, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους λόγους αναίρεσης: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα [σημ: εδώ αναιρεσείουσα] προσλήφθηκε από την εναγομένη [σημ: εδώ αναιρεσίβλητη]... στις 14-10-1988, ως βοηθός τεχνίτη χρυσοχοΐας για να απασχοληθεί στο εργαστήριό της επί της οδού ... στην Αθήνα (περιοχή ...). Το έτος 1992 συνεστήθη αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με σκοπό την ίδρυση ιδιωτικού μουσείου τέχνης Η. Λ.... με έδρα την οδό ... στην Αθήνα. Έτσι το εργαστήριο αργυροχρυσοχοΐας μεταφέρθηκε το έτος 1993 από την οδό ... της περιοχής ... σε ομώνυμη οδό της ... (... ...) και στη θέση του στην περιοχή ... εγκαταστάθηκε το Μουσείο .... Το έτος 1994 υπογράφηκε νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων με βάση την οποία η ενάγουσα θα απασχολείτο πλέον ως τεχνίτης χρυσοχόος με αντικείμενο εργασίας την κατεργασία χρυσού και άλλων πολύτιμων και μη μετάλλων, καθώς και άλλων ομοειδών υλικών, με σκοπό την κατασκευή ..., σκευών, διακοσμητικών αντικειμένων, καθώς και άλλων συναφών ειδών στις νέες εγκαταστάσεις του εργαστηρίου της εταιρείας στην (....)

Η ενάγουσα απασχολήθηκε 4 μήνες στο εργαστήριο της ... και στη συνέχεια αποσπάστηκε στο Μουσείο ..., όπου και παρείχε την εργασία της μέχρι που αποχώρησε στις 2-1-2012. Ειδικότερα στο μουσείο ... η ενάγουσα, η οποία είναι κάτοχος δύο πτυχίων αργυροχρυσοχοΐας, εκπαιδεύτηκε από τη διευθύντρια Ι. Λ. και ασκούσε καθήκοντα ξενάγησης και υπεύθυνης εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Παρείχε υπηρεσίες ξενάγησης των επισκεπτών (μεμονωμένων, γκρουπ τουριστών, σχολείων, πανεπιστημιακών σχολών, ξένων και Ελλήνων επισήμων, πολιτικών και άλλων προσωπικοτήτων) στα εκθέματα του μουσείου, συμμετείχε κάποιες φορές και ως εισηγήτρια στην οργάνωση και εκτέλεση διαλέξεων, που σε τακτική βάση οργάνωνε το μουσείο, ταξινόμηση των αρχείων των δραστηριοτήτων του "Οίκου Λ." (εκθέσεων, συλλογών, βραβεύσεων), ταξινόμηση των φωτογραφικών αρχείων, καταγραφή και τεκμηρίωση ... σε αρχεία. Όπως προαναφέρθηκε το Μουσείο ... λειτουργούσε με τη μορφή αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, με σκοπό την καλλιέργεια, προαγωγή και διάδοση της τέχνης της αργυροχρυσοχοΐας, ως και την προβολή του ελληνικού ... στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η εκκαλούσα εταιρεία ανήκε στα ιδρυτικά μέλη του μουσείου... Η εν λόγω εταιρεία στο προσωπικό της περιελάμβανε το έτος 2011 έξι υπαλλήλους γραφείου, μία λογίστρια και μία καθαρίστρια. Παράλληλα απασχολούσε τρεις υπαλλήλους της "... ΑΒΕΕ", την εφεσίβλητο-ενάγουσα, την Α. Κ. και Δ. Π.. Η ενάγουσα είχε προσληφθεί από την "..." ως βοηθός τεχνίτη, εξελίχθηκε σε τεχνίτη χρυσοχόο και στο μουσείο εκτελούσε εργασίες υπαλλήλου, το όνομά της περιλαμβάνεται στις καταστάσεις προσωπικού της εναγομένης, η οποία κατέβαλλε το μισθό της καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου εργασίας της. Και οι δύο εταιρείες, εναγομένη και Μουσείο ..., ανήκουν στον όμιλο επιχειρήσεων της οικογένειας Λ., που προωθούν την τέχνη του ... και τα προϊόντα της επιχείρησης Λ.. