Έγγραφο με αρ. πρωτ.: 35870/661/07-08-2017

Περίληψη:

Περιστατικά ανωτέρας βίας, έννοια αυτής και απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής μισθού- Ανωτέρα βία υπάρχει όταν απρόβλεπτο και αναπότρεπτο είναι όχι μόνο το αφετήριο γεγονός, αλλά και η προκαλούμενη από αυτό ζημιά- Θα πρέπει από το περιστατικό της ανωτέρας βίας να προκαλείται ολική και διαρκής αδυναμία του εργοδότη για αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, ανεξάρτητα από την οικονομική του δυνατότητα- Το περιστατικό ανωτέρας βίας, για το οποίο ο εργοδότης διέκοψε τις εργασίες της επιχείρησής του, και εφόσον η διακοπή των εργασιών λόγω της ανώτερης βίας είναι οριστική και πλήρης, απαλλάσσει από την υποχρέωση αποζημίωσης των απολυόμενων χωρίς προειδοποίηση υπαλλήλων του ή ανάλογα αν ο εργοδότης είναι ασφαλισμένος κατά του περιστατικού αυτού μειώνει στα 2/3 τη σχετική υποχρέωσή του, δεν τον απαλλάσσει όμως από την υποχρέωσή του να καταγγείλει εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους, αλλιώς η απόλυσή τους είναι άκυρη, αφού η διακοπή των εργασιών της επιχειρήσεως, έστω και συνεπεία ανωτέρας βίας, δεν συνεπάγεται την αυτόματη λύση των συμβάσεων εργασίας- Αν η ανωτέρα βία προκαλεί περιορισμένη ή προσωρινή μόνο αδυναμία του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία των μισθωτών, ο εργοδότης απαλλάσσεται, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., μόνο από την πληρωμή μισθών υπερημερίας, υποχρεούται όμως να καταβάλει πλήρη αποζημίωση απολύσεως προκειμένου να καταγγείλει έγκυρα τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού του- Περίπτωση προσωρινής διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης και περίπτωση οριστικής διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης και εργοδοτικές υποχρεώσεις. Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου: Όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας  για το μετά την καταγγελία και έως τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως χρονικό διάστημα.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

«ΘΕΜΑ: Παροχή διευκρινήσεων.

(…) σας πληροφορούμε τα εξής:

Α) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ. όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 «Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 74): «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού».

Εξ αντιδιαστολής των ανωτέρω καθιερώνεται ο κανόνας, ότι, αν ο εργοδότης εμποδίζεται προσωρινώς ή οριστικώς να δεχθεί την εργασία του εργαζόμενου, από λόγους οφειλόμενους σε ανώτερη βία, αυτός δεν καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας και κατ' ακολουθίαν απαλλάσσεται από την υποχρέωση προς καταβολή του μισθού προς τον προσφέροντα την εργασία του μισθωτό.

Ανώτερη βία, με τη συνδρομή της οποίας ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενο κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., συνιστά κάθε απρόβλεπτο και τυχαίο γεγονός το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί και αν ακόμα κατεβάλετο το ανώτατο δυνατό μέτρο επιμέλειας, σύνεσης και πρόνοιας (Α.Π. 525/1978, Α.Π. 635/1978, Α.Π. 1043/1980, Ολ. Α.Π. 1738/1980, Α.Π. 680/1981, Εφ. Αθηνών 2984/1989, Εφ. Θεσσ. 1775/1994, Εφ. Θρ. 441/1999, Α.Π. 1331/2001, Εφ. Πειραιώς 833/2001, Εφ. Αθηνών 2392/2005, Α.Π. 868/2010, Α.Π. 171/2013, Μον. Εφετείο Δυτ. Στερεάς Ελλάδας 83/2014). Ανώτερη βία δεν συντρέχει στην περίπτωση που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα (Α.Π. 19/2004, Α.Π. 171/2013, Α.Π. 868/2010, Μον. Εφετείο Δυτ. Στερεάς Ελλάδας 83/2014).

