Άρειος Πάγος 326/2017: Παροχή πρόσθετης εργασίας, συναφούς με την αρχικώς συμφωνηθείσα

Περίληψη:

Ναυτικός, εργαζόμενος στο μαγειρείο πλοίου ως αρχιμάγειρας. Ορθή η κρίση ότι ο τεμαχισμός κρεάτων σε μικρότερα κομμάτια αποτελεί απαραίτητη προπαρασκευαστική εργασία για να ετοιμασθούν τα φαγητά που το περιέχουν, επομένως η εργασία αυτή είναι συναφής με τα κύρια καθήκοντά του. Λύση εργασίας ναυτικού. Μόνο εάν η λύση της συμβάσεως προήλθε εξ υπαιτιότητας ή βουλήσεως του ιδίου του ναυτικού, δεν δικαιούται αυτός πλήρους μισθού, ενώ αν επέλθει προ τη παρελεύσεως μηνός, με αμοιβαία συναίνεση, δικαιούται πλήρη μισθό, αφού η απόλυση αυτού δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα ή στην αποκλειστική βούληση του. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 37/2014 ΜονΕφΚρήτης).

Άρειος Πάγος 326/2017

Β2` Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων η παροχή από τον μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής προς την αρχικώς συμφωνηθείσα, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου, και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνον με μισθό, οφείλεται ο συμφωνηθείς για την πρόσθετη αυτή εργασία μισθός, ενώ εάν δεν καθορισθεί συγχρόνως ο πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή εκείνον που θα καταβαλλόταν σε άλλον μισθωτό που θα παρείχε την ίδια εργασία, υπό τις ίδιες γενικές συνθήκες, εκτός και αν συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η μη καταβολή πρόσθετου μισθού και η από το μισθό της κύριας απασχολήσεως κάλυψή του (ολ ΑΠ 861/1984, ΑΠ 814/2014, 919/2013, 18/2011, 431/2009). Όταν όμως η πρόσθετη εργασία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι συναφής προς την αρχικώς συμφωνηθείσα, δεν οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή γι’ αυτήν, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία (ΑΠ 974/1991, 1999/1990). Συναφείς, με την αρχικά συμφωνηθείσα, εργασίες, για τις οποίες δεν οφείλεται πρόσθετη αμοιβή, θεωρούνται εκείνες που είναι αναποσπάστως συνδεδεμένες από τη φύση τους ή από το χρόνο και τον τόπο στον οποίο παρέχονται με τα κύρια καθήκοντα του μισθωτού (ΑΠ 118/1997,1809/1983), είναι δηλαδή οι εργασίες που έχουν προπαρασκευαστικό, συμπληρωματικό ή παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την αρχικά συμφωνηθείσα κύρια εργασία ή και εκείνες που προσφέρονται παρεμπιπτόντως, χωρίς να επηρεάζουν ή να αλλοιώνουν ουσιαστικώς με άλλο τρόπο το χαρακτήρα της κύριας απασχόλησης του εργαζομένου στο σύνολό της. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 53 του ΚΙΝΔ, συνάγεται ότι η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης στο μέτρο που δεν περιορίζεται από κανόνες δημόσιας τάξεως ισχύει και στο πεδίο της ναυτικής εργασίας. Γι’ αυτό μπορεί με τη σύμβαση ναυτολόγησης να συνομολογηθεί έγκυρα, ότι ο ναυτικός θα παρέχει μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια περισσότερες από μία εργασίες, για τις οποίες αν είναι αυτοτελείς και διαφορετικές η μία από την άλλη, δικαιούται να λαμβάνει, κατ’ ελάχιστον όριο, πλήρεις αποδοχές που είναι νόμιμα καθορισμένες για τη κάθε μία από τις απασχολήσεις αυτές. Αν η απασχόληση του ναυτικού είναι μειωμένη σε κάποια από τις παραπάνω εργασίες επιτρέπεται να γίνει ανάλογη ελάττωση του αντιστοίχου μισθού, μόνο όταν η μειωμένη αυτή απασχόληση οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε ρητή ή σιωπηρή συμφωνία, η οποία έχει διαλάβει τη λεγόμενη ρήτρα υποαπασχόλησης, που επιφέρει την αντίστοιχη μείωση της αντιπαροχής του εργοδότη (ΑΠ 1701/2006). Περαιτέρω με το β.