Μον. Πρωτ. Θεσσαλ. 19510/2017: Η καταγγελία παραμένει αναιτιώδης και μετά την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη

Περίληψη:

Το νομικό καθεστώς του αναιτιώδους της καταγγελίας δεν άλλαξε μετά από την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (Ν. 4359/16). Η προστασία που επιβάλλει ο Αναθ. Ε.Κ.Χ. εξασφαλίζεται πλήρως ήδη, προ της κυρώσεώς του, από την κειμένη νομοθεσία (Ν. 2112/20 κ.λπ.).

 

Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης 19510/2017

1.α) Από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/20 και 1 και 5 Ν. 3198/55 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και συνεπώς τούτο (το κύρος αυτής) δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα, σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει, όμως, καταχρηστική καταγγελία όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους ―που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος― εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Τέλος, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 251/16, ΑΠ 904/12). Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση από την Ελλάδα του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (εφεξής Αναθ.ΕΚΧ).Το άρθρο 24 του Ν. 4359/16 προβλέπει πέραν του δικαιώματος «...όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας» (εδ. α) και «το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση» (εδ. β). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου, «Με το άρθρο 24 αναγνωρίζεται το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μην απομακρύνονται από την εργασία τους χωρίς βάσιμη αιτία και, στην περίπτωση που συμβεί αυτό, να υπάρξει επαρκής αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη συνδρομή. Ο εργαζόμενος στην περίπτωση αυτή έχει το δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητο όργανο». Η ως άνω προστασία των εργαζομένων εξασφαλίζεται πλήρως, ήδη, πριν την κύρωση του Αναθ.ΕΚΧ, υπό την κείμενη νομοθεσία (Ν. 2112/20, 3198/55, ΒΔ 16/18-7-1920, σε συνδυασμό με το Ν. 3899/10 και Ν. 4093/12).

β) Περαιτέρω, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους ―αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως― όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 904/12). Συνακόλουθα, η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και στην περίπτωση κατά την οποία, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των λόγων που την υπαγόρευσαν, δεν ήταν, με καθαρώς αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αρχές τις καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, το επιβαλλόμενο μέτρο για την προστασία του καλώς εννοουμένου οικονομικού συμφέροντος του εργοδότη γιατί αυτό θα μπορούσε να προστατευθεί με άλλα ηπιότερα μέτρα (ΑΠ 102/17, ΑΠ 496/87 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Συγκεκριμένα, όπως ομολογεί ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, συνδεόταν με την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, σύμφωνα με την υπό στοιχείο 1α. μείζονα σκέψη, η εναγομένη δικαιούτο να την καταγγείλει αναιτιωδώς οποτεδήποτε, ήτοι χωρίς καν λόγο και πάντως χωρίς σπουδαίο λόγο, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της. Συνεπώς, το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη. Βεβαίως, η άσκηση του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στους περιορισμούς της διάταξης ΑΚ 281, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, σύμφωνα με την ίδια ως άνω μείζονα σκέψη, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε για αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους ―που πρέπει να επικαλεστεί κατ’ αρχήν ο εργαζόμενος― εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη, β) να απορριφθεί ως αόριστο για το δεύτερο λόγο ακυρότητας που επικαλείται, ήτοι την παραβίαση της αρχής της ultima ratio. Συγκεκριμένα, ο ενάγων για να στηρίξει τον ως άνω λόγο ακυρότητας ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη, παραβίασε την ανωτέρω αρχή, αφού, χωρίς κανένα προφανή λόγο, και παρά τη δυνατότητα απασχόλησής του, χωρίς να λάβει υπόψη του την οικονομική και κοινωνική του κατάσταση επέλεξε το χειρότερο δυνατό μέσο για τα συμφέροντά του, χωρίς να του προσφέρει καμία απολύτως εναλλακτική λύση που θα είχε ως στόχο τη διατήρηση της θέσης εργασίας του, λύση που σε παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν, ήταν πάντοτε προτεινόμενη εκ μέρους της, καθισταμένης έτσι της απολύσεως άκυρης και εξ αυτού του λόγου. Με την ως άνω διατύπωση, όμως, επικαλείται παντελώς αόριστα ότι ακύρως η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, μη έχοντας εξαντλήσει άλλα ηπιότερα μέσα πριν την καταγγελία της σύμβασής του, αφού δεν κάνει καμία αναφορά συγκεκριμένου ηπιότερου μέσου το οποίο αφενός είναι εξίσου πρόσφορο, όπως η καταγγελία, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, και αφετέρου η εναγόμενη ως εργοδότης να είναι πράγματι σε θέση, από νομικής και ουσιαστικής πλευράς, να το εφαρμόσει, ενώ ―όπως ο ίδιος ομολογεί― «σε παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν, ήταν πάντοτε προτεινόμενο εκ μέρους της εναγομένης». Αντιθέτως η γενική αναφορά, ότι η απόλυση θα μπορούσε να αποφευχθεί αν λαμβανόταν το ηπιότερο μέσο, είναι αυτονόητη και, συνεπώς, δεν αρκεί για την πληρότητα του ισχυρισμού (Βλ. Κ. Μπακόπουλο, Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εκδ. Σάκκουλα, σελ 78 επ.). Η ως άνω αοριστία στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει αν υπήρξε ή όχι παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, και την εναγόμενη από το δικαίωμά της να αμυνθεί, υφιστάμενη, έτσι, δικονομική βλάβη. Περαιτέρω, παρέλκει η εξέταση των αναγκαίως συνεχομένων - παρεπομένων με το ήδη ως άνω απορριφθέν πρώτο αίτημα της αγωγής, δεύτερου και τρίτου αιτημάτων της περί υποχρεώσεως για αποδοχή των προσφερόμενων από τον ενάγοντα υπηρεσιών και μισθών υπερημερίας, αντίστοιχα. Εξάλλου, μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο είναι το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων, διότι μόνη η άκυρη απόλυση του μισθωτού είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παραβάσεως του άρθρου 281 ΑΚ δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας αυτού, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει κατά τα άρθρα 59 και 932 του ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΕφΑΘ 5592/99, ΕλλΔνη 2000.1402), αν δεν συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του μισθωτού, ήτοι μειώσεως της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση ή που συνιστούν αδικοπραξία (ΑΠ 22/14, ΑΠ 282/09, ΕφΠειρ 146/14 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).