Β) Σύμφωνα με το εδάφιο β΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2112/1920 «Περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων» (Α΄67), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 4558/1930 (Α΄ 124), «Υπάλληλος απολυόμενος ένεκα διακοπής της εργασίας, λόγω πυρκαϊάς ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας, καθ`ών τυγχάνει ησφαλισμένος ο εργοδότης, δικαιούται εις τα 2/3 της κατά το άρθρον 3 εδάφιον πρώτον αποζημιώσεως». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, εάν ο υπάλληλος απολυθεί λόγω διακοπής της εργασίας εξ’ αιτίας περιστατικού ανωτέρας βίας και ο εργοδότης είναι ασφαλισμένος κατά του περιστατικού αυτού, τότε οφείλονται τα 2/3 της αποζημίωσης του ν. 2112/1920, όπως ισχύει (Εφ. Πατρών 8/2001, Εφ. Θεσσ. 2197/2001). Στην αντίθετη περίπτωση που ο εργοδότης δεν είναι ασφαλισμένος για το περιστατικό της ανωτέρας βίας που προκάλεσε τη διακοπή της εργασίας, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον υπάλληλο που απολύθηκε για το λόγο αυτό (Εφ. Αθηνών 2392/2005, Α.Π. 1331/2002, Εφ. Αθηνών 5047/1985, Ολ. Α.Π. 1738/1980, Α.Π. 1340/1979, Α.Π. 525/1978).

Γεγονός ανωτέρας βίας, το οποίο μπορεί να προκαλέσει τη διακοπή λειτουργίας της εργοδοτικής επιχειρήσεως κατά την ανωτέρω έννοια, αποτελεί και η αιφνίδια βαρειά ασθένεια του εργοδότη, όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την οριστική και ολική διακοπή της λειτουργίας της επιχειρήσεως, διότι η άσκησή της συνδέεται άμεσα με το πρόσωπο του εργοδότη και δεν μπορεί να συνεχισθεί χωρίς την προσωπική του εργασία (Α.Π. 1331/2002). Θα πρέπει από το περιστατικό της ανωτέρας βίας να προκαλείται ολική και διαρκής αδυναμία του εργοδότη για αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, ανεξάρτητα από την οικονομική του δυνατότητα. Και τούτο είτε γιατί εκλείπει το αντικείμενο της εργασίας είτε γιατί ανατράπηκαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την παροχή της. Τέτοιο γεγονός ανωτέρας βίας αποτελεί και η διά νόμου απαγόρευση του αντικειμένου δραστηριότητας της επιχειρήσεως του εργοδότη, το οποίο μέχρι τότε εθεωρείτο νόμιμο. Περίπτωση μη άκυρης απόλυσης χωρίς καταβολή αποζημίωσης στον εργαζόμενο επιχείρησης που έπαυσε ουσιαστικά η λειτουργία της, η οποία συνίστατο στην εμπορία, εγκατάσταση, συντήρηση και εκμετάλλευση ηλεκτρονικών παιχνιδιών, δεδομένου ότι, μετά από νομοθετική ρύθμιση, η επιχείρηση διέκοψε οριστικά τις εργασίες της και ως εκ τούτου ο εργοδότης περιήλθε σε διαρκή και ολική αδυναμία για αποδοχή της εργασίας του εργαζόμενου (Εφ. Αθηνών 2392/2005). Επίσης, περιστατικό ανωτέρας βίας έχει κριθεί ότι συνιστά η διακοπή λειτουργίας επιχείρησης (κλινικής) λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της (Ολ. Α.Π. 1738/1980, Εφ. Αθηνών 6725/1973), όχι όμως όταν η ανάκληση της άδειας οφείλεται σε παράβαση των στοιχειωδών προϋποθέσεων για τη συνέχιση της λειτουργίας της (Α.Π. 267/1976, Μον. Εφετείο Δυτ. Στερεάς Ελλάδας 83/2014).

Το περιστατικό ανωτέρας βίας, για το οποίο ο εργοδότης διέκοψε τις εργασίες της επιχείρησής του, τον απαλλάσσει από την υποχρέωση αποζημίωσης των απολυόμενων χωρίς προειδοποίηση υπαλλήλων του ή ανάλογα μειώνει στα 2/3 τη σχετική υποχρέωσή του, δεν τον απαλλάσσει όμως από την υποχρέωσή του να καταγγείλει εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους, αλλιώς η απόλυσή τους είναι άκυρη (παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3198/55 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων» (Α΄ 98)), αφού η διακοπή των εργασιών της επιχειρήσεως, έστω και από ανώτερη βία, δεν συνεπάγεται την αυτόματη λύση των συμβάσεων εργασίας (Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο τομ. ΙΙ (1994) σελ. 1196-1199, Ολ. Α.Π. 1738/1980, Εφ. Πειραιώς 833/2001, Εφ. Θεσσ. 2197/2001, Εφ. Πατρών 8/2001). Στο έγγραφο της καταγγελίας πρέπει να αναφέρεται ότι αιτία της απόλυσης είναι η διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης λόγω περιστατικού ανωτέρας βίας (Μον. Εφετείο Δυτ. Στερεάς Ελλάδας 83/2014).