δ. 683/1960 εγκρίθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός εσωτερικής υπηρεσίας επί ελληνικών επιβατηγών πλοίων χωρητικότητος ανώτερης των 500 κόρων, με τον οποίο καθορίζονται η ιεραρχία και τα καθήκοντα του προσωπικού των εν λόγω πλοίων, ώστε να διεξάγεται η εργασία σ` αυτά με ευρυθμία, τάξη και ασφάλεια προς το σκοπό εκπληρώσεως της αποστολής τους ως μέσων της διά θαλάσσης μεταφοράς επιβατών. Με το άρθρο 3 του βασιλικού αυτού διατάγματος καθορίζεται η ιεραρχία και η διαίρεση του πληρώματος σε κλάδους. Στο προσωπικό γενικών καθηκόντων εντάσσεται το προσωπικό που απασχολείται στις υπηρεσίες μαγειρείου. Σ` αυτό περιλαμβάνονται: 1) ο αρχιμάγειρος, 2) οι μάγειροι, 3) οι ζαχαροπλάστες-αρτοποιοί, 4) οι σφαγείς και 5) οι χυτροκαθαριστές. Με τα άρθρα 121-124,126 και 127 καθορίζονται τα καθήκοντα του αρχιμάγειρα, των μαγείρων των χυτροκαθαριστών και των σφαγέων. Ειδικότερα ο αρχιμάγειρος προΐσταται των υπηρεσιών του μαγειρείου και του κατωτέρου προσωπικού αυτού (άρθρο 121). Μεταξύ άλλων αυτός... ευθύνεται για την έγκαιρη παρασκευή αγνών και εύγευστων εδεσμάτων του προσωπικού του πλοίου και των επιβατών, σύμφωνα με τους κανόνες της μαγειρικής τέχνης και το εδεσματολόγιο..., παρακολουθεί την εργασία των μαγείρων, παρέχει εις αυτούς οδηγίες και εποπτεύει της διανομής κατά την ώρα του φαγητού εις τρόπον ώστε οι μερίδες να είναι κανονικές και σύμφωνες προς το εδεσματολόγιο ή τις παραγγελίες, ώστε να μη δημιουργούνται δυσχέρειες και παράπονα, εκ μέρους του πληρώματος του πλοίου και των επιβατών... (άρθρο 122). Οι μάγειροι τελούν υπό τις άμεσες διαταγές και τον έλεγχο του αρχιμαγείρου προϊσταμένου και βοηθούν αυτόν στην εκτέλεση των καθηκόντων του (άρθρο 123). Ειδικότερα, μεταξύ άλλων... επιμελούνται, βοηθούμενοι υπό των χυτροκαθαριστών, της μεταφοράς των τροφίμων εκ των τροφαποθηκών και των ψυγείων στο μαγειρείο, του καθαρισμού των τροφίμων και της παρασκευής των εδεσμάτων κατά τις οδηγίες και υπό την επίβλεψη του αρχιμαγείρου προϊσταμένου (άρθρο124). Οι χυτροκαθαριστές, μεταξύ άλλων ... βοηθούν τους μαγείρους, στα ειδικά καθήκοντά τους, ασχολούμενοι με τη μεταφορά των τροφίμων εκ των τροφαποθηκών και ψυγείων στο μαγειρείο, τον καθαρισμό αυτών και εν γένει σε κάθε βοηθητική εργασία ειδικότητος μαγειρείου που τους αναθέτει ο αρχιμάγειρος (άρθρο 126). Τέλος οι σφαγείς τελούν υπό τις άμεσες διαταγές και τον έλεγχο του αρχιμαγείρου προϊσταμένου και επιμελούνται της συντηρήσεως και της μεταφοράς εκ των ψυκτικών θαλάμων των κρεάτων στο μαγειρείο ως και του τεμαχισμού αυτών. Οσάκις δεν υπάρχουν σφαγείς τα καθήκοντά τους εκτελούν μάγειροι και χυτροκαθαρισταί οριζόμενοι από τον αρχιμάγειρα (άρθρο 127). Οι τελευταίοι για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών, που θεωρούνται συναφή με τα κύρια καθήκοντά τους δεν δικαιούται να λάβουν ιδιαίτερη αμοιβή. Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α` και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του εφαρμοσθέντος ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: Ο ενάγων, ναυτικός, κατάρτισε διαδοχικά με την εναγομένη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ........................." και έδρα τα …, από τις 7.6.2006 έως και 28.1.2007, από τις 19.3.2007 έως και 21.3.2008, από τις 7.4.2008 έως και τις 4.8.2008 και τέλος από τις 25.8.2008 έως και τις 3.10.2008 έγκυρες συμβάσεις ναυτικής εργασίας και προσέφερε προσηκόντως σε αυτή την εργασία του ως αρχιμάγειρας είτε στο πλοίο "...", είτε στο πλοίο "..." τα οποία εκμεταλλευόταν η εργοδότριά του. Ο ενάγων απασχολείτο καθημερινά στο μαγειρείο των πλοίων, τηρούσε πάντα το νόμιμο ωράριο εργασίας και αμειβόταν κανονικά σύμφωνα με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ίσχυαν κάθε φορά για την ειδικότητά του. Αποδεικνύεται επίσης ότι μερικές φορές ο ενάγων κυρίως σε περιόδους τουριστικής αιχμής, όταν τα εστιατόρια του πλοίου παρουσίαζαν αυξημένη κίνηση, πριν αρχίσει την κύρια εργασία του, αναγκαζόταν να τεμαχίζει και ο ίδιος σε μικρότερα κομμάτια το κρέας που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει για την παρασκευή φαγητών που θα προσφέρονταν στους επιβάτες κατά το γεύμα ή το δείπνο. Η εργασία αυτή πράγματι δεν ενέπιπτε στις υποχρεώσεις του ως αρχιμάγειρα πλοίων, αλλά έπρεπε να εκτελείται από σφαγέα. Τα πλοία όμως "..." και "..." δεν διέθεταν εργαζομένους με τέτοια ειδικότητα Ο τεμαχισμός ωστόσο του κρέατος σε μικρότερα κομμάτια αποτελεί κατά την κοινή πείρα απαραίτητη προπαρασκευαστική εργασία για να ετοιμασθούν τα φαγητά που το περιέχουν. Ο ενάγων συνεπώς εκτελούσε στην προκειμένη περίπτωση συναφή με τα κύρια καθήκοντά του εργασία και μάλιστα ευκαιριακά. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ίδιου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά Γ. Α. του Ι., κάτοικος ..., αναφέρει στην από 28.12.2010 ένορκη εξέτασή του ότι κοπή των κρεάτων πραγματοποιούσαν και οι τρεις (3) απλοί μάγειρες (Α`, Β` και Γ`) μετά από εντολές του ενάγοντος που ήταν προϊστάμενος τους. Η ενασχόληση μάλιστα του ενάγοντος με τη συγκεκριμένη εργασία δεν απαιτούσε ιδιαίτερο κόπο και δεξιότητα, επειδή ο εργαζόμενος είχε μεγάλη εμπειρία σε εργασίες κουζίνας και εστιατορίου σε πλοία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιό της με το οποίο ζητούσε ο αναιρεσείων αμοιβή για την πρόσθετη εργασία συνιστάμενη στην κοπή των κρεάτων για την προετοιμασία του γεύματος και του δείπνου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι ο τεμαχισμός του κρέατος σε μερίδες κατά την προετοιμασία των γευμάτων και δείπνων, στα πλοία της αναιρεσίβλητης, που εργάσθηκε ως αρχιμάγειρος ο αναιρεσείων, είναι, ως προπαρασκευαστική της προετοιμασίας των φαγητών εργασία, συναφής με τα κύρια καθήκοντά του ως αρχιμάγειρα, στα οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνεται και η ευθύνη για την έγκαιρη παρασκευή εδεσμάτων του προσωπικού του πλοίου και των επιβατών, σύμφωνα με τους κανόνες της μαγειρικής τέχνης και το εδεσματολόγιο, η παρακολούθηση και εποπτεία της εργασίας των μαγείρων... ώστε οι μερίδες του φαγητού να είναι κανονικές και σύμφωνες προς το εδεσματολόγιο, εν όψει και του ότι στα πληρώματα των πλοίων δεν περιλαμβανόταν η ειδικότητα του σφαγέα, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 648, 649, 653 και 659 ΑΚ καθώς και του άρθρου 53 του ΚΙΝΔ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σ’ όλα τα ανωτέρω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν απαιτείτο δε επί πλέον να εκτίθενται στην απόφαση τα κύρια καθήκοντα του αναιρεσείοντος ως αρχιμάγειρα, αφού αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στο άρθρο 122 του β.