Άρειος Πάγος 121/2017: Καταγγελία συμβάσεων εργασίας εργαζομένων σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχικής λειτουργίας και λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος

Περίληψη:

Εργαζόμενοι σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας - Υποχρεώσεις εργοδότη - Απόλυσή τους - Χρόνος άσκησης των δικαιωμάτων του ακύρως απολυθέντος υπαλλήλου - Οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων αυτών είναι ορισμένου χρόνου, όμως παρέχεται στον εργαζόμενο το δικαίωμα προαιρέσεως, με την άσκηση του οποίου συντελείται η επαναπρόσληψή του κατά τη νέα περίοδο εργασίας, εφόσον το ξενοδοχείο επαναλειτουργήσει και τότε ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπασχολήσει τον εργαζόμενο, άλλως περιέρχεται σε υπερημερία. Δεν υποδηλώνει σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως δια παραιτήσεως εκ μέρους του εργαζομένου η υπ` αυτού υποβολή αιτήσεως προς τον οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, για την απονομή πλήρους συντάξεως γήρατος, καθόσον ο μισθωτός εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του. (Απορρίπτει την υπ΄ αριθμ. 72/2014 ΠολΠρΛασιθίου).

 

Άρειος Πάγος 121/2017

Β2’ Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες. 

1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1346/1983, σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης "υποχρεούται να επαναπροσλαμβάνει" συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσο όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν κατά την τελευταία περίοδο, η δε επαναπρόσληψη γίνεται σταδιακά, όπως ειδικότερα ορίζεται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ενώ κατά την παρ. 5 του άρθρου 8 του παραπάνω νόμου, ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις υπερισχύουν. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 14 της από 4.4.1990 Σ.Σ.Ε. των ... όλης της Χώρας, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με την 13376/1990 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 290/26.4.1990), το οποίο επαναλαμβάνει η μεταγενέστερη ΣΣΕ των ... από 30.7.1991, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την .../1991 απόφαση του Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας (ΦΕΚ Β 931/13.11.1991) και στο οποίο παραπέμπουν οι μεταγενέστερες από 8.7.1992, 16-7-1993 και 26-4-1994 ΣΣΕ, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις .../1992, .../1993 και 13.066/1994 αντίστοιχα αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 555/8.9.1992, ΦΕΚ Β/795/6-10-1993 και 644/26-8-1994 αντίστοιχα), ορίζεται ότι οι εποχιακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις "υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν" το προσωπικό, το οποίο απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο εργασίας, με την προϋπόθεση οι εργαζόμενοι να ειδοποιήσουν εγγράφως τον εργοδότη τους μέχρι το τέλος Ιανουαρίου, μέσω της οικείας συνδικαλιστικής τους οργανώσεως, ότι επιθυμούν να εργασθούν κατά τη νέα περίοδο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της ΔΑ 15/2005 ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις του Νομού Λασιθίου’ ‘ (πράξη κατάθεσης …/27-5-2005), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12007/14-6-2005 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β’ /1-7-2005), ‘ ‘ Στους μισθωτούς ξενοδοχοϋπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και αποχωρούν από την εργασία τους είτε οικειοθελώς είτε μη επαναπροσλαμβανόμενοι από τον εργοδότη είτε απομακρυνόμενοι από τον εργοδότη για το λόγο της πλήρους συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το 40% ή 50% του ν. 2112/1920, η οποία θα κατεβάλλετο στην περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη. Η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει των κατά μέσον όρο αποδοχών της αμέσως προηγουμένης περιόδου εργασίας και θα λογίζεται ως χρόνος εργασίας ολόκληρος ο χρόνος εργασίας που διανύθηκε από την πρόσληψη στο ίδιο ξενοδοχείο’ ‘ . Τέλος, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 της ίδιας ΔΑ, ‘ ‘ Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι όροι των ΣΣΕ και ΔΑ των προηγουμένων ετών που αφορούν τους εργαζόμενους που υπάγονται στην παρούσα και δεν τροποποιούνται με αυτήν’ ‘ . Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εποχιακής λειτουργίας είναι ορισμένου χρόνου, υπό την έννοια ότι λύονται μόλις παρέλθει η περίοδος λειτουργίας του ξενοδοχείου. Παρέχεται, όμως, στον εργαζόμενο από το νόμο διαπλαστικό δικαίωμα προαιρέσεως, με την άσκηση του οποίου συντελείται η επαναπρόσληψή του κατά τη νέα περίοδο εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο θα επαναλειτουργήσει και θα φθάσει σε ορισμένη πληρότητα. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με μονομερή έγγραφη ειδοποίηση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, η οποία υποβάλλεται μέσω της οικείας επαγγελματικής οργανώσεώς του, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Με μόνη την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέξουν οι κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 1386/1983 προϋποθέσεις πληρότητας, καταρτίζεται νέα σύμβαση εργασίας για την προσεχή περίοδο (Ολ ΑΠ 14/2000, ΑΠ 455/2013, ΑΠ 305/2011). Επομένως, ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπασχολήσει τον εργαζόμενο κατά τη νέα αυτή περίοδο, διαφορετικά περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής (δανειστή) και οφείλει να καταβάλλει στον εργαζόμενο αποδοχές υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ). Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται από το σκοπό των ως άνω διατάξεων, ήτοι την "υποχρεωτική" επανασύσταση της εργασιακής σύμβασης. Υπό την αντίθετη εκδοχή, ότι απαιτείται και αποδοχή από τον εργοδότη, χωρίς την οποία δεν επέρχεται κατάρτιση της νέας σύμβασης, ο σκοπός αυτός δεν θα επιτυγχανόταν. Διότι, η άρνηση του εργοδότη θα ματαίωνε την επαναπρόσληψη και δεν θα απέμενε στον εργαζόμενο άλλη δυνατότητα παρά η έγερση αγωγής καταδίκης του εργοδότη σε δήλωση βουλήσεως, λύση χρονοβόρα και δαπανηρή, άρα απρόσφορη. Η περιεχόμενη στις ως άνω Σ.Σ.Ε. φράση: "η πρόσληψη και τα μετά από αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις αρχίζουν από τη στιγμή που ο εργαζόμενος αναλαμβάνει εργασία" δεν αναφέρεται στον τρόπο συνάψεως της νέας συμβάσεως, αλλά διευκρινίζει ότι η μισθοδοσία και οι λοιπές εκατέρωθεν παροχές δεν αρχίζουν πριν από την πραγματική εμφάνιση του εργαζομένου για να απασχοληθεί, η οποία όμως παρέλκει αν ο εργοδότης έχει καταγγείλει στο μεταξύ τη σύμβαση. Το πιο πάνω δικαίωμα επαναπρόσληψης του εργαζομένου μπορεί να καταλύσει ο εργοδότης, καταγγέλλοντας τη σύμβαση, είτε κατά την περίοδο εργασίας είτε κατά τη νεκρή περίοδο, με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Η ανάγκη "καταγγελίας", με καταβολή και της νόμιμης αποζημίωσης, προκειμένου να ματαιωθεί η επαναπρόσληψη του εργαζόμενου, επιβεβαιώνει ότι η επαναπρόσληψή του συντελείται με τη μονομερή άσκηση από αυτόν του δικαιώματός του. Διότι διαφορετικά, αν υπήρχε, δηλαδή, δυνατότητα ματαιώσεως της επαναπρόσληψης με την απλή άρνηση συναίνεσης από τον εργοδότη, η καταγγελία θα ήταν περιττή (Ολ ΑΠ 14/2000). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β’ και γ’ του ν. 