Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Οκτωβρίου 2017 στην υπόθεση C‑531/15

Περίληψη:

Το άρθρο 19 παρ. 1 της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε μια περίπτωση, στην οποία μια γαλουχούσα εργαζομένη αμφισβητεί, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους μέλους, την αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της, καθόσον αυτή δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων. Περαιτέρω, η ως άνω διάταξη έχει την έννοια ότι, σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην ενδιαφερόμενη εργαζομένη εναπόκειται να αποδείξει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία να δύναται να συναχθεί ότι η αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 4 παρ. 1 της οδηγίας 92/85, ώστε να τεκμαίρεται επομένως η ύπαρξη άμεσης διάκρισης λόγω φύλου, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/54, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Ως εκ τούτου, στους εναγομένους θα εναπόκειται να αποδείξουν ότι η εν λόγω αξιολόγηση των κινδύνων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της διάταξης αυτής και ότι δεν υπήρξε επομένως παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων.

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (Ανώτερο Δικαστήριο της Γαλικίας, Ισπανία) με απόφαση της 17ης Ιουλίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Οκτωβρίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης

Elda Otero Ramos

κατά

Servicio Galego de Saúde,

Instituto Nacional de la Seguridad Social,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Οκτωβρίου 2016,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 6ης Απριλίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23), καθώς και του άρθρου 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (ΕΕ 1992, L 348, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Elda Otero Ramos και, αφετέρου, του Instituto nacional de la Seguridad social (INSS) (Εθνικού ιδρύματος κοινωνικής ασφάλισης, Ισπανία, στο εξής: INSS) και της Servicio Galego de Saúde (υγειονομικής υπηρεσίας της Αυτόνομης Κοινότητας της Γαλικίας, Ισπανία) με αντικείμενο τη μη έκδοση βεβαίωσης που να πιστοποιεί ότι η εκ μέρους της ενδιαφερομένης εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης εργασίας της ενείχε κίνδυνο για τον θηλασμό του τέκνου της, ενόψει της χορήγησης επιδόματος λόγω κινδύνου κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 92/85

3        Η πρώτη, η όγδοη, η ένατη, η δέκατη, η ενδέκατη και η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85 αναφέρουν τα εξής:

«[Εκτιμώντας] ότι το άρθρο 118 Α της Συνθήκης [ΕΚ] προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγίες, τις ελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση ιδίως του χώρου της εργασίας, για να προστατεύσει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων·

[...]

[εκτιμώντας] ότι οι έγκυοι, λεχώνες ή γαλουχούσες εργαζόμενες πρέπει να θεωρούνται, από πολλές απόψεις, ως ομάδα ειδικών κινδύνων και ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα όσον αφορά την υγεία και την ασφάλειά τους·

[εκτιμώντας] ότι η προστασία των εγκύων, των λεχώνων και των γαλουχουσών εργαζομένων δεν πρέπει να καθιστά μειονεκτική τη θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας και δεν πρέπει να θίγει τις οδηγίες περί ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών·

[εκτιμώντας] ότι ορισμένες δραστηριότητες είναι δυνατόν να αποτελούν ειδικό κίνδυνο έκθεσης σε επικίνδυνους παράγοντες, μεθόδους παραγωγής ή συνθήκες εργασίας των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων, και ότι, επομένως, οι κίνδυνοι αυτοί πρέπει να αξιολογούνται και το αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης να ανακοινώνεται στις εργαζόμενες γυναίκες ή/και στους εκπροσώπους τους·

[εκτιμώντας] ότι, εξάλλου, εάν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης αυτής δείξει κινδύνους για την ασφάλεια ή την υγεία της εργαζόμενης γυναίκας, πρέπει να προβλεφθεί ένα σύστημα για την προστασία της·

[...]

[εκτιμώντας] ότι η εύθραυστη υγεία της εγκύου, γαλουχούσας ή λεχώνας εργαζόμενης καθιστά αναγκαίο δικαίωμα άδειας μητρότητας τουλάχιστον 14 συναπτών εβδομάδων, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό, και υποχρεωτική άδεια μητρότητας τουλάχιστον δύο εβδομάδων, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό·

[…]».

4        Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 92/85 προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Η παρούσα οδηγία, η οποία είναι η δέκατη ειδική οδηγία σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ 1989, L 183, σ.1)], έχει ως στόχο την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στην βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων.

  1. Οι διατάξεις της [οδηγίας 89/391], εξαιρέσει του άρθρου 2 παράγραφος 2, εφαρμόζονται πλήρως σε όλον τον τομέα της παραγράφου 1, υπό την επιφύλαξη των τυχόν δεσμευτικότερων ή/και ειδικότερων διατάξεων της παρούσας οδηγίας.»

5        Το τιτλοφορούμενο «Ορισμοί» άρθρο 2 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[...]

γ)      “γαλουχούσα εργαζομένη”, κάθε εργαζόμενη γυναίκα που διανύει το στάδιο της γαλουχίας κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας ή/και πρακτικής και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της, σύμφωνα με την ανωτέρω νομοθεσία ή/και πρακτική.»

6        Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Η Επιτροπή, συνεννοούμενη με τα κράτη μέλη και επικουρούμενη από τη συμβουλευτική επιτροπή για την ασφάλεια, την υγιεινή και την προστασία της υγείας στον τόπο εργασίας, χαράζει τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτίμηση των χημικών, φυσικών ή βιολογικών παραγόντων καθώς και των βιομηχανικών μεθόδων παραγωγής που θεωρείται ότι ενέχουν κίνδυνο για την υγεία ή την ασφάλεια των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2.

Οι αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο κατευθυντήριες γραμμές αφορούν επίσης και τις κινήσεις και θέσεις του σώματος, την πνευματική και φυσική κόπωση και τις άλλες φυσικές και πνευματικές καταπονήσεις που συνδέονται με τη δραστηριότητα των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2.

  1. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 κατευθυντήριες γραμμές έχουν στόχο να χρησιμεύσουν ως οδηγός για την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 παράγραφος 1 αξιολόγηση.

Προς τούτο, τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές στους εργοδότες και τις εργαζόμενες γυναίκες ή/και στους εκπροσώπους τους στο οικείο κράτος μέλος.»

7        Οι κατευθυντήριες γραμμές που μνημονεύονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 92/85, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης, περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2000, για τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτίμηση των χημικών, φυσικών και βιολογικών παραγόντων και των μεθόδων παραγωγής που θεωρείται ότι περικλείουν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων [COM(2000) 466 τελικό/2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές].

