Άρειος Πάγος 537/2017: Μειωμένη αποζημίωση αποχωρούντος με προϋποθέσεις πλήρους συντάξεως

Περίληψη:

Η διάταξη του άρθρου 8 εδ. β’ του Ν. 3198/55 εξισορροπεί τα συμφέροντα εργοδότη και εργαζομένου με την πρόβλεψη υποχρεώσεως και αντιστοίχως δικαιώματος καταβολής ή λήψεως μειωμένης αποζημιώσεως και αποβλέπει στην ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και την δημιουργία θέσεων εργασίας – Προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως είναι η κατά τον χρόνο της αποχωρήσεως του μισθωτού συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδοτήσεως είτε βάσει πραγματικού χρόνου ασφαλίσεως είτε με την δυνατότητα συνυπολογισμού και πλασματικού χρόνου ασφαλίσεως – Η συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψεως πλήρους συντάξεως ελέγχεται από τον οικείο Ασφαλιστικό Οργανισμό, ο οποίος εκδίδει και την απόφαση συνταξιοδοτήσεως – Ο αποχωρών μισθωτός δεν απαιτείται να δηλώσει τον λόγο αποχωρήσεως, εκτός αν ζητάει την καταβολή της μειωμένης αποζημιώσεως, οπότε πρέπει να αποδείξει στον εργοδότη ότι συμπλήρωσε τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος.

Αρείου Πάγου 537/2017 - Τμ. Β1

Πρόεδρος: ΕΥΦΗΜΙΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ

Εισηγητής: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β’ του Ν. 3198/55 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων» (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/76), σε συνδυασμό με αυτές του εδ. α’ του ίδιου άρθρου, οι μισθωτοί που παρέχουν εξαρτημένη εργασία με σύμβαση ή σχέση αόριστης διάρκειας και υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφ’ όσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία εκ μέρους του εργοδότη τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη. Η διάταξη αυτή εξισορροπεί τα συμφέροντα εργοδότη και εργαζόμενου, διότι παρέχει υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα σε μειωμένη αποζημίωση (αντί της πλήρους, εάν την πρωτοβουλία της λύσεως της συμβάσεως εργασίας είχε ο εργοδότης ή της απώλειας του σχετικού δικαιώματος, εάν την πρωτοβουλία είχε ο εργαζόμενος) και αποβλέπει, ταυτόχρονα, στην ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και στη δημιουργία κενών θέσεων εργασίας. Ως εκ τούτου, σύμφωνα προς το σκοπό της διατάξεως, πρέπει να γίνει και η ερμηνεία της. Όπως από το γράμμα της διάταξης προκύπτει, βασική προϋπόθεση για τη λύση της σύμβασης με μειωμένη αποζημίωση συνιστά η συμπλήρωση των όρων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος από τον Οργανισμό στον οποίο ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος. Η συμπλήρωση των όρων αυτών ελέγχεται από τον οικείο Ασφαλιστικό Οργανισμό, ο οποίος μετά ταύτα εκδίδει την απόφαση συνταξιοδότησης. Κατά συνέπεια, κρίσιμο στοιχείο του πραγματικού του κανόνα δικαίου είναι η διαπίστωση ότι ο εργαζόμενος, μετά την αποχώρησή του και χωρίς να μετέλθει νέα απασχόληση σε άλλο εργοδότη, πέτυχε να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος. Το εάν έλαβε την πλήρη σύνταξη μόνο με τις πραγματικές ημέρες ασφάλισης ή εάν αυτό κατέστη εφικτό με το συνυπολογισμό πλασματικού χρόνου, τον οποίο δικαιούτο νομίμως να προσμετρήσει, είναι αδιάφορο. Αρκεί το ότι κατά την αποχώρησή του είχε ήδη συμπληρώσει πραγματικά ή είχε τη δυνατότητα να συμπληρώσει πλασματικά τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, την οποία τελικώς πέτυχε να λάβει με την έκδοση της σχετικής πράξης του οικείου Ασφαλιστικού Οργανισμού. Τέλος, λόγω του ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι πάντοτε αναιτιώδης, ο εργαζόμενος, όταν εκδηλώνει τη βούλησή του να αποχωρήσει, δεν είναι αναγκαίο να δηλώσει ότι το κάνει για να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος. Η διευκρίνιση αυτή είναι αναγκαία μόνον όταν ζητήσει την καταβολή της μειωμένης αποζημίωσης, οπότε και θα πρέπει να αποδείξει στον εργοδότη ότι με τις ως άνω προϋποθέσεις επέτυχε τη χορήγηση πλήρους συντάξεως.