δ.683/1960, εφόσον δε έγινε δεκτό ότι ο τεμαχισμός του κρέατος, που πάντως γινόταν περιστασιακά και όχι διαρκώς, ήταν εργασία προπαρασκευαστική εργασιών που αποτελούσαν περιεχόμενο των κυρίων καθηκόντων του αναιρεσείοντος, δεν απαιτείτο να αναφέρεται και ο χρόνος που απαιτείτο κάθε φορά για τον τεμαχισμό, ούτε είναι αντιφατική η παραδοχή ότι ο τεμαχισμός του κρέατος δεν περιλαμβάνεται στα κύρια καθήκοντα του αναιρεσείοντος ως αρχιμάγειρα, αλλά του σφαγέα, με την κρίση ότι αυτός (τεμαχισμός) είναι εργασία προπαρασκευαστική της παρασκευής των εδεσμάτων, για την πληρότητα των μερίδων των οποίων έχει κατά τα κύρια καθήκοντά του ο αρχιμάγειρος την ευθύνη. Επομένως, ο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος, και εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, συναφής κατά το αντίστοιχο σκέλος του προς τον πρώτο, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Kατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (oλ. AΠ 2/2008). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 773/2014, 478/2014). Με τον δεύτερο, κατά το αντίστοιχο από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι στην προσβαλλομένη απόφασή του κατά τη διατύπωση του ανωτέρω αναφερομένου πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε την αγωγή του κατά το κεφάλαιό της με το οποίο ζητούσε αμοιβή για πρόσθετη εργασία, δεν έλαβε υπόψη του την με αριθμό ... από 28.12.2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του Γ. Α., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά. Από την υπάρχουσα όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι είτε για άμεση και έμμεση απόδειξη, είτε ως δικαστικά τεκμήρια και από όλες τις ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη και Συμβολαιογράφου, οι οποίες ελήφθησαν νομότυπα μετά από προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία ρητά αναφέρεται η λήψη υπόψη και εκτίμηση της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης, της οποίας απόσπασμα περιλαμβάνεται στην αιτιολογία της (προσβαλλομένης), ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το αποδεικτικό αυτό μέσο. Επομένως, ο δεύτερος αυτός λόγος κατά το αντίστοιχο μέρος του με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι στον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, οι οποίες αποδίδουν το κατά την άποψη του αναιρεσείοντος περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης και το πως αυτό, επίσης κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, έπρεπε να αποδοθεί από το Εφετείο, αναφερόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 60 του ΚΙΝΔ "εάν ο μισθός συνωμολογήθη κατά μήνα ο ναυτικός δικαιούται εις τον μισθόν των μηνών και ημερών, καθ’ ας διήρκεσεν η ναυτολόγησις. Εάν όμως αύτη διήρκεσεν έλασσον του μηνός ο ναυτικός δικαιούται εις πλήρη μηνιαίον μισθόν. Ως πλήρης ημέρα θεωρείται και η απλώς αρξαμένη". Από τη διάταξη αυτή, η οποία δεν κάνει διάκριση ως προς τον τρόπο λύσεως της συμβάσεως ναυτολογήσεως προ τη παρελεύσεως μηνός από της καταρτίσεως της, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 65 του ΚΙΝΔ, κατά την οποία ο ναυτικός που αδικαιολόγητα δεν παρέχει τις υπηρεσίες του στερείται του αναλόγου μισθού, σαφώς συνάγεται, ότι μόνο εάν η λύση της συμβάσεως προήλθε εξ υπαιτιότητας ή εκ της αποκλειστικής βουλήσεως του ιδίου του ναυτικού, δεν δικαιούται αυτός πλήρους μισθού. Επομένως εκείνος του οποίου η σύμβαση ναυτολογήσεως με μηνιαίο μισθό λύθηκε, προ τη παρελεύσεως μηνός, με αμοιβαία συναίνεση, δικαιούται σε πλήρη μισθό, αφού η απόλυση αυτού από τον πλοίαρχο με την συναίνεσή του, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα ή στην αποκλειστική βούληση του ναυτικού, στην οποία και μόνον περίπτωση, κατ’ εφαρμογή της τελευταίας διατάξεως, δεν δικαιούται πλήρη μισθό ο ναυτικός. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων στην ένδικη αγωγή του, μεταξύ άλλων, εξέθετε ότι με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ιδιοκτήτρια του επιβατηγού τουριστικού πλοίου "..." κατάρτισε την 23.10.2008 σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, στα πλαίσια της οποίας ναυτολογήθηκε την ίδια ημέρα με την ειδικότητα του αρχιμάγειρα, σύμφωνα με τους όρους της ΣΣΝΕ για τα πληρώματα των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, ότι η εν λόγω σύμβαση λύθηκε την 5.11.2008, εικονικά με κοινή συμφωνία αυτού και του πλοιάρχου, στην πραγματικότητα όμως μονομερώς από τον πλοίαρχο. Με βάση το ιστορικό αυτό και την επίκληση ότι για το διάστημα που εργάσθηκε με βάση την τελευταία αυτή σύμβαση έλαβε ως αποδοχές 350,38 ευρώ, ενώ ο μηνιαίος μισθός του ως αρχιμάγειρα ανερχόταν σύμφωνα με την ισχύουσα τότε ΣΣΝΕ συνολικά σε 2.102,30 ευρώ, ζήτησε να καταδικασθεί η εναγομένη να του καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη σε 1.751,92 ευρώ. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο αυτό της αγωγής δέχθηκε τα εξής: "Αποδεικνύεται επίσης ότι η εναγομένη δεν απέλυσε τον ενάγοντα, αλλά η τελευταία σύμβαση εργασίας που είχε καταρτίσει με αυτόν στις 23.10.2008 λύθηκε με κοινή αντίθετη συμφωνία τους στις 5.10.2008 (προδήλως εννοείται η 5.11.2008). Ο ενάγων επομένως δεν μπορεί να αξιώσει την καταβολή πλήρους μισθού για την τελευταία ναυτολόγησή του, η οποία είχε χρονική διάρκεια μικρότερη από ένα μήνα" και με τη σκέψη αυτή απέρριψε την αγωγή κατά το σχετικό κεφάλαιό της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 60 και 65 του ΚΙΝΔ. Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η ευθεία παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στη διαφορά του μηνιαίου μισθού της συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητης την 23.10.2008 και λύθηκε την 5.11.2008, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και πριν την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, έχει δε εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 37/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. 

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Και 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ. 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017. 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.