Από τη νομολογία των δικαστηρίων προκύπτει ότι η διακοπή των εργασιών λόγω της ανώτερης βίας πρέπει να είναι οριστική και πλήρης, δηλαδή να προκαλείται διαρκής και ολική αδυναμία λειτουργίας της επιχειρήσεως και συνεχίσεως των εργασιακών σχέσεων (Μον. Εφετείο Δυτ. Στερεάς Ελλάδας 83/2014, Εφ. Αθηνών 2392/2005, Α.Π. 1331/2002, Εφ. Αθηνών 5047/1985, Ολ. Α.Π. 1738/1980, Α.Π. 1340/1979, Α.Π. 525/1978), διαφορετικά, αν η ανώτερη βία προκαλεί περιορισμένη ή προσωρινή μόνο αδυναμία του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία των μισθωτών, ο εργοδότης απαλλάσσεται, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., μόνο από την πληρωμή μισθών υπερημερίας, υποχρεούται όμως να καταβάλει πλήρη αποζημίωση απολύσεως προκειμένου να καταγγείλει έγκυρα τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού του (Κουκιάδης, ΕΕργΔ (1985) σελ. 500, Εφ. Πειραιώς 833/2001). Η διακοπή των εργασιών της επιχειρήσεως οφείλεται σε ανώτερη βία, όταν έχει ως αίτιο γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο που δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα ιδιαίτερης επιμέλειας και συνέσεως του εργοδότη. Αξιολογείται έτσι σε κάθε περίπτωση, δηλαδή είτε κατά την αντικειμενική είτε κατά την υποκειμενική θεωρία για την ανώτερη βία, η συμπεριφορά του εργοδότη, με συνέπεια να αποκλείεται κατά κανόνα η ύπαρξη ανώτερης βίας, όταν στη διακοπή των εργασιών της επιχειρήσεώς του συνετέλεσε και αυτός με πράξη ή παράλειψή του αντίθετη σε νόμιμη ή συμβατική υποχρέωσή του ή προς τις αρχές της καλής πίστεως. Άλλωστε γενικότερα ανώτερη βία υπάρχει όταν απρόβλεπτο και αναπότρεπτο είναι όχι μόνο το αφετήριο γεγονός, αλλά και η προκαλούμενη από αυτό ζημιά (Εφ. Πειραιώς 833/2001). Με την έννοια αυτή, ναι μεν ο σεισμός και οι προκαλούμενες από αυτόν ζημιές στο ακίνητο της επιχειρήσεως είναι αναπότρεπτα γεγονότα, η διακοπή όμως για το λόγο αυτό των εργασιών της επιχειρήσεως μπορεί να αποδοθεί σε ανώτερη βία μόνο εάν υπάρχει πραγματική αδυναμία σύντομης επισκευής του ακινήτου ή μεταστεγάσεως της επιχειρήσης σε άλλο ακίνητο (Εφ. Πειραιώς 833/2001).

Επίσης, έχει κριθεί ότι η μη καταβολή από την υπόχρεη επιχείρηση των 2/3 της οφειλόμενης αποζημίωσης στους απολυόμενους εργαζομένους της, διότι η ασφαλιστική εταιρία στην οποία ήταν ασφαλισμένη κατά των περιστατικών ανωτέρας βίας που προκάλεσαν την διάλυσή της, δεν της κατέβαλε το οφειλόμενο σχετικώς ασφάλισμα, δεν αίρει την έναντι των εργαζομένων της υπερημερία, διότι ο νόμος προϋποθέτει, για την ενεργοποίηση της υποχρέωσής της προς καταβολή των 2/3 της ανωτέρω αποζημιώσεως απολύσεως, μόνο την ασφάλισή της κατά των περιστατικών ανωτέρω βίας, όχι δε και την καταβολή του σχετικού ασφαλίσματος (Εφ. Θεσσ. 2197/2001).

Γ) Από τα ανωτέρα εκτεθέντα προκύπτει ότι σε περίπτωση περιστατικού ανωτέρας βίας όπου είναι δυνατόν να επέλθει είτε προσωρινή είτε οριστική διακοπή της λειτουργίας μιας επιχείρησης:

Ι) Περίπτωση προσωρινής διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης: Εφ’ όσον η λειτουργία της επιχείρησης παύσει προσωρινώς και για μικρό χρονικό διάστημα, ο εργοδότης, κατά το διάστημα αυτό, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποδοχών στον εργαζόμενο. Η διάρκεια του προσωρινού ή μικρού χρονικού διαστήματος καθορίζεται κατά δικαία κρίση, βάσει των αρχών της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (άρθρα 200, 288 και 281 Α.Κ.). Από το χρονικό σημείο επαναλειτουργίας της επιχείρησης και μετά, ο εργοδότης υποχρεούται να αποδέχεται τις πραγματικές και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζόμενου, διαφορετικά περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας και υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών στον εργαζόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 656 Α.Κ.