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφ’ όσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1,2,4,5,6, 7,8 και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 και του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 4 του ν. 2112/1920, 8 του ν. 3198/1955 και 669 § 2 ΑΚ συνάγεται ότι δεν υποδηλώνει σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως δια παραιτήσεως εκ μέρους του εργαζομένου, ούτε οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία του η υπ` αυτού υποβολή αιτήσεως προς τον οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, στον οποίο τυγχάνει ασφαλισμένος κυρίως για την απονομή πλήρους συντάξεως γήρατος μετά τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από τον σχετικό κανονισμό για την εν λόγω σύνταξη ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων, καθόσον, με την υποβολή της αιτήσεως αυτής, που υπάγεται στη σφαίρα της κοινωνικής ασφαλίσεως και όχι στη συμβατική δράση του μισθωτού και τη χορήγηση μετ` αποδοχή της πλήρους συντάξεως, ουδεμία επέρχεται μεταβολή στις σχέσεις από την εργασιακή σύμβαση μεταξύ αυτού και του εργοδότη, αν ο μισθωτός εξακολουθεί, όπως και πριν, να παρέχει τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο. Τούτο είναι πρόδηλο και εκ του ότι η καταγγελία αποτελεί απευθυντέα προς τον εργοδότη δήλωση της βουλήσεως του μισθωτού και συνεπώς η συμπεριφορά του τελευταίου που την υποδηλώνει πρέπει να απευθύνεται προς τον εργοδότη και όχι προς οιονδήποτε τρίτον, όπως ο οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως. Η δε χορήγηση από τον τελευταίο πλήρους συντάξεως στο μισθωτό δεν επάγεται ως έννομη συνέπεια τη λύση της συμβάσεως εργασίας, αφού αποτελεί κοινωνική παροχή από ασφαλιστικό οργανισμό και όχι από τον εργοδότη (ΑΠ 2194/2014, 284/1996). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1 και 5 του β.δ. της 16/18-7-1920 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας, ο εργοδότης, που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 349, 350 ΑΚ) και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του. Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει τους μισθούς του (άρθρο 656 ΑΚ) είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18-7-1920 αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο, εφόσον το δεύτερο από αυτά προβάλλεται επικουρικά (άρθρο 219 ΑΚ), για την περίπτωση απόρριψης του πρώτου. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του ν. 435/1976, ‘ ‘ πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξαρτημένης εργασίας’ ‘ . Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 429/2016, 1387/2015, 2234/2013, 404/2008). Οι ανωτέρω ελλείψεις, κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, δεν καθιστούν αυτή ανυπόστατη, αλλά αποτελούν λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας), πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή μέσα στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 ή με ένσταση μέσα στην ίδια προθεσμία (Ολ. ΑΠ. 1338/1985). Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα (ΑΠ 404/2008). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, η οποία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 359/2015, 705/2013). Στον ίδιο δε χρονικό περιορισμό υπόκειται και η ένσταση ή αντένσταση περί ακυρότητας της καταγγελίας (Ολ. ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 429/2016, 624/2008). Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής στον εργοδότη ή η μη προβολή της ενστάσεως, μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ’ ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 429/2016, 359/2015, 705/2013). Η ως άνω αποσβεστική προθεσμία, διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, είτε είναι καταψηφιστική είτε αναγνωριστική, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι στην αγωγή περιέχεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας. Η προθεσμία αυτή τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Δεν ισχύει δε, στις περιπτώσεις που οι αξιώσεις έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δε μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της αγωγής ότι υπάρχει καταγγελία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, στον μισθωτό, λόγω της αποκρούσεως των υπηρεσιών του από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο, αφού η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι, όπως εκτέθηκε, σχετική υπέρ του εργαζομένου. Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της συμβάσεως, την οποία ο τελευταίος θεωρεί άκυρη, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού. Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης τη αγωγής. Αν όμως ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, για να απαλλαγεί, επικαλεστεί κατ’ ένσταση έγκυρη καταγγελία της σύμβασης (και στη συνέχεια αποδείξει τούτο) και ανυπαρξία υπερημερίας του, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας αποτελεί αντένσταση, που πρέπει να προβληθεί κατά νόμιμο και παραδεκτό τρόπο. Ο μισθωτός έχει βέβαια τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής "καθ’ υποφοράν", οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης. Έτσι, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώνει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα, επικαλούμενος νέους λόγους ακυρότητας ή διαφορετικούς από αυτούς που περιέχονται στην αγωγή, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, με τις προϋποθέσεις πάντοτε του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός (ακυρότητας της καταγγελίας) που προβάλλεται (με ένσταση ή αντένσταση) προς απόκρουση του ισχυρισμού του εργοδότη, για είναι παραδεκτός, πρέπει, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, να προβάλλεται μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών, από την περιέλευση στον μισθωτό της καταγγελίας (Ολ. ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 429/2016, 624/2008). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2014). 2. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 30-7-2009 και μ’ αριθμό καταθέσεως …31-7-2009 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιεράπετρας η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι εργάσθηκε ως υπάλληλος υποδοχής (ρεσεψιονίστ) στην εποχιακώς λειτουργούσα ξενοδοχειακή μονάδα της εναγομένης με την επωνυμία ‘ ‘ ... ‘ κατά την τουριστική περίοδο των ετών 2001 έως 2004 και των ετών 2005 μέχρι 2007. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2008 ειδοποίησε εγγράφως την εναγομένη, μέσω της επαγγελματικής της οργάνωσης ‘ ‘ Σωματείο ... Ν. Λασιθίου’ ‘ , ότι επιθυμεί την επαναπρόσληψή της για τη νέα περίοδο από Μάϊο έως Οκτώβριο 2008, αλλά η εναγομένη δεν την επαναπροσέλαβε, αν και το ξενοδοχείο ξεκίνησε τη λειτουργία του από τον Απρίλιο του έτους 2008. Ότι η ενάγουσα στις 25-1-2009 ειδοποίησε και πάλι εγγράφως την εναγομένη, μέσω της επαγγελματικής της οργάνωσης ‘ ‘ Σωματείο ... Ν. Λασιθίου’ ‘ , ότι επιθυμεί την επαναπρόσληψή της για τη νέα περίοδο Μαΐου - Οκτωβρίου 2009, πλην όμως η εναγομένη δεν την επαναπροσέλαβε, με αποτέλεσμα, εφόσον δεν αποδέχθηκε τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, να καταστεί υπερήμερη. Μετά το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.975,47 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 15-5-2009 έως 31-10-2009, δώρο Χριστουγέννων του έτους 2009 και αποζημίωση και επίδομα αδείας του ίδιου έτους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 147/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκανε ολικά δεκτή την αγωγή. Ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εναγομένη, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις της, επικαλέσθηκε κατ’ ένσταση έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η οποία, κατ’ αυτή, έγινε εγγράφως στις 13-5-2008 και με την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιεράπετρας η ενάγουσα δεν πρόβαλε αντένσταση περί ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας, ούτε είχε καθ’ υποφορά τέτοιο ισχυρισμό στην αγωγή της, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε στις 13-5-2008. Στη συνέχεια, κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε έφεση η εναγομένη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε το έτος 2001 από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να εργασθεί ως ξενοδοχοϋπάλληλος (υπάλληλος υποδοχής- ρεσεψιονίστ) στο υπό της τελευταίας εκμεταλλευόμενο ξενοδοχείο με την ονομασία ‘ ‘ ... ‘ , που βρίσκεται στην Ιεράπετρα και λειτουργεί εποχιακά. Ότι έκτοτε η ενάγουσα εργάστηκε με την ίδια ιδιότητα στο ξενοδοχείο αυτό (με συμβάσεις παρόμοιου περιεχομένου) κατά την τουριστική περίοδο των ετών 2001 έως και 2004. Ότι στις 10-11-2004 η εναγομένη εκμίσθωσε την ως άνω ξενοδοχειακή μονάδα στην εταιρεία με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΕΠΕ’ ‘ και έκτοτε η ενάγουσα μέχρι και την τουριστική περίοδο 2007 πρόσφερε τις υπηρεσίες της στην παραπάνω μισθώτρια εταιρεία. Ότι η ενάγουσα εργαζόταν πέντε ημέρες την εβδομάδα και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε ανέρχονταν σε 1.179,76 ευρώ. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2008 η ενάγουσα υπέβαλε έγγραφη αίτηση, με βάση την ισχύουσα για τους εποχιακά απασχολούμενους ξενοδοχοϋπαλλήλους νομοθεσία, μέσω της επαγγελματικής της οργάνωσης ‘ ‘ Σωματείο ... Ν. Λασιθίου’ ‘ , της οποίας είναι μέλος, και η οποία απευθυνόταν προς την εναγομένη, με την οποία δήλωνε ότι επιθυμεί την επαναπρόσληψή της για τη νέα περίοδο Μαΐου - Οκτωβρίου 2008. Ότι η εναγομένη, αν και στις 5-2-2008, δια του νομίμου εκπροσώπου της, απάντησε αρνητικά στο παραπάνω αίτημα επαναπρόσληψης της ενάγουσας, στη συνέχεια, στις 21-2-2008, με επιστολή της στην ενάγουσα δήλωσε ότι θα την επαναπροσλάβει εμπρόθεσμα για την επικείμενη τουριστική περίοδο του 2008, πράγμα το οποίο τελικά δεν συνέβη, παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας. Ότι στις 28-2-2008 η ενάγουσα υπέβαλε προς το ΙΚΑ αίτηση συνταξιοδότησης λόγω γήρατος και το ΙΚΑ, με την 3606/2007 απόφασή του, χορήγησε κατ’ αρχήν προσωρινή και στη συνέχεια, με την 731/26-3-2008 απόφασή του, πλήρη σύνταξη, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, καθόσον είχε συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας της, είχε πραγματοποιήσει χρόνο ασφάλισης 5.500 ημερών και κατά το χρόνο εκείνο (της συμπλήρωσης των 5.500 ημερών ασφάλισης) ήταν μητέρα ανήλικου τέκνου, που γεννήθηκε στις 6-11-1993. Ότι, στη συνέχεια, η ενάγουσα προσκόμισε τις παραπάνω αποφάσεις του ΙΚΑ στην εναγομένη και με βάση τις παραπάνω αποφάσεις του ΙΚΑ η εναγομένη στις 13-5-2008 κατέβαλε στην ενάγουσα τα ποσά των 1.252,51 και 949,70 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν στο 40% της πλήρους αποζημίωσης. Ότι μετά τη λήψη των παραπάνω ποσών που έλαβε η ενάγουσα, με τις από 13-5-2008 υπεύθυνες δηλώσεις της, οι οποίες φέρουν την υπογραφή της, δήλωσε ότι η εναγομένη έχει εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της και δεν έχει καμία άλλη απαίτηση κατ’ αυτής. Όμως, στη συνέχεια, στις 25-1-2009, η ενάγουσα υπέβαλε εκ νέου έγγραφη αίτηση, μέσω της επαγγελματικής της πιο πάνω οργάνωσης, που απευθυνόταν στην εναγομένη, με την οποία δήλωνε ότι επιθυμεί την επαναπρόσληψή της για τη νέα περίοδο Μαΐου-Οκτωβρίου 2009. Ότι η εναγομένη δεν την επαναπροσέλαβε και στη θέση της προσέλαβε άλλους υπαλλήλους. Ότι, εν όψει των ανωτέρω, δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την επαναπρόσληψη της ενάγουσας από την εναγομένη για την τουριστική περίοδο του έτους 2009, διότι η εναγομένη, με τη μη επαναπρόσληψη της ενάγουσας το έτος 2008, κατήγγειλε με τον τρόπο αυτό τη σύμβαση της ενάγουσας λόγω συνταξιοδότησης και κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι δεν προκύπτει υποχρέωση τήρησης του έγγραφου τύπου της καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη, όπως ισχύει στην περίπτωση απόλυσης του εργαζόμενου, που απαιτεί τόσο την τήρηση του έγγραφου τύπου της καταγγελίας, όσο και την ταυτόχρονη καταβολή της αποζημίωσης. Ότι μπορεί μεν η υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης του εργαζόμενου να μην υποδηλώνει σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης, ωστόσο η ενάγουσα προσκόμισε τις αποφάσεις του ΙΚΑ και ιδίως την τελευταία, με την οποία εγκρίθηκε η καταβολή σε αυτή πλήρους συντάξεως γήρατος, ώστε εύλογα να δημιουργηθεί η πεποίθηση στην εναγομένη, ότι επιθυμεί να αποχωρήσει. Ότι, δεδομένου ότι τηρήθηκαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της απόλυσης λόγω συνταξιοδότησης, η άρνηση της εναγομένης να επαναπροσλάβει την ενάγουσα και να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, δεν την καθιστά υπερήμερη και δεν είναι υπόχρεη στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας. Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον πέμπτο, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (αντί του ορθού 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη, ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την επαναπρόσληψη της ενάγουσας για την τουριστική περίοδο του έτους 2009, διότι η εναγομένη είχε καταγγείλει το έτος 2008 τη σύμβαση εργασίας της λόγω συνταξιοδότησης, καταβάλλοντάς της και τη νόμιμη αποζημίωση (40% της πλήρους αποζημίωσης) και, επομένως, αρνούμενη να επαναπροσλάβει την ενάγουσα δεν κατέστη υπερήμερη εργοδότης, συνιστούν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 4 του ν. 2112/1920, 8 του ν. 3198/1955, 669 παρ. 2 ΑΚ, 8 του ν.1346/1983 και 14 της από 4-4-1990 ΣΣΕ των Ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της χώρας. Με την κρίση του, όμως, αυτή το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον δέχθηκε ότι η η σύμβαση της ενάγουσας λύθηκε μετά τη συνταξιοδότησή της με καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης εργοδότριας, η οποία ήταν μεν άκυρη, γιατί δεν έγινε εγγράφως, πλην όμως αφού δεν προτάθηκε από την ενάγουσα με οποιοδήποτε τρόπο η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, που ορίζει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, επήλθε απόσβεση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για προσβολή της επίδικης καταγγελίας ως άκυρης, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, και, επομένως, η καταγγελία θεωρείται έγκυρη, με αποτέλεσμα να μην είναι υπερήμερη η αναιρεσίβλητη εργοδότρια και οι αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας εργαζόμενης, που προϋποθέτουν την ακυρότητα της καταγγελίας, να είναι απορριπτέες ως ουσιαστικά απαράδεκτες. Επομένως, με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε σε ορθό διατακτικό, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία ως προς το ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, καθώς και το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αυτής, από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. 3. Επειδή, με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, ο δε λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση. 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο (κατά το δεύτερο σκέλος) και έκτο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του η αναιρεσείουσα, ότι η απόφαση αυτού έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 13-5-2008 υπεύθυνων δηλώσεων του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, που υπογράφονται από την αναιρεσείουσα, δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.γ’ ,19, 8, 10 και 20 ΚΠολΔ. Όμως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου εκδόθηκε επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λασιθίου και συνακόλουθα δεν παρέχονται κατ’ αυτής οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, ούτε προβλέπονται αντίστοιχοι αυτών από τις παρατεθείσες στην αρχή της παρούσας σκέψης διατάξεις του άρθρου 560 (αρ.3). Κατόπιν αυτών, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης (2-6) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. 4. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).