8        Όσον αφορά την αξιολόγηση των κινδύνων και την ενημέρωση των εργαζομένων για την αξιολόγηση αυτή, το άρθρο 4 της οδηγίας 92/85 ορίζει τα εξής:

«1.      Όσον αφορά οιαδήποτε δραστηριότητα που ενδέχεται να εγκλείει συγκεκριμένο κίνδυνο έκθεσης στους παράγοντες, τις μεθόδους παραγωγής ή τις συνθήκες εργασίας, που περιλαμβάνονται στο μη εξαντλητικό κατάλογο του παραρτήματος Ι, πρέπει να αξιολογείται, από τον εργοδότη, η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της έκθεσης των εργαζόμενων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, στη συγκεκριμένη επιχείρηση ή/και εγκατάσταση, είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω των υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης που προβλέπονται στο άρθρο 7 της [οδηγίας 89/391], προκειμένου:

–        να εκτιμηθεί κάθε κίνδυνος που απειλεί την ασφάλεια ή την υγεία καθώς και κάθε αντίκτυπος στην εγκυμοσύνη ή γαλουχία των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2,

–        να καθορισθούν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.

  1. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 10 της [οδηγίας 89/391], στην συγκεκριμένη επιχείρηση ή/και εγκατάσταση, οι εργαζόμενες γυναίκες κατά την έννοια του άρθρου 2 και οι εργαζόμενες γυναίκες που ενδέχεται να βρεθούν σε μία από τις καταστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2 ή/και οι εκπρόσωποί τους, ενημερώνονται σχετικά με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθώς και σχετικά με κάθε μέτρο που αφορά την ασφάλεια και την υγεία κατά την εργασία.»

9        Όσον αφορά τις συνέπειες της αξιολόγησης των κινδύνων, το άρθρο 5, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«1.      Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 6 της [οδηγίας 89/391], εάν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, δείξουν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία ή αν δείξουν αντίκτυπο στην εγκυμοσύνη ή τη γαλουχία της εργαζομένης κατά την έννοια του άρθρου 2, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί η έκθεση της εν λόγω εργαζομένης σ’ αυτόν τον κίνδυνο, με προσωρινή προσαρμογή των συνθηκών εργασίας ή/και του χρόνου εργασίας της.

  1. Αν η προσαρμογή των συνθηκών εργασίας ή/και του χρόνου εργασίας είναι τεχνικά ή/και αντικειμενικά αδύνατη ή αν για λόγους δεόντως αιτιολογημένους δεν είναι εύλογο να απαιτηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται ώστε να εξασφαλίσει για την εν λόγω εργαζομένη αλλαγή θέσης.
  1. Αν η αλλαγή θέσης είναι τεχνικά ή/και αντικειμενικά αδύνατη, ή αν για λόγους δεόντως αιτιολογημένους δεν είναι εύλογο να απαιτηθεί, η εν λόγω εργαζομένη απαλλάσσεται από την εργασία, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές, επί όλο το διάστημα που χρειάζεται για την προστασία της ασφάλειας ή της υγείας της.»

10      Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υπεράσπιση των δικαιωμάτων», ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να καταστεί δυνατό σε κάθε εργαζομένη που θεωρεί ότι θίγεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παρούσα οδηγία να διεκδικεί τα δικαιώματά της διά της δικαστικής οδού ή/και, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές, διά της προσφυγής σε άλλες αρμόδιες αρχές.»

 Η οδηγία 2006/54

11      Το τιτλοφορούμενο «Σκοπός» άρθρο 1 της οδηγίας 2006/54 προβλέπει τα ακόλουθα:

«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης.

Για το[ν] σκοπό αυτό, η παρούσα οδηγία περιέχει διατάξεις για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως προς:

α)      την πρόσβαση στην απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής εξέλιξης, και στην επαγγελματική κατάρτιση·

β)      τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής·

γ)      τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

Περιλαμβάνει επίσης διατάξεις με σκοπό να εξασφαλίζεται ότι η εφαρμογή αυτή καθίσταται αποτελεσματικότερη μέσω της θέσπισης κατάλληλων διαδικασιών.»

12      Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:

«1.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)      “άμεση διάκριση”: όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση·

β)      “έμμεση διάκριση”: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση πρόσωπα ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία·

[...]

  1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η διάκριση περιλαμβάνει:

[...]

γ)      οποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια της οδηγίας [92/85].»

13      Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας επεκτείνει την απαγόρευση των διακρίσεων, μεταξύ άλλων, και στους όρους εργασίας και προβλέπει τα ακόλουθα:

«Δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων, όσον αφορά:

[...]

γ)       τους όρους απασχόλησης και εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων, καθώς και θέματα αμοιβής σύμφωνα με το άρθρο 141 της Συνθήκης [ΕΚ]·

[...]».

14      Όσον αφορά το βάρος αποδείξεως και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε περίπτωση άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, το άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 4, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά τους δικαστικά συστήματα, ώστε να επιβάλλεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν πρόσωπο που κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης επικαλείται, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης.

[…]

  1. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 εφαρμόζονται επίσης:

α)      στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 141 της Συνθήκης [ΕΚ] και, καθόσον υπάρχει διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου, από τις οδηγίες [92/85] και 96/34/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη στις 14 Δεκεμβρίου 1995 από την UNICE, τη CEEP και τη CES (ΕΕ 1996, L 145, σ. 4)]·

β)      σε κάθε αστική ή διοικητική διαδικασία που αφορά το δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα και προβλέπει μέσα αποκατάστασης βάσει του εθνικού δικαίου κατ’ εφαρμογή των μέτρων του στοιχείου α), εξαιρουμένων των εξωδίκων εκουσίων διαδικασιών ή των διαδικασιών που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο.

[...]»

15      Το άρθρο 28 της οδηγίας 2006/54 ορίζει ότι η τελευταία δεν θίγει τις διατάξεις περί προστασίας των γυναικών, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα, ούτε τις διατάξεις των οδηγιών 96/34 και 92/85.

 Το ισπανικό δίκαιο

16      Η χορήγηση επιδόματος λόγω κινδύνου κατά τη διάρκεια της γαλουχίας προβλέφθηκε στην ισπανική έννομη τάξη με τον Ley Orgánica 3/2007 para la igualdad efectiva de mujeres y hombres (οργανικό νόμο 3/2007 για την πραγματική ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών), της 22ας Μαρτίου 2007 (BOE αριθ. 71, της 23ης Μαρτίου 2007, σ. 12611, στο εξής: νόμος 3/2007).

17      Σκοπός του νόμου 3/2007 είναι να προωθήσει την ενσωμάτωση των γυναικών στον κόσμο της εργασίας, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να συνδυάσουν την επαγγελματική με την ιδιωτική και την οικογενειακή τους ζωή.