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι σ’ αυτό συμμετέχουν ως ιδρυτές, όχι μόνο η εναγομένη αλλά και άλλες εταιρείες-καταστήματα που εμπορεύονται τα κοσμήματα της αντιδίκου [εννοείται: της εναγομένης] ως και από το ότι τρεις εργαζόμενοι της εναγομένης απασχολούνταν στο μουσείο επί σειρά ετών. Η θέση της στο μουσείο δεν είχε προσωρινό χαρακτήρα αφού δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένος χρόνος παραμονής, η δε διάρκεια παραμονής της συνηγορούσε υπέρ της μονιμότητας της θέσης της. Ενόψει τούτων και λαμβανομένου υπόψη ότι υπήρχε ταύτιση των αποφάσεων της διοίκησης του μουσείου με τις αποφάσεις της διοίκησης της εναγομένης, όπως συνέβη στην περίπτωση της ενάγουσας, που με την απόφαση της διευθύντριας του μουσείου Ι. Λ. περί επανόδου της στο εργαστήριο, συμμορφώθηκε αμέσως η εναγομένη και το Δεκέμβριο του 2011 ο διευθυντής του εργαστηρίου ζήτησε να επανέλθει σ’ αυτό, δεν συντρέχει περίπτωση δανεισμού της ενάγουσας σε τρίτη επιχείρηση, γιατί με την εργασία της εξυπηρετούσε τα ίδια επιχειρηματικά συμφέροντα και ουσιαστικά η ίδια διοίκηση αποφάσιζε για τον τόπο παροχής της εργασίας της και το αντικείμενό της.

Συνεπώς δεν υπήρχε συμφωνία περί δανεισμού της εργασίας της σε τρίτο, όπως υποστηρίζει η εκκαλούσα και οι δύο εταιρείες στην παρούσα δίκη θα αντιμετωπισθούν σε σχέση με τον τόπο παροχής εργασίας της εφεσίβλητης ως μία αυτοτελής επιχείρηση. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι το Δεκέμβριο του έτους 2011 η εκκαλούσα κάλεσε την εφεσίβλητο να προσέρχεται και να εργάζεται στο μέλλον στην έδρα της κατασκευάστριας εταιρείας επί της οδού ... ... στην .... Η εφεσίβλητος-ενάγουσα δεν αποδέχθηκε τη μετακίνησή της, υποστηρίζοντας σε εξώδικη δήλωσή της προς την εκκαλούσα ότι οι οικογενειακές της υποχρεώσεις, η φροντίδα του ανηλίκου τέκνου της και η μακρόχρονη απασχόλησή της στο Μουσείο ... καθιστούν ανυπέρβλητες τις δυσκολίες μετακίνησής της στην ... και για το λόγο αυτό καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας της εξ υπαιτιότητας της εργοδότριας εταιρείας. Σε άλλη εξώδικη δήλωσή της υποστηρίζει ότι η μεταβολή του τόπου εργασίας της είναι καταχρηστική, προσβάλλει την προσωπικότητά της, σκοπό είχε να την εξωθήσει σε παραίτηση, και η εναγομένη της οφείλει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Όμως όπως αποδείχθηκε... η κατασκευάστρια εναγομένη εταιρεία "... ΑΒΕΕ" δεν διατηρεί πλέον εγκαταστάσεις στην περιοχή του κέντρου των Αθηνών, αφού μεταφέρθηκε στην .... Σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας της, όπως τροποποιήθηκε το έτος 1994, η ενάγουσα είχε την ιδιότητα της τεχνίτριας χρυσοχοΐας. Στο μουσείο που ήταν αποσπασμένη από το έτος 1994 ασκούσε τα καθήκοντα που προαναφέρθηκαν, που ήταν συναφή με την τεχνική της αργυροχρυσοχοΐας σε θεωρητικό επίπεδο.

