ΑΠ 325/2017: Λύση συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου Τραπέζης, όταν ο Κανονισμός Προσωπικού της ορίζει τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας για την αποχώρηση

Περίληψη:

Κανονισμός Προσωπικού Τράπεζας προβλέπει την παράταση της σύμβασης εργασίας μετά τη συμπλήρωση του οριζομένου ορίου ηλικίας (62ο), χωρίς να απαιτείται λήψη σχετικής απόφασης των αρμοδίων οργάνων της, μόνον εφόσον ο υπάλληλος, κατά τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας του, δεν δικαιούται καμίας κύριας σύνταξης και όχι και για την περίπτωση, που δικαιούται μεν κύριας σύνταξης, πλην όμως η σύνταξη αυτή είναι μειωμένη. Κρίση του δικαστηρίου ότι δεν συνιστά περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος (281 ΑΚ) η άρνηση της Τράπεζας να συναινέσει στην παραμονή του υπαλλήλου, με μόνο το λόγο ότι αυτός, κατά τη συμπλήρωση του ανωτέρω ορίου ηλικίας, δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους κυρίας σύνταξης γήρατος, αλλά μειωμένης. Εν προκειμένω, ο εργαζόμενος εξήντλησε τα όρια υπηρεσίας και ηλικίας και η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας αυτού με την εργοδότρια Τράπεζα έληξε αυτοδικαίως κατά τον Κανονισμό, με συνέπεια αυτός να μην δικαιούται ουδεμίας αποζημίωσης, ούτε δηλ. της μειωμένης  αποζημίωσης αποχωρήσεως του αρ. 8 του ν. 3198/55.

Άρειος Πάγος 325/2017

Με τη διάταξη του άρθρου 33 του ισχύοντος από 12 Μαρτίου 2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της ................................, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990 με την από 9 Μαρτίου 2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της εν λόγω Τράπεζας και κατατέθηκε νόμιμα στην αρμοδία Επιθεώρηση Εργασίας με αριθ…. /12.3.2001, με την οποία (ΕΣΣΕ) αντικαταστάθηκε ο από την ως άνω χρονολογία (12.3.2001) καταργηθείς αναδρομικά ως προς όλες του τις διατάξεις με το άρθρο 46 παρ.2 του Ν. 2956/2001 (ΦΕΚ Α 258) προηγούμενος Οργανισμός της Υπηρεσίας της εν λόγω Τράπεζας, όπως η διάταξη αυτή του άρθρου 33 τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την από 5 Ιουνίου 2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που συνήφθη επίσης μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της εν λόγω Τράπεζας και κατατέθηκε νόμιμα στην αρμοδία Επιθεώρηση Εργασίας με αριθ. 12/7.6.2002, έχει δε ισχύ ουσιαστικού νόμου κατά τα άρθρα 2, 7 παρ.1 και 8 παρ.3 του Ν. 1876/1990 (ΑΠ 860/2010) ορίζεται ότι: "Η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται: - Με το θάνατο του υπαλλήλου. - Με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία επιφέρει τη λύση της σύμβασης χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας. - Με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τη Τράπεζα για σπουδαίο λόγο. - Λόγω επιβολής της κατά το άρθρο 29 του παρόντος Κανονισμού ποινής της οριστικής παύσης. - Αυτοδικαίως, λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός (1) μήνα. Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος συμπληρώνει το 62ο έτος της ηλικίας του, χωρίς να θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη κυρίας σύνταξης από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, τότε η σύμβαση παρατείνεται μέχρι ότου θεμελιωθεί τέτοιο δικαίωμα. Όσοι συμπληρώνουν ένα από τα παραπάνω όρια ηλικίας κατά τη διάρκεια του έτους αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους, χωρίς να δικαιούνται οποιαδήποτε αποζημίωση. Με πράξη του Διοικητή είναι δυνατό να παραταθεί η παραμονή στην υπηρεσία υπαλλήλων που καταλαμβάνονται από τα παραπάνω όρια ηλικίας μία ή περισσότερες φορές, αλλά για χρόνο όχι μεγαλύτερο των δύο (2) ετών. Για παραμονή πέραν της διετίας αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του Διοικητή, καθορίζοντας συγχρόνως και τον χρόνο για τον οποίο θα ισχύει η παράταση και ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος. Όσοι διατηρούνται στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους, παραμένουν εκτός του προβλεπομένου από τον παρόντα κανονισμό αριθμού οργανικών θέσεων". Από τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις της ως άνω διάταξης που αναφέρονται ειδικά στην λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης ορισμένου ορίου ηλικίας, προκύπτει ότι η παράταση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του υπαλλήλου μετά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του και μάλιστα χωρίς να απαιτείται η προβλεπομένη στα επόμενα εδάφια λήψη σχετικής απόφασης των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας προβλέπεται ειδικά μόνο για την περίπτωση που ο υπάλληλος κατά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, δεν δικαιούται, για οποιοδήποτε λόγο, καμίας κύριας σύνταξης από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα και όχι και για την περίπτωση, που αυτός δικαιούται μεν κύριας σύνταξη από τον εν λόγω φορέα, πλην όμως η σύνταξη αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο μειωμένη.