18      Η δωδέκατη πρόσθετη διάταξη του νόμου αυτού τροποποίησε το άρθρο 26 του Ley 31/1995 de Prevención de Riesgos Laborales (νόμου 31/1995 σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων), της 8ης Νοεμβρίου 1995 (BOE αριθ. 269, της 10ης Νοεμβρίου 1995, σ. 32590, στο εξής: νόμος 31/1995), και προέβλεψε την προστασία της εργαζομένης και του νεογέννητου σε περιπτώσεις κινδύνου κατά τον μητρικό θηλασμό, οσάκις οι συνθήκες μιας θέσης εργασίας μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στην υγεία της εργαζομένης ή του τέκνου.

19      Το άρθρο 26 του νόμου 31/1995 ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Η αξιολόγηση των κινδύνων [για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζόμενων] στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 16 του παρόντος νόμου περιλαμβάνει τον καθορισμό της φύσεως, του βαθμού και της διάρκειας της εκθέσεως των εργαζόμενων γυναικών που τελούν σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή πρόσφατης λοχείας σε παράγοντες, μεθόδους ή συνθήκες εργασίας που μπορούν να επιδράσουν δυσμενώς στην υγεία των εργαζόμενων γυναικών ή του εμβρύου, στο πλαίσιο κάθε είδους δραστηριότητας δυνάμενης να ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο. Εάν από τα αποτελέσματα της αξιολογήσεως προκύψει κίνδυνος για την ασφάλεια και την υγεία ή πιθανός αντίκτυπος στην εγκυμοσύνη ή τον θηλασμό των εν λόγω εργαζομένων, ο εργοδότης λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να αποφευχθεί η έκθεση στον κίνδυνο αυτό, προσαρμόζοντας τις συνθήκες ή τον χρόνο εργασίας της συγκεκριμένης εργαζομένης.

Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν, όταν κρίνεται αναγκαίο, τη μη πραγματοποίηση νυχτερινής εργασίας ή εργασίας σε βάρδιες.

  1. Όταν η προσαρμογή των συνθηκών ή του χρόνου εργασίας δεν είναι εφικτή ή, παρά την προσαρμογή αυτή, οι συνθήκες της θέσεως εργασίας μπορούν να επιδράσουν δυσμενώς στην υγεία της εγκύου εργαζομένης ή του εμβρύου, τούτο δε βεβαιώνεται από τις ιατρικές υπηρεσίες του [INSS] ή των φορέων ασφαλίσεως για τους κινδύνους της επαγγελματικής ασθένειας και του εργατικού ατυχήματος, αναλόγως του φορέα με τον οποίο έχει συμβληθεί η επιχείρηση για την κάλυψη των επαγγελματικών κινδύνων, η εργαζόμενη τοποθετείται, έπειτα από έκθεση του ιατρού της Servicio Nacional de Salud [Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας, Ισπανία] που την παρακολουθεί, σε διαφορετική θέση εργασίας ή καθήκον, συμβατά με την κατάστασή της. Προς τούτο, ο εργοδότης καταρτίζει, κατόπιν διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, ανακεφαλαιωτικό κατάλογο των θέσεων εργασίας που δεν ενέχουν κινδύνους.

Η αλλαγή θέσεως εργασίας ή καθήκοντος πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες και τα κριτήρια που έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις υπηρεσιακής κινητικότητας και ισχύει έως ότου η κατάσταση της υγείας της εργαζομένης καταστήσει δυνατή την επιστροφή της στην προηγούμενη θέση.

[...]

  1. Εάν η εν λόγω αλλαγή θέσεως δεν είναι από τεχνικής ή αντικειμενικής απόψεως εφικτή, ή δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί για δικαιολογημένους λόγους, μπορεί να ανασταλεί η σύμβαση εργασίας λόγω κινδύνου κατά την εγκυμοσύνη, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο d, [του Real Decreto Legislativo 1/1995, por el que se aprueba el texto refundido de la Ley del Estatuto de los Trabajadores (βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/1995, περί εγκρίσεως του αναδιατυπωμένου νόμου περί Εργατικού Κώδικα), της 24ης Μαρτίου 1995 (BOE αριθ. 75, της 29ης Μαρτίου 1995, σ. 9654)], επί όσο διάστημα απαιτείται για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας και ενόσω διαρκεί η αδυναμία επιστροφής της στην προηγούμενη θέση της ή τοποθετήσεώς της σε άλλη θέση συμβατή με την κατάστασή της.
  1. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου έχουν επίσης εφαρμογή κατά την περίοδο του μητρικού θηλασμού, εάν οι συνθήκες εργασίας μπορούν να επιδράσουν δυσμενώς στην υγεία της εργαζομένης ή του τέκνου, τούτο δε βεβαιώνεται από τις ιατρικές υπηρεσίες του [INSS] ή των φορέων ασφαλίσεως για τους κινδύνους της επαγγελματικής ασθένειας και του εργατικού ατυχήματος, αναλόγως του είδους του φορέα με τον οποίο έχει συμβληθεί η επιχείρηση για την κάλυψη των επαγγελματικών κινδύνων, μετά από έκθεση του ιατρού της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας που παρακολουθεί την εργαζομένη ή το τέκνο της. Μπορεί, ομοίως, να ανασταλεί η σύμβαση εργασίας λόγω κινδύνου κατά τη διάρκεια του μητρικού θηλασμού βρεφών κάτω των εννέα μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο d, του [βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/1995], εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

[...]»

20      Η δέκατη όγδοη πρόσθετη διάταξη του νόμου 3/2007 τροποποίησε την ισπανική νομοθεσία με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται ρητώς η περίοδος του μητρικού θηλασμού ως μια από τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στον Ley General de la Seguridad Social – Real Decreto Legislativo 1/1994 por el que se aprueba el texto refundido de la Ley General de la Seguridad Social (γενικό νόμο περί κοινωνικής ασφαλίσεως – βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/1994, περί εγκρίσεως του αναδιατυπωμένου γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως), της 20ής Ιουνίου 1994 (BOE αριθ. 154, της 29ης Ιουνίου 1994, σ. 20658, στο εξής: γενικός νόμος περί κοινωνικής ασφαλίσεως).

21      Το άρθρο 135 bis του γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως ορίζει τα εξής:

«Προστατευόμενη κατάσταση. – Για τους σκοπούς της χορηγήσεως επιδόματος λόγω κινδύνου κατά τη διάρκεια του μητρικού θηλασμού, θεωρείται προστατευόμενη κατάσταση η περίοδος αναστολής της συμβάσεως εργασίας στην περίπτωση που, μολονότι η εργαζόμενη μητέρα πρέπει να αλλάξει θέση εργασίας προκειμένου να μεταβεί σε θέση συμβατή με την κατάστασή της, εντούτοις, η εν λόγω αλλαγή θέσεως δεν είναι, βάσει του άρθρου 26, παράγραφος 4, του νόμου 31/1995, από τεχνικής ή αντικειμενικής απόψεως εφικτή ή δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί για δικαιολογημένους λόγους.»