Με την επάνοδό της στο εργαστήριο η εφεσίβλητος θα διατηρούσε τον ίδιο μισθό που ελάμβανε για την εργασία της στο μουσείο και θα απασχολείτο, όπως υποστηρίζει η εκκαλούσα, λόγω των τεχνικών και θεωρητικών της γνώσεων στον τελικό έλεγχο των ... προτού διατεθούν στα καταστήματα. Παράλληλα θα απασχολείτο με την αρχειοθέτηση των τεχνικών πληροφοριών, τη δημιουργία και διαχείριση ηλεκτρονικού φωτοκαταλόγου, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιείται από τους υπαλλήλους των κεντρικών γραφείων και καταστημάτων φωτοκατάλογος των ... σε ηλεκτρονική μορφή μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος. Η ίδια τα αρνείται, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε γνώσεις ηλεκτρονικού υπολογιστή και όσα υποστηρίζει η εναγομένη είναι ψευδή. Πάντως εξ ουδενός στοιχείου αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα θα απασχολείτο στο εργαστήριο ως βοηθός τεχνίτη, όπως υποστηρίζει η ίδια. Άλλωστε η διατήρηση του μισθού των 1.330 ευρώ δεν ταυτίζεται με το μισθό του βοηθού τεχνίτη αργυροχρυσοχοΐας, για τον οποίο η εκκαλούσα καταβάλλει στους βοηθούς της το ποσό των 700 ευρώ. Οι εργασίες που υποστηρίζει η εκκαλούσα ότι θα εκτελούσε ήταν εργασίες υπαλλήλου γιατί υπερείχε το πνευματικό στοιχείο του σωματικού, αφού απαιτούνταν εξιδιασμένη εμπειρία, γνώσεις και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας... Ενώπιον του επόπτη εργασίας η εναγομένη δια του εκπροσώπου της αρνήθηκε οποιοδήποτε υλικό και ηθικό υποβιβασμό της ενάγουσας και υποστήριξε ότι τα καθήκοντά της θα ήταν υπαλληλικής φύσεως. Η ενάγουσα ουδέποτε προσήλθε να εργασθεί στο εργαστήριο της επιχείρησης, επομένως το πραγματικό αντικείμενο της εργασίας της δεν αποδεικνύεται μετά βεβαιότητος, γιατί όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί στηρίζονται σε υποθετική βάση. Πιο βέβαιο κρίνεται η ενάγουσα με τις γνώσεις που διέθετε, θεωρητικές και τεχνικές, να ασκούσε καθήκοντα υπαλλήλου (έλεγχος ... προτού διατεθούν στα καταστήματα, επιμέλεια καταλόγων κ.λπ.), γεγονός στο οποίο συνηγορεί και η διατήρηση του μισθού της υπαλλήλου. Επί πλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αποχώρησε αμέσως μόλις της γνωστοποιήθηκε η επάνοδός της στο εργαστήριο, γεγονός που αποδεικνύει ότι σημαίνουσα σημασία για την ίδια είχε ο τόπος εργασίας, δηλαδή ότι την ενδιέφερε περισσότερο να παραμείνει στην περιοχή ... και λιγότερο τα καθήκοντα που θα ασκούσε. Τουλάχιστον αυτό δείχνουν οι ενέργειές της και η εσπευσμένη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της. Όσον αφορά τον τόπο παροχής εργασίας, όπως προαναφέρθηκε, το εργαστήριο αργυροχρυσοχοΐας είχε μεταφερθεί από το έτος 1993 στην ... και έκτοτε λειτουργεί στην περιοχή αυτή. Η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας προβλέπει απασχόλησή της στο χώρο του εργαστηρίου. Η ίδια αποδέχθηκε να παρέχει την εργασία της στο εργαστήριο της ... με τη συμφωνία του έτους 1994, καθ’ ον χρόνο ήδη εργαζόταν στο Μουσείο .... Επομένως μεταβολή της συμβάσεως εργασίας της ως προς τον τόπο παροχής εργασίας δεν αποδεικνύεται ούτε αθέτηση της εργασιακής της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, η δε παραμονή της ή μη στο χώρο εργασίας του Μουσείου ... στην περιοχή των Αθηνών αναγόταν στο διευθυντικό δικαίωμα της εργοδότριας εταιρείας. Υποστηρίζει ακόμη η ενάγουσα ότι αντ’ αυτής θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο εργαστήριο της ... ο νεότερος και με μικρότερη εμπειρία υπάλληλος της εκκαλούσας Δ. Π. αλλά επελέγη η ίδια γιατί αρνήθηκε να συναινέσει στο αίτημα της εργοδότριας για μείωση του μισθού της, όπως συνέβη με το υπόλοιπο προσωπικό. Όμως... αποδείχθηκε ακόμη ότι το μουσείο λειτουργούσε υπό τη διεύθυνση της Ι. Λ., η οποία είναι κάτοχος πτυχίων ιστορίας τέχνης, marketing και μουσειολογίας με εξειδίκευση στην οργάνωση και διοίκηση μουσείων τέχνης.