Τούτο προκύπτει τόσο από τη γραμματική διατύπωση της σχετικής ρύθμισης, όπου γίνεται λόγος για αδυναμία θεμελιώσεως δικαιώματος για άμεση λήψη κύριας σύνταξης και όχι για αδυναμία θεμελιώσεως δικαιώματος για άμεση λήψη "πλήρους" κύριας σύνταξης, όσο και από τον επιδιωκόμενο από την ανωτέρω ρύθμιση σκοπό να μην αφεθεί ο υπάλληλος χωρίς βιοποριστικούς πόρους με τη λήξη της εργασιακής του σχέσης με την Τράπεζα, αν για οιονδήποτε λόγο αυτός, παρά την συμπλήρωση του ως άνω ορίου ηλικίας, δεν θεμελιώνει δικαίωμα για τη λήψη, έστω μειωμένης, κύριας σύνταξης. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από τη ρύθμιση του άρθρου 22 παρ.5 του ισχύοντος Συντάγματος που ορίζει ότι το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει, η οποία δεν επιτάσσει τη λήψη μέτρων για τη λήψη πλήρους κύριας σύνταξης, οι όροι και οι προϋποθέσεις της οποίας ρυθμίζονται από τις κοινές διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Περαιτέρω η μετά τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας παραμονή προσωπικού στην ενεργό υπηρεσία της αναιρεσίβλητης Τράπεζας με μία ή περισσότερες πράξεις του Διοικητή αυτής και για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη ή και για ένα επί πλέον έτος, πέραν της διετίας, με πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, αποσκοπούσα κυρίως στη παραμονή εξειδικευμένου προσωπικού σε συγκεκριμένες θέσεις ευθύνης της Τράπεζας, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των ανωτέρω οργάνων της Τράπεζας. Δεν στοιχειοθετεί δε περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, η άρνηση των εν λόγω οργάνων να συναινέσουν στη παραμονή στην υπηρεσία υπαλλήλου, συμπληρώσαντος το ανώτατο κατά το Κανονισμό Εργασίας όριο ηλικίας των 62 ετών, με μόνο το λόγο ότι αυτός, κατά τη συμπλήρωση του ανωτέρου ορίου ηλικίας, δεν είχε εισέτι συμπληρώσει τις κατά την ασφαλιστική νομοθεσία προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους κυρίας σύνταξης γήρατος, αλλά μειωμένης. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί του δικαιώματος αυτού να παραμείνει στην υπηρεσία της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των 62 ετών, δεν έλαβε υπόψη της και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του σχετικού εδαφίου του άρθρου 33 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, η οποία προβλέπει την παράταση της σύμβασης εργασίας του υπαλλήλου και μετά τη συμπλήρωση του κατά τον εν λόγω Κανονισμό ορίου ηλικίας των 62 ετών, στη περίπτωση που ο υπάλληλος δεν θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη κύριας σύνταξης από οποιοδήποτε ασφαλιστικό φορέα, μέχρι τη θεμελίωση του εν λόγω δικαιώματος, ρύθμιση που κατά την αληθή της έννοια και ενόψει της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, αποσκοπεί στη διασφάλιση δικαιώματος πλήρους συνταξιοδότησης του αποχωρούντος υπαλλήλου και όχι μειωμένης κατά τους ορισμούς του άρθρου 24 παρ.2 του Ν. 2084/1992. Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον η ανωτέρω ρύθμιση θέτει ως προϋπόθεση τη μη λήψη οιασδήποτε κύριας σύνταξης από οποιοδήποτε ασφαλιστικό φορέα και όχι τη μη λήψη πλήρους κύριας σύνταξης. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 183/2014, ΑΠ 114/2009, ΑΠ 442/2008, ΑΠ 760/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραβίασης του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως δεν αξιολόγησε ως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ την άρνηση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να παρατείνει τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, παρότι είχε κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας τη δυνατότητα αυτή με πράξη του Διοικητή της, ενόψει του ότι για τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος από τον αναιρεσείοντα απαιτείτο κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης χρόνος μόλις ενός έτους και 4 1/2 μηνών, ο ίδιος δε ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του έναντι της εργοδότιδος Τράπεζας και μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτές λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας του, ενώ παραλλήλως η αναιρεσίβλητη είχε δεχθεί αντίστοιχες αιτήσεις παραμονής στην υπηρεσία των αναγραφομένων στην αγωγή δύο υπαλλήλων της. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά περιελήφθησαν στην αγωγή και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με τις προτάσεις του εφεσίβλητου. Κατά το άρθρο 8 εδάφ. α` του Ν. 3198/1955 "Μισθωτοί συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας τους, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του Β.Δ. της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Περαιτέρω με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3788/1957, και ορίστηκαν τα εξής: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις, δύνανται, εάν... έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν, είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες ... οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου...". Αμφότερες οι ως άνω διατάξεις, η πρώτη των οποίων περιορίζεται στις περιπτώσεις αποχώρησης του μισθωτού που δεν έχει συμπληρώσει τις κατά την ασφαλιστική νομοθεσία προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, έχουν αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, στις οποίες, για την διευκόλυνση της ανανέωσης του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγουν ως κίνητρο την μείωση της οφειλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη στη περίπτωση του εδαφίου β και ιδρύουν για πρώτη φορά δικαίωμα λήψης της ίδιας αποζημίωσης από τον μισθωτό, όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς είτε χωρίς ή με τη συγκατάθεση του εργοδότη (στο εδ. β), είτε με τη συγκατάθεση του εργοδότη (στο εδ.α) από την υπηρεσία του, υπό τον όρο της συνδρομής των λοιπών διαλαμβανομένων σε αυτές προϋποθέσεων (σχετ. ΑΠ Ολομ. 1/2006). Οι εν λόγω διατάξεις όμως, είναι δυνατό να εφαρμοστούν και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που η λύση αυτής επέρχεται αυτοδικαίως λόγω συμπλήρωσης του οριζόμενου στο νόμο ή τον κανονισμό της επιχείρησης ορίου ηλικίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης θα καταγγείλει την σύμβαση ή ο μισθωτός θα αποχωρήσει εκούσια από την υπηρεσία του, πριν συμπληρώσει ο τελευταίος το προβλεπόμενο όριο ηλικίας. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ορισμένου χρόνου τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της μη καταγγελίας της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό, με την πλήρωση δε της αίρεσης αυτής, η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου και μπορεί έτσι να εφαρμοσθούν και επ’ αυτής, συντρεχουσών των λοιπών προϋποθέσεων, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 8 εδ. α’ ή β` του Ν 3198/1995 (σχετ. ΟλΑΠ 1110/1986).