22      Το άρθρο 135 ter του γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως προβλέπει τα ακόλουθα:

«Παροχές σε χρήμα. – Το επίδομα λόγω κινδύνου κατά τη διάρκεια του μητρικού θηλασμού χορηγείται στην εργαζομένη υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που κατά τον παρόντα νόμο προβλέπονται για το επίδομα λόγω κινδύνου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, παύει δε να χορηγείται όταν το βρέφος συμπληρώσει την ηλικία των εννέα μηνών, εκτός και αν η δικαιούχος έχει σε προγενέστερο χρονικό σημείο επανέλθει στην αρχική θέση εργασίας της ή τοποθετηθεί σε άλλη θέση συμβατή με την κατάστασή της.»

23      Όσον αφορά το δικονομικό δίκαιο, το άρθρο 96, παράγραφος 2, του Ley 36/2011, reguladora de la jurisdicción social (νόμου 36/2011 περί δικαστηρίων διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως), της 10ης Οκτωβρίου 2011 (BOE αριθ. 245, της 11ης Οκτωβρίου 2011, σ. 106584), προβλέπει τα εξής:

«Βάρος αποδείξεως σε περιπτώσεις δυσμενών διακρίσεων και εργατικών ατυχημάτων

[...]

  1. Στις διαδικασίες που αφορούν ευθύνη από ατυχήματα και από επαγγελματική ασθένεια, απόκειται στα υπεύθυνα για την ασφάλεια πρόσωπα και σε εκείνα που συντελούν στη δημιουργία της ζημιογόνου καταστάσεως να αποδείξουν ότι είχαν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη ή την αποτροπή του κινδύνου και να αποδείξουν τη συνδρομή οιουδήποτε παράγοντα που αποκλείει ή μετριάζει την ευθύνη τους. Η τελευταία δεν μπορεί να αίρεται λόγω ελαφράς αμέλειας του εργαζομένου ή σφάλματος καταλογιστέου στη συνήθη άσκηση της συγκεκριμένης εργασίας ή στην εμπιστοσύνη που αυτή δημιουργεί.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

24      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Ε. Otero Ramos εργάζεται ως νοσηλεύτρια στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Centro Hospitalario Universitario de A Coruña (πανεπιστημιακού νοσοκομείου της A Coruña, Ισπανία, στο εξής: CHU), δημόσιου νοσοκομείου υπαγόμενου στην υγειονομική υπηρεσία της Αυτόνομης Κοινότητας της Γαλικίας.

25      Στις 22 Δεκεμβρίου 2011, η Ε. Otero Ramos απέκτησε τέκνο το οποίο, εν συνεχεία, άρχισε να θηλάζει.

26      Στις 19 Μαρτίου 2012, η Ε. Otero Ramos ενημέρωσε τον εργοδότη της ότι θήλαζε το τέκνο της και ότι τα καθήκοντα της θέσης εργασίας της θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον θηλασμό και να εκθέσουν σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλειά της εξαιτίας, μεταξύ άλλων, του πολύπλοκου ρυθμού εργασίας της βάσει κυλιόμενων βαρδιών, των ιονιζουσών ακτινοβολιών, των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και του άγχους. Ως εκ τούτου, υπέβαλε αίτηση για προσαρμογή των συνθηκών εργασίας και για λήψη προληπτικών μέτρων.

27      Στις 10 Απριλίου 2012, η διεύθυνση του CHU εξέδωσε έκθεση στην οποία ανέφερε ότι η θέση εργασίας της Ε. Otero Ramos δεν ενείχε κανέναν κίνδυνο για τον θηλασμό του τέκνου της και απέρριψε εν τέλει την αίτησή της.

28      Στις 8 Μαΐου 2012, η Ε. Otero Ramos ζήτησε από την Dirección Provincial del Instituto Nacional de la Seguridad Social de A Coruña (περιφερειακή διεύθυνση του INSS της A Coruña, Ισπανία) να εκδώσει ιατρική βεβαίωση που να πιστοποιεί την ύπαρξη κινδύνου για τον θηλασμό του τέκνου της, προκειμένου να της χορηγηθεί επίδομα λόγω κινδύνου κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

29      Κατά την εξέταση της ως άνω αίτησης, η περιφερειακή διεύθυνση του INSS της A Coruña έλαβε υπόψη, αφενός, μια δήλωση του διευθυντή του τμήματος ανθρωπίνου δυναμικού του CHU στην οποία βεβαιωνόταν ότι η θέση εργασίας της E. Otero Ramos, δηλαδή η θέση της νοσηλεύτριας στο τμήμα επειγόντων περιστατικών, περιλαμβανόταν στον ανακεφαλαιωτικό κατάλογο των απαλλαγμένων από κινδύνους θέσεων εργασίας τον οποίο έχει καταρτίσει το CHU κατόπιν προηγούμενης διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Αφετέρου, έλαβε υπόψη την έκθεση ιατρού της υπηρεσίας προληπτικής ιατρικής και προλήψεως των επαγγελματικών κινδύνων, στην οποία βεβαιωνόταν ότι η E. Otero Ramos είχε υποβληθεί σε εξέταση και είχε κριθεί ικανή να ασκήσει τα καθήκοντα της θέσης εργασίας της.

30      Βάσει των ανωτέρω εγγράφων, το INSS έκρινε, με απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η θέση εργασίας της Ε. Otero Ramos ενείχε κινδύνους για τον θηλασμό του τέκνου της και, κατά συνέπεια, απέρριψε την αίτησή της.

31      Στις 11 Ιουλίου 2012, η Ε. Otero Ramos άσκησε προσφυγή κατά της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του Juzgado de lo Social No 2 de A Coruña (δεύτερου τμήματος του δικαστηρίου διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως της Α Coruña, Ισπανία) και υποστήριξε ότι η θέση εργασίας της εξέθετε σε κίνδυνο τον θηλασμό του τέκνου της. Προς στήριξη του ισχυρισμού της προσκόμισε επιστολή υπογεγραμμένη από την άμεση προϊσταμένη της, τουτέστιν της επικεφαλής του τμήματος επειγόντων περιστατικών του CHU, στην οποία αναφερόταν ουσιαστικά ότι η άσκηση καθηκόντων νοσηλεύτριας στη μονάδα αυτή ενείχε φυσικούς, χημικούς, βιολογικούς και ψυχοκοινωνικούς κινδύνους για τη γαλουχούσα εργαζομένη, καθώς και για το τέκνο της.