Στο μουσείο απασχολούνταν κατά καιρούς ερευνητές, αρχαιολόγοι και ιστορικοί τέχνης, όπως οι Δ. Π., Έ. Χ., Χ. Κ., Ι. Κ., Α. Κ. με αρμοδιότητες επιμελητή του επιστημονικού τμήματος (έρευνα, καταγραφή, συγγραφή εκδόσεων, προετοιμασία εκθέσεων, παρουσίαση τεχνικών αργυροχρυσοχοΐας κ.λπ.) καθώς και εργασίες ξενάγησης και παρουσίασης εκπαιδευτικών προγραμμάτων, όπως η ενάγουσα, ενώ άλλοι υπηρετούσαν στην υποδοχή, στην επικοινωνία πληροφοριών και στο τηλεφωνικό κέντρο. Από το έτος 2010 και μετά, λόγω της οικονομικής κρίσης, με τη μείωση των χορηγιών και των επισκεπτών λιγόστεψαν οι ξεναγήσεις, οι διαλέξεις και η παρουσίαση εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Έτσι κάποιοι εργαζόμενοι αποχώρησαν χωρίς ν’ αντικατασταθούν, όπως η Α. Ν., διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων, που αποχώρησε τον Ιούνιο του έτους 2012 και η Γ. Π., αρχαιολόγος, που αποχώρησε το τέλος του 2011, ενώ από το Φεβρουάριο του έτους 2011 μειώθηκαν οι ημέρες και οι ώρες εργασίας όλων των εργαζομένων, γιατί λόγω της οικονομικής κρίσης η δουλειά ήταν πολύ λιγότερη. Τις ξεναγήσεις στα αγγλικά τα τελευταία χρόνια τις έκανε η διευθύντρια Ι. Λ., ενώ η ενάγουσα έκανε τις ξεναγήσεις στα ελληνικά στα σχολεία λίγες ώρες την εβδομάδα. Τότε αποφασίσθηκε και η επάνοδος της ενάγουσας στο εργαστήριο της .... Παράλληλα στο Μουσείο ... στην περιοχή ... υπηρετούσαν οι Δ. Α., Ι. Α. και Δ. Π., οι οποίοι εκτελούσαν εργασίες φύλαξης του μουσείου και όλες τις εξωτερικές εργασίες (δημόσιες αρχές, τράπεζες, εφορίες κ.λπ.). Επίσης απασχολούνταν στην παραλαβή προϊόντων αποθήκης, ειδών καφετέριας, εξοπλισμού κατά τη διενέργεια εκδηλώσεων, επιτήρησης των εκθεμάτων και των επισκεπτών. Δηλαδή ο Δ. Π.... δεν είχε γνώσεις τεχνίτη αργυροχρυσοχοΐας ούτε εμπειρία ή άλλες θεωρητικές γνώσεις στο κόσμημα. Επομένως δεν μπορεί να συγκριθεί η εργασία που παρείχε με την εργασία της ενάγουσας. Ακόμη η ενάγουσα υποστηρίζει ότι για να προσέρχεται στο εργαστήριο της ... έπρεπε καθημερινά να αναλώνεται σε διαδρομή μιας και πλέον ώρας, καθ’ ον χρόνο είχε προσαρμόσει την οικογενειακή της κατοικία πλησίον του μουσείου. Αντιθέτως η εναγομένη υποστηρίζει ότι υπήρχε μικρό δεκατετραθέσιο λεωφορείο της εταιρείας που μετέφερε τους εργαζομένους στο εργαστήριο... το οποίο διερχόταν πλησίον της κατοικίας της... Επ’ αυτού θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα μετακόμισε στην περιοχή ... πλησίον του μουσείου το Δεκέμβριο του έτους 2011. Μέχρι τότε έμενε στα Κάτω Πατήσια. Οι οικογενειακές της υποχρεώσεις ήταν έγγαμη με ένα παιδί που φοιτούσε το σχολικό έτος 2011-2012 στη Β’ τάξη γυμνασίου της περιοχής .... Άλλα οικογενειακά προβλήματα ή ανυπέρβλητα εμπόδια δεν αποδείχθηκαν. Ανεξάρτητα πάντως από το αν η εργοδότρια διέθετε πούλμαν για τη μεταφορά της στο εργαστήριο της ..., ενόψει των ως άνω περιστάσεων και συγκεκριμένα της διατήρησης του ίδιου μισθού στο εργαστήριο της ..., της μείωσης των εργασιών του Μουσείου ..., των συνθηκών αγοράς στο συγκεκριμένο χώρο που επέβαλαν μειώσεις μισθών και μειώσεις ωρών εργασίας των εργαζομένων, των αποχωρήσεων