Αναγκαία όμως προϋπόθεση για την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων είναι η στη συγκεκριμένη περίπτωση πλήρωση της ανωτέρω διαλυτικής αίρεσης της λύσης της σύμβασης εργασίας με αποχώρηση του μισθωτού με τη συναίνεση του εργοδότη (εδ. α) ή με την αποχώρηση του μισθωτού με ή χωρίς τη συναίνεση του εργοδότη ή με την απομάκρυνση του μισθωτού (εδ. β) με βάση τις σχετικές προβλέψεις του Κανονισμού εργασίας, πριν από τη συμπλήρωση του προβλεπομένου από αυτόν ορίου ηλικίας, και επομένως δεν αρκεί για την εφαρμογή τους απλώς η πρόβλεψη των δυνατοτήτων αυτών στις ρυθμίσεις του κανονισμού. Κατά συνέπεια οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν αφορούν εκείνους, των οποίων η εργασιακή σχέση είναι ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε είτε με τη συμπλήρωση του κατά τον κανονισμό ορίου ηλικίας, είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου αυτής, οπότε η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται αυτοδικαίως κατά το άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ, αφού στις περιπτώσεις αυτές ο μισθωτός ούτε αποχωρεί οικειοθελώς, ούτε απομακρύνεται από τον εργοδότη. Σ` αυτούς δηλαδή που χάνουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να εργάζονται, ενώ μπορούσαν, δίνει ο νόμος ως αντάλλαγμα αποζημίωση για να αποχωρήσουν, ή να απομακρυνθούν. Σ` εκείνους, όμως, που δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, γιατί λήγει ο χρόνος διάρκειας της σύμβασής τους, δεν παρέχει ο νόμος αποζημίωση, αφού αυτοί δεν χάνουν τίποτε (ΟλΑΠ 25/2000, ΑΠ 2084/2013, ΑΠ 114/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που είχε γεννηθεί στις 15.11.1946, προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, κατόπιν επιτυχίας του σε διαγωνισμό της τελευταίας στις 12.5.1975 και απασχολήθηκε συνεχώς σε αυτήν μέχρι τις 1.1.2009, οπότε αποχώρησε αυτοδικαίως κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, έχοντας συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας του και υπηρεσία 33 ετών και 7,5 μηνών, οπότε έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα μειωμένη σύνταξη κατά 6% ετησίως, ενώ οι από 2.12.2008 και 21.1.2009 αιτήσεις του να παραμείνει στην υπηρεσία απορρίφθηκαν από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα. Στη συνέχεια έκρινε ότι με τον τρόπο αυτό ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξήντλησε τα όρια υπηρεσίας και ηλικίας και η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας αυτού με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα έληξε αυτοδικαίως κατά τον Κανονισμό, με συνέπεια αυτός να μην δικαιούται ουδεμίας αποζημίωσης. Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ.α του Ν. 3198/1955, 1 επ. Ν. 2112/1920, 669 παρ.1 του ΑΚ και 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας. Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έχει καταστεί αορίστου χρόνου, διότι στο άρθρο 33 του ως άνω Κανονισμού Εργασίας προβλέπονται οι αναγραφόμενες στη πρώτη σκέψη της παρούσας περιπτώσεις λήξης της σχέσης εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και πριν τη συμπλήρωση των προβλεπομένων από αυτόν ορίων ηλικίας, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος λύθηκε για ένα από τους λόγους αυτούς. Ο δε επίσης από τον ίδιο αριθμό τέταρτος λόγος αναίρεσης ότι η εναγομένη όφειλε να παρατείνει το χρόνο της σύμβασης του αναιρεσείοντος μέχρι την από αυτόν συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, ούτως ώστε να μπορεί αυτός να λάβει το 40% της αποζημίωσης καταγγελίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 εδ. β του Ν. 3198/1955 είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε τέτοια εκ του νόμου υποχρέωση, παραλλήλως δε και αλυσιτελής, διότι και στη περίπτωση αυτή η σύμβαση εργασίας θα έληγε αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του αναγκαίου χρονικού διαστήματος της παράτασης για τη λήψη από αυτόν πλήρους σύνταξης γήρατος, αφού κατά τον Κανονισμό Εργασίας οι παρατάσεις της σύμβασης εργασίας με πράξεις των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας γίνονται για ορισμένο χρόνο, και κατά συνέπεια αυτός δεν θα δικαιούτο και πάλι της κατά το άρθρο 8 εδ. β του Ν. 3198/1955 μειωμένης αποζημίωσης. Με τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 4 του Ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α 58) που ίσχυε κατά το κρίσιμο χρόνο ορίζεται ότι "Διατάξεις Κανονισμών Εργασίας και Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που εφαρμόζονται σε εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως έχει οριοθετηθεί με τις διατάξεις του ν. 1256/1982, οι οποίες προβλέπουν αυτοδίκαιη και υποχρεωτική αποχώρηση με τη συμπλήρωση είτε του οριζόμενου σε αυτές χρόνου υπηρεσίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας είτε του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, δεν εφαρμόζονται, εφόσον υποβληθεί από τον εργαζόμενο αίτηση παραμονής στην υπηρεσία που γίνεται αποδεκτή και από τον εργοδότη. Η παραμονή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 3 ετών".

Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 1 παρ.6 του Ν. 1256/1982 (ΦΕΚ Α 65) ορίζει ότι "Η αληθινή έννοια της παρ.1 του άρθρου 9 του νόμου 1232/1982 για την επαναφορά σε ισχύ, τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του ΝΔ 4352/1964 και άλλες διατάξεις’ είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει, ήτοι: α)..., β)..., γ)..., δ)..., ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η Τράπεζα Ελλάδος, η ................................................. κ.α. στ)..., ζ...". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το αρθρ. 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο, ήδη δε ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), με τις οποίες έγινε επανοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί αρχικά με το άρθρ. 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και ορίσθηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο "α)..., β)..., γ)..., δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία ε)...". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και ανεξαρτήτως του ότι η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρεται ενδεικτικά στο άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 1256/1982, μαζί με άλλες Τράπεζες, ως πληρούσα τα κριτήρια της περίπτωσης ε του νόμου αυτού κατά το χρόνο θέσπισης της διάταξης αυτής, ήτοι ως τραπεζική εταιρεία της οποίας τότε το μετοχικό κεφάλαιο ανήκε κατά πλειοψηφία στο Ελληνικό Δημόσιο και σε άλλους κρατικούς φορείς ή/και ελάμβανε τότε από αυτό κρατική επιχορήγηση και όχι αυτοτελώς, σαφώς προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 147 παρ.4 του Ν. 3655/2008 τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κατά το χρόνο εφαρμογής της τελευταίας, στον οποίο δεν περιλαμβάνονται τραπεζικές εταιρείες που έχουν ήδη εξέλθει του ευρύτερου δημοσίου τομέα, ήτοι τραπεζικές εταιρείες των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο δεν ανήκει πλέον κατά πλειοψηφία στο Ελληνικό Δημόσιο (σχετ. ΟλΑΠ 1/2006, ΑΠ 1294/2008, ΑΠ 1581/2009, ΑΠ 2237/2009). Η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή δεν αντίκειται στις διατάξεις της υπ’ αριθ. 2000/78 οδηγίας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας, πεποιθήσεων, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης που ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το Ν. 3304/2005 (ΦΕΚ Α 16) και ιδίως στη διάταξη που απαγορεύει τις άμεσες διακρίσεις, περίπτωση που συντρέχει και όταν, για ένα από τους αναγραφόμενους στη διάταξη λόγους όπως η ηλικία, ένα πρόσωπο υφίσταται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση (άρθ. 1, 2 παρ.1, 7 παρ.1 περ.α και 8 του Ν. 3304/2005), αφού οι ρυθμίσεις αυτές το μεν απαγορεύουν στον συγκεκριμένο εργοδότη να προβαίνει σε διακρίσεις του προσωπικού του με κριτήριο, μεταξύ άλλων, την ηλικία του εργαζομένου, το δε, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αποκλείουν την θέσπιση διατάξεων της εσωτερικής νομοθεσίας των κρατών-μελών ή όρων συλλογικών ρυθμίσεων ή κανονισμών εργασίας που καθορίζουν με αντικειμενικά κριτήρια όρια ηλικίας υποχρεωτικής αποχώρησης των μισθωτών, αφού οι σχετικές διατάξεις έχουν ως στόχο τη δημιουργία μιας ισόρροπης ηλικιακής διάρθρωσης με σκοπό την παροχή κινήτρων για τη πρόσληψη και επαγγελματική προώθηση των νέων, τη βέλτιστη δυνατή διαχείριση του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού και τη συνακόλουθη αποφυγή διαφορών σχετικά με την ικανότητα του μισθωτού να ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του μετά ορισμένη ηλικία (ΔΕΕ C 411/2005 υπόθ. Palacios de la Villa, C 159/2010, C 160/2010 υπόθ. Gerhard Fuchs και Peter Kyhler κατά Land Hessen). Κρίνοντας επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι η διάταξη του άρθρου 147 παρ.4 του Ν. 3655/2008 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, διότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ......................................... δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αφού το Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέχει τη πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, ούτε έχει μετά το άρθρο 29 του Ν. 2937/2001 τη δυνατότητα να παρέμβει στον ορισμό των μελών της διοίκησης αυτής, ορθώς ερμήνευσε το νόμο, ενώ παραλλήλως δεν παραβίασε τις ρυθμίσεις της με αριθ. 2000/78 οδηγίας.

Συνεπώς τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον πέμπτο και τελευταίο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-9-2014 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 2424/14.4.2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.