32      Με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2013, το προμνησθέν δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Ε. Otero Ramos με την αιτιολογία ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η θέση εργασίας της ενείχε τον προβαλλόμενο κίνδυνο. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι η ενώπιόν του υποβληθείσα διαφορά ήταν παρόμοια προς άλλες υποθέσεις στις οποίες τόσο το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) όσο και το αιτούν δικαστήριο, το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (Ανώτερο Δικαστήριο της Γαλικίας, Ισπανία) είχαν υιοθετήσει αυστηρή προσέγγιση σε σχέση με την εκτίμηση της απόδειξης σχετικού κινδύνου ενόψει της χορήγησης του επιδόματος, και ότι, εν προκειμένω, κανένα νέο στοιχείο δεν δικαιολογούσε τη μη εφαρμογή της εν λόγω προσέγγισης.

33      Η Ε. Otero Ramos άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

34      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ουσιαστικά κατά πόσον είναι δυνατόν να εφαρμοστούν οι κανόνες περί βάρους αποδείξεως του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/54 προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη κινδύνου κατά τον μητρικό θηλασμό, κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 3, του νόμου 31/1995, που μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/85.

35      Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι εν λόγω κανόνες τυγχάνουν εφαρμογής σε μια τέτοια περίπτωση, στο μέτρο που η προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/85 απαλλαγή από την εργασία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «όροι απασχόλησης και εργασίας», κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54. Η περίσταση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής, η διάκριση περιλαμβάνει οποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια της οδηγίας 92/85 συνηγορεί επίσης υπέρ της ερμηνείας αυτής.

36      Σε περίπτωση που το άρθρο 19 της οδηγίας 2006/54 τυγχάνει εφαρμογής σε μια υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται πώς πρέπει να εφαρμοστούν οι κανόνες αυτοί και, ιδίως, πώς πρέπει να επιμεριστεί το βάρος αποδείξεως μεταξύ των διάδικων. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον, αφενός, η έκθεση της άμεσης προϊσταμένης της εργαζομένης, στην οποία περιγράφονται οι κίνδυνοι για τον θηλασμό, αποτελεί ένδειξη από την οποία είναι δυνατόν να συναχθεί η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, και, αφετέρου, κατά πόσον ο καταρτισθείς από τον εργοδότη ανακεφαλαιωτικός κατάλογος των απαλλαγμένων από κίνδυνο θέσεων εργασίας, σε συνδυασμό με έκθεση της υπηρεσίας προλήψεως, με την οποία η εν λόγω εργαζομένη κρίνεται, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, ικανή προς εργασία, αρκούν προς απόδειξη του ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

37      Εφόσον υφίστανται ενδείξεις ικανές να τεκμηριώσουν τον προβαλλόμενο κίνδυνο, τίθεται επίσης το ερώτημα σε ποιον –στην γαλουχούσα εργαζομένη ή στον εργοδότη– εναπόκειται να αποδείξει ότι η προσαρμογή των συνθηκών ή του χρόνου εργασίας της πρώτης δεν είναι εφικτή ή ότι, παρά την εν λόγω προσαρμογή, οι συνθήκες της συγκεκριμένης θέσης εργασίας μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στην υγεία της ή στην υγεία του τέκνου της, κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 2, του νόμου 31/1995, το οποίο μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/85, καθώς και να αποδείξει ότι η αλλαγή θέσεως δεν είναι από τεχνική ή αντικειμενική άποψη εφικτή ή δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί για δικαιολογημένους λόγους, κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 3, του ανωτέρω νόμου, το οποίο μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5, παράγραφος 3, της προμνησθείσας οδηγίας.

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Superior de Justicia de Galicia (ανώτερο δικαστήριο της Γαλικίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχουν οι κανόνες σχετικά με το βάρος αποδείξεως του άρθρου 19 της [οδηγίας 2006/54] εφαρμογή στην περίπτωση κινδύνου κατά τη διάρκεια του μητρικού θηλασμού η οποία προβλέπεται στο άρθρο 26, παράγραφος 4, σε συνδυασμό με την παράγραφο 3, του [νόμου 31/1995], εφόσον ο κανόνας αυτός εσωτερικού δικαίου εκδόθηκε για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 5, παράγραφος 3, της [οδηγίας 92/85];

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι κίνδυνοι για τον μητρικό θηλασμό κατά την άσκηση του επαγγέλματος της νοσηλεύτριας στο τμήμα επειγόντων περιστατικών νοσοκομείου, οι οποίοι βεβαιώνονται με αιτιολογημένη έκθεση εκδιδόμενη από ιατρό που τυγχάνει ταυτοχρόνως προϊστάμενος του τμήματος επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου στο οποίο η εργαζομένη παρέχει τις υπηρεσίες της, συνιστούν πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/54;

3)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, μπορεί να θεωρηθεί, σε κάθε περίπτωση και χωρίς δυνατότητα αμφισβητήσεως, ως απόδειξη περί του ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 19, το γεγονός ότι η κατεχόμενη από την εργαζομένη θέση εργασίας περιλαμβάνεται σε εκείνες που χαρακτηρίζονται ως απαλλαγμένες από κινδύνους βάσει του καταλόγου θέσεων εργασίας που κατήρτισε η εργοδοσία κατόπιν διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, καθώς και το γεγονός ότι η υπηρεσία προληπτικής ιατρικής/προλήψεως εργασιακών κινδύνων του οικείου νοσοκομείου εξέδωσε κρίση περί ικανότητας προς εργασία, χωρίς στα εν λόγω έγγραφα να περιέχονται περαιτέρω διευκρινίσεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο συνήχθησαν τα συμπεράσματα αυτά;

4)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα και αρνητικής στο τρίτο ερώτημα, ποιος από τους διαδίκους –η εργαζόμενη προσφεύγουσα ή ο εργοδότης καθού– φέρει, κατά το άρθρο 19 της οδηγίας 2006/54, το βάρος να αποδείξει, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνων για τη μητέρα ή το θηλάζον νεογνό από την εκτέλεση της εργασίας, ότι η προσαρμογή των συνθηκών ή του χρόνου εργασίας δεν είναι εφικτή ή ότι, παρά την εν λόγω προσαρμογή, οι συνθήκες ορισμένης θέσης εργασίας μπορούν να επιδράσουν αρνητικά στην υγεία της εγκύου εργαζομένης ή του θηλάζοντος νεογνού (άρθρο 26, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4, του [νόμου 31/1995], το οποίο μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/85), και ότι η αλλαγή θέσης δεν είναι από τεχνικής ή αντικειμενικής απόψεως εφικτή ή δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί για δικαιολογημένους λόγους (άρθρο 26, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4, του [νόμου 31/1995], το οποίο μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/85);»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

39      Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, στο Δικαστήριο εναπόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Ειδικότερα, αποστολή του Δικαστηρίου είναι να ερμηνεύει όλες τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που έχουν ανάγκη τα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να αποφανθούν επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί, ακόμη και όταν οι διατάξεις αυτές δεν αναφέρονται ρητώς στα ερωτήματα που του υποβάλλουν τα δικαστήρια αυτά (αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Betriu Montull, C‑5/12, EU:C:2013:571, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 13ης Φεβρουαρίου 2014, TSN και YTN, C‑512/11 και C‑513/11, EU:C:2014:73, σκέψη 32).