εργαζομένων, κρίνεται ότι η τοποθέτησή της στο εργαστήριο της εναγομένης δεν έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας και η άρνησή της ν’ αποδεχθεί τη μετακίνηση οφείλεται σε καθαρά προσωπικούς λόγους ανεξάρτητους από τις δυσκολίες που επικαλείται. Ως εκ τούτου η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της έγινε από αυτή για λόγους που αφορούσαν την ίδια και όχι εξ υπαιτιότητας της εναγομένης και δεν δικαιούται αποζημίωση απολύσεως, αφού αποχώρησε με τη θέλησή της". Με βάση τα ανωτέρω το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 648 επ., 281, 288, 361 ΑΚ, 7 εδαφ. α του Ν.2112/1920, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων, καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της ελλείψεως καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης και βλαπτικής εκ μέρους αυτής μεταβολής των εργασιακών όρων της ενάγουσας, κατά την άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος προς επάνοδο της ενάγουσας από το Μουσείο ... στο Εργαστήριο της ... και απασχόλησης σ’ αυτό, κατά το σχετικό περί του τόπου εκτελέσεως των καθηκόντων της συμβατικό όρο, που είχε αποδεχθεί η ενάγουσα και περαιτέρω με απασχόληση της σ’ αυτό όχι ως βοηθό τεχνίτη, αλλά ως εξειδικευμένη υπάλληλο λόγω των θεωρητικών και τεχνικών γνώσεων που διέθετε, λαμβάνοντας τον ίδιο μισθό, όπως και κατά την απασχόληση της στο Μουσείο και χωρίς υλικό ή ηθικό υποβιβασμό της. Και τούτο διότι, με βάση τις ίδιες παραδοχές ελλείπουν, σε κάθε περίπτωση, πραγματικά περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν κρίση, ότι κατά την πορεία και εξέλιξη της ένδικης εργασιακής σχέσης, δημιουργήθηκε σιωπηρά συμβατικός όρος με τη βούληση των διαδίκων, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας - υπό την μορφή της ελευθερίας καθορισμού του περιεχόμενου της συμβάσεως εργασίας - για πραγματική αλλαγή του τόπου απασχόλησης. Τέτοια βούληση αυτών, ουδόλως έγινε δεκτή. Αντίθετα, με βάση τις ίδιες παραδοχές, η ενάγουσα ήταν "αποσπασμένη" στο Μουσείο, η σύμβαση εργασίας της με αντισυμβαλλόμενο μέρος την εναγομένη και ουδέποτε με τη ρηθείσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, προέβλεπε ρητά απασχόληση της στο χώρο του εργαστηρίου, η ίδια αποδέχθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες της σ’ αυτό με την καταρτισθείσα το έτος 1994 έγγραφη σύμβαση, καθόν χρόνο απασχολείτο ήδη στο Μουσείο ..., το όνομα της περιλαμβανόταν στις καταστάσεις προσωπικού της εναγομένης, η οποία κατέβαλε πάντοτε το μισθό της. Επί πλέον ρητά εκφράσθηκε η δήλωση της εργοδότριας - εναγομένης, αλλά και της Διευθύντριας του Μουσείου, ως ενιαίας λειτουργούσας επιχείρησης, περί επανόδου της στο εργαστήριο, προς αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και μόνον, εξαιτίας των οποίων επήλθε μείωση επισκεπτών, ξεναγήσεων, διαλέξεων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αποχώρηση χωρίς αντικατάσταση εργαζομένων, μείωση ημερών και ωρών εργασίας όλων όσων παρέμειναν και με λήψη υπόψη: α) των συνθηκών διαβιώσεως της ενάγουσας και του τρόπου αντιμετωπίσεως αυτών, αλλά και β) της