2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς το ζήτημα της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, εκεί εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος να λάβει την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β’ του Ν. 3198/55: Ότι ο ενάγων εργαζόταν από το έτος 1987 σε ναυτιλιακό πρακτορείο συμφερόντων του Α. Κ.. Ότι κατά το έτος 2002 διασπάσθηκε η επιχείρηση εκείνη και δημιουργήθηκε η εναγομένη, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, συμφερόντων και πάλι του Α. Κ.. Ότι ο ενάγων την 1-7-2002 προσλήφθηκε από την εναγομένη, στην οποία συνέχισε να προσφέρει εξαρτημένη εργασία ως υπάλληλος γραφείου, με σύμβαση αορίστου χρόνου. Ότι ο ίδιος την 29-2-2012 ανήγγειλε στην εναγομένη ότι αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία, χωρίς να αναφέρει το λόγο αποχώρησης. Ότι κατά την ημέρα εκείνη ο ενάγων είχε συμπληρώσει 9.702 ημέρες πραγματικής ασφάλισης, αλλά όχι τις 10.800 ημέρες που συνιστούσαν προϋπόθεση για να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος. Ότι την ίδια μέρα, ο ενάγων υπέβαλε αίτηση προς το ΙΚΑ για την αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης. Ότι, τελικώς, εκδόθηκε η από 28-2-2013 απόφαση του αρμόδιου διευθυντή του ΙΚΑ με την οποία αναγνωρίσθηκε πλασματικός χρόνος ασφάλισης, διαπιστώθηκε ότι με το χρόνο αυτό ο ενάγων συγκεντρώνει συνολικά 10.800 ημέρες ασφάλισης και απονεμήθηκε σ’ αυτόν πλήρης σύνταξη γήρατος, διότι παράλληλα είχε ηλικία 58 ετών. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι κατά την ημέρα της οικειοθελούς αποχώρησης ο ενάγων αφ’ ενός μεν παρέλειψε να δηλώσει ότι λύει τη σύμβαση εργασίας για να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος και αφ’ ετέρου δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για το σκοπό αυτό. Με αυτή την αιτιολογία, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 4395/13 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς το κεφάλαιο για την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β’ του Ν. 3198/55. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις που αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσας (βλ. παραπάνω, αρ. 1), διότι για την ευδοκίμηση της εν λόγω αξίωσης του ενάγοντος δεν ήταν αναγκαίο α) να έχει δηλωθεί κατά το χρόνο της αποχώρησης ότι αυτή επέρχεται προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος και β) να έχουν ήδη συμπληρωθεί οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος με πραγματικό χρόνο ασφάλισης, αφού αυτό μπορούσε να επέλθει αμέσως μετά, με την προσμέτρηση πλασματικού χρόνου, όπως και πράγματι συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

3. Περαιτέρω, όπως και πάλι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς το ζήτημα της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος να λάβει αποζημίωση λόγω του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η εναγομένη παρέλειψε να χορηγήσει προς αυτόν τη νόμιμη άδεια ετήσιας ανάπαυσης κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως 2011: Ότι καθ’ όλη τη μακρά διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση της εναγομένης εταιρίας «χωρίς προβλήματα, σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, υπό καλές συνθήκες εργασίας, με αλληλοκατανόηση και συνεννόηση, γι’ αυτό και δεν ετηρείτο το σχετικό βιβλίο αδειών». Ότι, παρά ταύτα, ο ενάγων λάμβανε κανονικά την ετήσια άδεια αναπαύσεως, όπως και το μισθό του, όλα τα προβλεπόμενα από το νόμο επιδόματα και, επί πλέον, κάποιο «μπόνους», όταν υπήρχαν κέρδη. Ότι για όλα αυτά η εναγομένη κατέβαλλε πάντοτε τις προσήκουσες ασφαλιστικές εισφορές, με συνέπεια ουδέποτε ο ενάγων να διατυπώσει κάποιο παράπονο. Και ότι η κρίση αυτή στηρίζεται προεχόντως στην κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, χωρίς το Εφετείο να πείθεται περί του αντιθέτου από την κατάθεση της συζύγου του ενάγοντος, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπέρ αυτού ή από τη μη τήρηση βιβλίου αδειών στην επιχείρηση. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσία αβάσιμη για την αξίωση αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης της νόμιμης άδειας ετήσιας ανάπαυσης κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως 2011. Με αυτά που δέχθηκε, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, συνοπτικά μεν αλλά με επάρκεια, την κατά νόμο αιτιολογία και ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 11 και 16, αληθώς αυτή του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο πλήττονται συγκαλυμμένα, πλην όμως απαράδεκτα, οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο για την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β’ του Ν. 3198/55 και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).