40      Συνεπώς, μολονότι τυπικά το αιτούν δικαστήριο περιόρισε τα ερωτήματά του στην ερμηνεία του άρθρου 19 της οδηγίας 2006/54 και του άρθρου 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 92/85, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορεί να του είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, ασχέτως του αν το αιτούν δικαστήριο έχει κάνει σχετική μνεία κατά τη διατύπωση των ερωτημάτων του. Συναφώς, στο Δικαστήριο εναπόκειται να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του έχει παράσχει το εθνικό δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, τα στοιχεία εκείνα του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Betriu Montull, C‑5/12, EU:C:2013:571, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 13ης Φεβρουαρίου 2014, TSN και YTN, C‑512/11 και C‑513/11, EU:C:2014:73, σκέψη 33).

41      Εν προκειμένω, από τη διάταξη περί παραπομπής και από τη δικογραφία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η Ε. Otero Ramos αμφισβητεί, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, την αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της, στην οποία βασίζεται η απόφαση του INSS, καθόσον η εν λόγω αξιολόγηση δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85.

42      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, τα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να αναδιατυπωθούν υπό την έννοια ότι, με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 εφαρμόζεται σε μια περίπτωση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία μια εργαζομένη αμφισβητεί, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους μέλους, την αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της καθόσον αυτή δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85.

43      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, με το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, να διευκρινιστούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

44      Προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, όπως αυτό αναδιατυπώθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει, πρώτον, να υπομνησθούν οι απαιτήσεις τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, πρέπει να πληροί η αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας μιας γαλουχούσας εργαζομένης.

45      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 υποχρεώνει τον εργοδότη, είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω των υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης, να αξιολογήσει τη φύση, τον βαθμό και τη διάρκεια της έκθεσης των εργαζόμενων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας αυτής, στους παράγοντες, τις μεθόδους παραγωγής ή τις συνθήκες εργασίας, που περιλαμβάνονται στον μη εξαντλητικό κατάλογο του παραρτήματος Ι της εν λόγω οδηγίας, για οιαδήποτε δραστηριότητα ενδέχεται να ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο συναφώς. Η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιείται προκειμένου να εκτιμηθεί κάθε κίνδυνος που απειλεί την ασφάλεια ή την υγεία, καθώς και κάθε αντίκτυπος στην εγκυμοσύνη ή στη γαλουχία και προκειμένου να προσδιοριστούν τα ληπτέα μέτρα.

46      Για την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, έχουν ως στόχο να χρησιμεύσουν ως οδηγός για την προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 1, αξιολόγηση.

47      Από τις σελίδες 6 και 7 των κατευθυντήριων γραμμών προκύπτει ότι η αξιολόγηση των κινδύνων είναι μια «συστηματική εξέταση όλων των πτυχών της εργασίας» που περιλαμβάνει τουλάχιστον τρία στάδια.

48      Το πρώτο στάδιο συνίσταται στον προσδιορισμό των κινδύνων (φυσικοί, χημικοί και βιολογικοί παράγοντες, μέθοδοι παραγωγής, κινήσεις και θέσεις του σώματος, πνευματική και σωματική κόπωση, άλλες σωματικές και πνευματικές καταπονήσεις). Το δεύτερο στάδιο προβλέπει τον προσδιορισμό των κατηγοριών των εργαζομένων (έγκυοι, λεχώνες ή γαλουχούσες εργαζόμενες) που εκτίθενται σε έναν ή σε περισσότερους από τους ανωτέρω κινδύνους. Το τρίτο στάδιο, τουτέστιν η αξιολόγηση των κινδύνων τόσο από ποιοτική όσο και από ποσοτική άποψη, αντιπροσωπεύει «την πιο λεπτή φάση της διαδικασίας, διότι το άτομο που πραγματοποιεί την εκτίμηση πρέπει να είναι ικανό και να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις σχετικές πληροφορίες […] για την εφαρμογή των κατάλληλων μεθόδων, ώστε να είναι σε θέση να συμπεραίνει εάν ο παράγοντας κινδύνου που εντοπίζεται περικλείει ή όχι κατάσταση κινδύνου [για] τους εργαζομένους».

49      Στις σελίδες 11 και 12, οι κατευθυντήριες γραμμές διευκρινίζουν ότι «μπορεί να υπάρχουν διαφορετικοί κίνδυνοι, ανάλογα με το εάν οι εργαζόμενες είναι έγκυοι, λεχώνες ή γαλουχούν». Όσον αφορά ιδίως τις γαλουχούσες γυναίκες, οι εργοδότες πρέπει, καθόλη την περίοδο της γαλουχίας, να επανεξετάζουν τους κινδύνους σε τακτικά χρονικά διαστήματα, προκειμένου να αποφευχθεί ή να μειωθεί στο ελάχιστο δυνατόν η έκθεση των εργαζομένων αυτών σε κινδύνους που απειλούν την υγεία ή την ασφάλειά τους, μεταξύ άλλων, η έκθεση σε ορισμένες ουσίες όπως ο μόλυβδος, οι οργανικοί διαλύτες, τα φυτοφάρμακα και τα αντιμιτωτικά. Συγκεκριμένα, ορισμένες από τις ουσίες αυτές απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα και το παιδί θεωρείται ότι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο σε αυτές. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές διευκρινίζουν επίσης ότι, σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί να είναι απαραίτητη η επαγγελματική συμβουλή ειδικών της ιατρικής της εργασίας.

50      Επιπλέον, στις σελίδες 13 έως 35 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών περιέχονται δύο λεπτομερείς πίνακες. Ο πρώτος αφορά την αξιολόγηση των κινδύνων, των συναφών καταστάσεων και των γενικών παραγόντων κινδύνου που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι περισσότερες έγκυοι, λεχώνες ή γαλουχούσες εργαζόμενες γυναίκες. Στον δεύτερο, ο οποίος φέρει τον τίτλο «Ειδικοί παράγοντες κινδύνου», επισημαίνεται εισαγωγικώς ότι, δεδομένου ότι η εγκυμοσύνη είναι μια δυναμική κατάσταση με συνεχείς αλλαγές και εξελίξεις, οι ίδιες εργασιακές συνθήκες μπορεί να θέσουν διαφορετικά προβλήματα υγείας και ασφάλειας σε διαφορετικές γυναίκες στα διάφορα στάδια της εγκυμοσύνης, όπως και κατά την επάνοδο στην εργασία μετά τον τοκετό ή κατά τη γαλουχία. Ορισμένα από τα προβλήματα αυτά είναι προβλέψιμα και ισχύουν ως γενικός κανόνας, ενώ άλλα θα εξαρτώνται από ατομικούς παράγοντες και από το ιατρικό ιστορικό.