παντελούς ελλείψεως περιστατικών ικανών να θεμελιώσουν όχι μόνο υλική αλλά ούτε ηθική ζημία αυτής. Η περαιτέρω διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη παραδοχή ότι: "Η θέση της στο Μουσείο δεν είχε προσωρινό χαρακτήρα, αφού δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένος χρόνος παραμονής η δε διάρκεια παραμονής της συνηγορούσε υπέρ της μονιμότητας της θέσης της", ετέθη πλεοναστικώς κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού προς στήριξη της παραδοχής περί ελλείψεως, στην προκειμένη περίπτωση, των κατά νόμο προσαπαιτουμένων προϋποθέσεων-θεμελιωτικών συνδρομής δανεισμού εργαζόμενου από το Εργαστήριο στο Μουσείο, ενώ η αμέσως μετά διαλαμβανόμενη παραδοχή ότι "ουσιαστικά η Διοίκηση αποφάσιζε για τον τόπο παροχής της εργασίας της ...", στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Κατά συνέπεια ο τρίτος, κατά το τελευταίο σκέλος του και ο τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι ρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι ίδιες πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, κατά την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αναφερόμενη ΔΑ 7/2011, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11324/670/2011 και καθόριζε τις αποδοχές των απασχολουμένων σε όμοιες με της εναγομένης επιχειρήσεις, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος. Τούτο δε διότι, με την προσβαλλόμενη έγινε αναφορά μόνον στο συμβατικό μισθό "που η εκκαλούσα καταβάλλει στους βοηθούς της", κατά τον ένδικο χρόνο, χωρίς αναφορά στο νόμιμο υπό τις διαγραφόμενες από ΣΣΕ ή ΔΑ προϋποθέσεις, μισθό.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον τόπο όπου κατά την ένδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων όφειλε να παρέχει την εργασία της η ενάγουσα, για τον οποίο άλλοτε αναφέρει ότι ήταν το Μουσείο ... στην περιοχή ... των Αθηνών και άλλοτε ότι ήταν το εργαστήριο της εναγομένης στην .... Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης διαλαμβάνεται η παραδοχή ότι: "Η θέση της [εννοείται: της ενάγουσας] στο μουσείο δεν είχε προσωρινό χαρακτήρα αφού δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένος χρόνος παραμονής, η δε διάρκεια παραμονής της συνηγορούσε υπέρ της μονιμότητας της θέσης της", δηλαδή το εφετείο δέχεται ότι ως τόπος παροχής της εργασίας της ενάγουσας ήταν κατά την ένδικη σύμβαση ο πρώτος (το Μουσείο ... στην περιοχή ... των Αθηνών), στη συνέχεια στις ίδιες αιτιολογίες διαλαμβάνονται οι αντιφατικές προς την προηγούμενη παραδοχές ότι: "Η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας προβλέπει απασχόλησή της στο χώρο του εργαστηρίου... η δε παραμονή της ή μη στο χώρο εργασίας του Μουσείου ... στην περιοχή των Αθηνών αναγόταν στο διευθυντικό δικαίωμα της εργοδότριας εταιρείας", ενώ επί πλέον επανειλημμένα χαρακτηρίζεται η καθ’ όλη τη διάρκεια της ένδικης συμβάσεως (κατά τα έτη 1988 έως 2012, πλην ενός διαστήματος τεσσάρων μηνών) παροχή της εργασίας της ενάγουσας στην περιοχή ... των Αθηνών ως "απόσπαση", δηλαδή το εφετείο δέχεται ότι ως τόπος παροχής της εργασίας της ενάγουσας ήταν κατά την ένδικη σύμβαση ο δεύτερος (το εργαστήριο της εναγομένης στην ...). Οι πιο πάνω αντιφάσεις αφορούν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού με την αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ως προς τον τόπο της παροχής αυτής.

Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, ο στηριζόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος και γι’ αυτό έπρεπε να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τους έχοντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες αγωγικούς ισχυρισμούς της ότι η εναγομένη της είχε προτείνει μείωση των αποδοχών της και η ίδια αρνήθηκε να συναινέσει σ’ αυτό, ότι "η εναγομένη την εξηνάγκαζε να απασχολείται πλέον ως βοηθός τεχνίτη στο εργοστάσιο στην ... και όχι στα καθήκοντα της εξειδικευμένης υπαλλήλου στο Μουσείο", καθώς και ότι η απόφαση της εναγομένης να την μετακινήσει σε άλλο απομακρυσμένο τόπο εργασίας ήταν συνέπεια της αρνήσεώς της ν’ αποδεχθεί μείωση των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών της, εξ ου και μετακινήθηκε στο εργαστήριο της ... ως βοηθός τεχνίτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι οι ανωτέρω αγωγικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο και απορρίφθηκαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα: α) τις από 31-12-2001, 31-12-1995 και 16-1-2012 βεβαιώσεις αποδοχών που της χορήγησε η αναιρεσίβλητη, στις οποίες αυτή (η αναιρεσείουσα) αναφέρεται ως τεχνίτης-χρυσοχόος, β) την από 7-9-1994 σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, γ) την από 23-12-2011 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς αυτήν και δ) τις από 2-1-2012 και 9-1-2012 εξώδικες δηλώσεις-απαντήσεις της αναιρεσίβλητης προς αυτήν, από τα οποία τα ανωτέρω αναφερόμενα με τα στοιχεία α και γ είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η ίδια για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, τα δε λοιπά η αναιρεσίβλητη.

Όσον αφορά τα τελευταία (προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη) έγγραφα, ο ρηθείς αναιρετικός λόγος, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, έχει την έννοια ότι αυτά κατέστησαν κοινό αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και από "τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..." σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση. Παρά ταύτα γίνεται αναφορά σε ορισμένα από αυτά, όπως στην "κατ’ έτος 1994" υπογραφείσα "νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων" και στο ότι "το Δεκέμβριο του έτους 2011 η εκκαλούσα κάλεσε την εφεσίβλητο να προσέρχεται και να εργάζεται στο μέλλον στην έδρα της κατασκευάστριας εταιρείας... στην ......", χωρίς από τη μη ρητή αναφορά των λοιπών να συνάγεται το αντίθετο. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, να συμψηφισθεί δε ολικά μεταξύ των διαδίκων η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη (άρθρο 179 εδαφ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 183 του ίδιου κώδικα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 967/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.