ΙΙ) Περίπτωση οριστικής διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης: Εφ’ όσον η λειτουργία της επιχείρησης παύσει οριστικώς και πλήρως και εφ’ όσον ο εργοδότης αποφασίσει να προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, δεδομένου ότι η διακοπή των εργασιών της επιχειρήσης, έστω και από ανώτερη βία, δεν συνεπάγεται την αυτόματη λύση των συμβάσεων εργασίας, όπως αναφέρθηκε και στο σημείο Β του παρόντος, τότε υποχρεούται να καταγγείλει εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας και να καταβάλει στους απολυόμενους εργαζόμενους τα 2/3 της νόμιμης αποζημίωσης, όταν είναι ασφαλισμένος έναντι του περιστατικού ανωτέρας βίας. Απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον απολυόμενο εργαζόμενο μόνο εφ’ όσον δεν τυγχάνει ασφαλισμένος έναντι του περιστατικού ανωτέρας βίας, δεν απαλλάσσεται όμως και από την υποχρέωση της τήρησης του έγγραφου τύπου της καταγγελίας.

Δ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 του Αστικού Κώδικα, και της παρ. 3 του άρθρου 9 του Ν. 3198/55 (Α΄ 98) προκύπτει ότι, σύμβαση μισθώσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας, η οποία έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα τη βεβαιότητα ότι θα διαρκέσει μέχρι ορισμένου σημείου από του οποίου και θα λήξει αυτομάτως, είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται και καθορίζεται εκ των προτέρων κατά την κατάρτισή της είτε ρητώς είτε σιωπηρώς και κατά τρόπο αντικειμενικό, σαφή, ακριβή και αναμφισβήτητο η διάρκεια αυτής, με αναφορά σε ορισμένο χρονικό σημείο ή στην επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή στην εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως ή όταν η διάρκειά της υπαγορεύεται από αποχρώντα λόγο αναφερόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης ή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασίας (Α.Π. 936/2004, 971/2000, 1089/1993, 346/1997, 742/1992, 905/1992, 169/1991, Εφ. Δωδ. 24/2005, Εφ. Πατρών 505/2004, Εφ. Αθ. 7075/95, Πρωτ. Αθ. 3082/97, Μ.Π.Θ. 26308/1997 κ.λ.π.).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 669 παρ. 1 Α.Κ., οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου λύονται αυτοδικαίως με την πάροδο του χρόνου ή την περάτωση του έργου για το οποίο συνομολογήθηκαν χωρίς οποιαδήποτε περί αυτού δήλωση βουλήσεως του ετέρου των μερών και χωρίς καταβολή αποζημιώσεως. Μέχρι την επέλευση του συμφωνηθέντος χρονικού σημείου τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται για όλο το χρόνο που είχαν προβλέψει. Κατ΄ εξαίρεση μπορούν να αποδεσμευτούν και να λυθεί η σχέση τους με καταγγελία, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 672 Α.Κ., όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, ενώ το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα - ακόμη και μεμονωμένα - τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης. Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν (Α.Π. 57/2015, Α.Π. 359/2010, Α.Π. 62/2009). Επίσης, ο σπουδαίος λόγος δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη υπαιτιότητα στο πρόσωπο εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία (Ολ. Α.Π. 10/1995, Α.Π. 255/2006, Α.Π. 703/2006). Κατά δε το άρθρο 673 Α.Κ. «αν ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο έγινε η καταγγελία συνίσταται ή οφείλεται σε αθέτηση της σύμβασης, εκείνος που την αθέτησε έχει υποχρέωση σε αποζημίωση». Όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (Α.Π. 583/2009, Α.Π. 62/2009, Εφ. Αθηνών 4330/2006, Εφ. Πειραιώς 644/2002) για το μετά την καταγγελία και έως τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως χρονικό διάστημα (άρθρα 672, 673, 3, 174, 180, 349, 350, 655, 656, 361, 648, 649 Α.Κ.).

Κατόπιν των ανωτέρω έχουμε την άποψη ότι το θέμα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σύμφωνα με το προεκτεθέν νομικό και νομολογιακό πλαίσιο. Ωστόσο σε περίπτωση αμφισβήτησης, αρμόδια να κρίνουν είναι τα δικαστήρια.»