51      Επομένως, από τις κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει ότι, προκειμένου να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, η αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας μιας γαλουχούσας εργαζομένης πρέπει να περιλαμβάνει ειδικό έλεγχο που να λαμβάνει υπόψη την ατομική κατάσταση της συγκεκριμένης εργαζομένης ώστε να προσδιορίζεται κατά πόσον τόσο η δική της υγεία και ασφάλεια όσο και του τέκνου της είναι εκτεθειμένες σε κίνδυνο.

52      Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά τους δικαστικά συστήματα, ώστε, οσάκις ένα πρόσωπο κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και παρουσιάζει, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, να εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

53      Το άρθρο 19, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι προβλεπόμενοι στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου κανόνες που αντιστρέφουν το βάρος αποδείξεως εφαρμόζονται επίσης στις περιπτώσεις που καλύπτονται από την οδηγία 92/85, στο μέτρο που συντρέχει διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου.

54      Πρέπει επομένως να καθοριστεί κατά πόσον μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης συνιστά διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου κατά την έννοια της οδηγίας 2006/54.

55      Πρέπει να υπογραμμιστεί συναφώς ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54, η δυσμενής διάκριση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «οποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή άδειας μητρότητας κατά την έννοια της οδηγίας [92/85]».

56      Όπως ρητώς προβλέπει το άρθρο 1 της οδηγίας 92/85, στόχος της είναι η εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων.

57      Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, σκοπός των κανόνων του δικαίου της Ένωσης περί της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών στον τομέα των δικαιωμάτων των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων είναι η προστασία των τελευταίων πριν και μετά τον τοκετό (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2010, Danosa, C‑232/09, EU:C:2010:674, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

58      Επιπλέον, από τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85 προκύπτει ότι «η εύθραυστη υγεία της εγκύου, γαλουχούσας ή λεχώνας εργαζόμενης καθιστά αναγκαίο δικαίωμα άδειας μητρότητας τουλάχιστον 14 συναπτών εβδομάδων, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό, και υποχρεωτική άδεια μητρότητας τουλάχιστον δύο εβδομάδων, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό». Επομένως, η άδεια μητρότητας αποσκοπεί στην προστασία της εγκύου εργαζομένης, της λεχώνας εργαζομένης και της γαλουχούσας εργαζομένης.

59      Επομένως, εφόσον η κατάσταση της γαλουχούσας γυναίκας συνδέεται στενά με τη μητρότητα και, ιδίως, «με την εγκυμοσύνη ή την άδεια μητρότητας», οι γαλουχούσες εργαζόμενες πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας προστασίας της οποίας τυγχάνουν και οι έγκυοι ή οι λεχώνες εργαζόμενες.

60      Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση εργαζομένης εξαιτίας του ότι τελεί σε κατάσταση γαλουχίας πρέπει να θεωρείται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 και ότι συνιστά, ως εκ τούτου, άμεση δυσμενής διάκριση λόγω φύλου.

61      Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, όσον αφορά την προστασία της εγκυμοσύνης και της μητρότητας, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, προβλέποντας ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν διατάξεις με σκοπό τη διασφάλιση της προστασίας αυτής, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/54 αναγνωρίζει τη νομιμότητα, από την άποψη της αρχής της ίσης μεταχείρισης των φύλων, της προστασίας, αφενός, της βιολογικής κατάστασης της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά από αυτήν και, αφετέρου, των ειδικών σχέσεων μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της κατά το διάστημα μετά τον τοκετό (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, Roca Álvarez, C‑104/09, EU:C:2010:561, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

62      Όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 57 των προτάσεών της, οσάκις οι κίνδυνοι τους οποίους ενέχει η θέση εργασίας μιας γαλουχούσας εργαζομένης δεν αξιολογήθηκαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, η εργαζομένη και το τέκνο της στερούνται της προστασίας της οποίας θα έπρεπε να τύχουν βάσει της οδηγίας αυτής, καθότι εκτίθενται σε δυνητικούς κινδύνους, η ύπαρξη των οποίων δεν έχει διαπιστωθεί ορθώς κατά την αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της εργαζομένης. Ως προς τούτο, στη γαλουχούσα εργαζομένη δεν είναι δυνατόν να επιφυλάσσεται η ίδια μεταχείριση με κάθε άλλο εργαζόμενο, δεδομένου ότι η ειδική περίπτωσή της χρήζει συγκεκριμένης μεταχείρισης εκ μέρους του εργοδότη.

63      Κατά συνέπεια, η μη αξιολόγηση του κινδύνου τον οποίο ενέχει η θέση εργασίας μιας γαλουχούσας εργαζομένης σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 πρέπει να εκληφθεί ως λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας συνδεόμενη με την εγκυμοσύνη ή την άδεια μητρότητας, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, και συνιστά, όπως προκύπτει από τη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54.

64      Κατά το άρθρο 14 της οδηγίας 2006/54, η διακριτική αυτή μεταχείριση εμπίπτει στην προβλεπόμενη από την οδηγία αυτή απαγόρευση, στο μέτρο που αφορά τους όρους απασχόλησης και εργασίας της οικείας εργαζομένης, κατά την έννοια της παραγράφου 1, στοιχείο γʹ, του άρθρου αυτού. Πράγματι, από το άρθρο 5 της οδηγίας 92/85 προκύπτει ότι η διαπίστωση, μετά την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 της οδηγίας αυτής αξιολόγηση, κινδύνου για την ασφάλεια ή την υγεία της εργαζομένης ή αντικτύπου στη γαλουχία θα έχει ως συνέπειες την προσαρμογή των συνθηκών εργασίας ή/και του χρόνου εργασίας της, την αλλαγή θέσης ή ακόμη την απαλλαγή από την εργασία επί όλο το διάστημα που χρειάζεται για την προστασία της ασφάλειας ή της υγείας της.

65      Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία μια γαλουχούσα εργαζομένη αμφισβητεί, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους μέλους, την αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της, καθόσον αυτή δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85.

 Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος

66      Με το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, όπως αυτά αναδιατυπώθηκαν στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.

67      Πρέπει να διευκρινιστεί, συναφώς, ότι οι προβλεπόμενοι στη διάταξη αυτή κανόνες περί αποδείξεως δεν εφαρμόζονται κατά τον χρόνο που η οικεία εργαζομένη ζητεί προσαρμογή των όρων εργασίας της ή, όπως εν προκειμένω, οικονομικό επίδομα λόγω κινδύνου κατά τη διάρκεια του μητρικού θηλασμού, απαιτώντας να πραγματοποιηθεί η αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85. Οι εν λόγω κανόνες έχουν εφαρμογή μόνον σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν η εργαζομένη αμφισβητεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους μέλους την απόφαση σχετικά με την αξιολόγηση αυτή των κινδύνων.

68      Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54, στην εργαζομένη που κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση, έναντι αυτής, της αρχής της ίσης μεταχείρισης, εναπόκειται να αποδείξει, ενώπιον δικαστηρίου ή κάθε άλλης αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά ή τα στοιχεία από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Kelly, C‑104/10, EU:C:2011:506, σκέψη 29).

69      Σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, τούτο συνεπάγεται ότι η οικεία εργαζομένη πρέπει να επικαλεστεί, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ή κάθε άλλης αρμόδιας αρχής του συγκεκριμένου κράτους μέλους, πραγματικά γεγονότα ή αποδεικτικά στοιχεία ικανά να τεκμηριώσουν ότι η αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85 και ότι, ως εκ τούτου, η ίδια υπέστη διακριτική μεταχείριση.

70      Μόνον στην περίπτωση που η εργαζομένη έχει προβάλει τέτοια πραγματικά γεγονότα ή αποδεικτικά στοιχεία αντιστρέφεται το βάρος αποδείξεως και εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν παραβιάστηκε η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Kelly, C‑104/10, EU:C:2011:506, σκέψη 30).

71      Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσκομισθείσα από την Ε. Otero Ramos επιστολή που είναι υπογεγραμμένη από την άμεση προϊσταμένη της, τουτέστιν της επικεφαλής του τμήματος επειγόντων περιστατικών του CHU, φαίνεται να αναφέρει, με τεκμηριωμένο τρόπο, ότι η θέση εργασίας της τελευταίας ενέχει φυσικούς, χημικούς, βιολογικούς και ψυχοκοινωνικούς κινδύνους για τον θηλασμό και, επομένως, αντιφάσκει προφανώς προς το πόρισμα της αξιολόγησης των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της στο οποίο βασίζεται η απόφαση του INSS και το οποίο αμφισβητεί η εν λόγω εργαζομένη.

72      Πλην όμως, όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 46 και 47 των προτάσεών της, στα έγγραφα στα οποία βασίζεται η αξιολόγηση αυτή δεν διευκρινίζεται τεκμηριωμένα ο τρόπος με τον οποίο αντλήθηκαν τα συμπεράσματά τους.

73      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι, a priori, η προσκομισθείσα από την Ε. Otero Ramos επιστολή αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο ικανό να τεκμηριώσει ότι η αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της δεν περιελάμβανε ειδικό έλεγχο που να λαμβάνει υπόψη την ατομική της κατάσταση και ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 51 της παρούσας αποφάσεως, η αξιολόγηση αυτή δεν πληρούσε, ως εκ τούτου, τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85. Πάντως, στο αιτούν δικαστήριο –ως μοναδικό αρμόδιο να αξιολογήσει, σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, τα πραγματικά γεγονότα και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία– εναπόκειται να εξακριβώσει κατά πόσον συντρέχει πράγματι τέτοια περίπτωση.

74      Θα εναπόκειται, ως εκ τούτου, στους εναγομένους να αποδείξουν ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 της οδηγίας 92/85 αξιολόγηση των κινδύνων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της διάταξης αυτής, δεδομένου ότι έγγραφα όπως η δήλωση του εργοδότη σύμφωνα με την οποία μια θέση ταξινομείται ως «απαλλαγμένη κινδύνου», σε συνδυασμό με δήλωση κατά την οποία η οικεία εργαζομένη είναι «ικανή» προς εργασία, χωρίς διευκρινίσεις δυνάμενες να τεκμηριώσουν τα συμπεράσματα αυτά, δεν είναι δυνατόν, αυτά καθαυτά, να αποτελέσουν αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση. Άλλως, τόσο η προμνησθείσα διάταξη όσο και οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 19 της οδηγίας 2006/54 περί αποδείξεως κανόνες θα καθίσταντο άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.

75      Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι ίδιοι κανόνες περί αποδείξεως είναι εφαρμοστέοι στο πλαίσιο του άρθρου 5 της οδηγίας 92/85. Ειδικότερα, στο μέτρο που η γαλουχούσα εργαζομένη ζητεί απαλλαγή από την εργασία για όλη την περίοδο που είναι απαραίτητη για την προστασία της ασφάλειας ή της υγείας της και προσκομίζει στοιχεία δυνάμενα να καταδείξουν ότι τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού μέτρα προστασίας, δηλαδή η προσαρμογή των όρων εργασίας της οικείας εργαζομένης ή η αλλαγή θέσης, δεν ήταν εφικτά, στον εργοδότη εναπόκειται να αποδείξει ότι τα μέτρα αυτά ήταν τεχνικά ή αντικειμενικά δυνατά και μπορούσε ευλόγως να αξιωθεί η λήψη τους.

76      Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι στο δεύτερο, στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 έχει την έννοια ότι, σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην ενδιαφερόμενη εργαζομένη εναπόκειται να αποδείξει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία να δύναται να συναχθεί ότι η αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, ώστε να τεκμαίρεται επομένως η ύπαρξη άμεσης διάκρισης λόγω φύλου, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/54, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Ως εκ τούτου, στους εναγομένους θα εναπόκειται να αποδείξουν ότι η εν λόγω αξιολόγηση των κινδύνων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της διάταξης αυτής και ότι δεν υπήρξε επομένως παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων.

 Επί των δικαστικών εξόδων

77      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία μια γαλουχούσα εργαζομένη αμφισβητεί, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους μέλους, την αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της, καθόσον αυτή δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων.

2)      Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 έχει την έννοια ότι, σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην ενδιαφερόμενη εργαζομένη εναπόκειται να αποδείξει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία να δύναται να συναχθεί ότι η αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η θέση εργασίας της δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, ώστε να τεκμαίρεται επομένως η ύπαρξη άμεσης διάκρισης λόγω φύλου, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/54, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Ως εκ τούτου, στους εναγομένους θα εναπόκειται να αποδείξουν ότι η εν λόγω αξιολόγηση των κινδύνων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της διάταξης αυτής και ότι δεν υπήρξε επομένως παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων.