Μον. Πρωτ. Αθ. 1433/2017: Πρόσθετη αποζημίωση απολύσεως

Περίληψη:

Για το κύρος της καταγγελίας συμβάσεως πρέπει ο εργοδότης να καταβάλει στον απολυόμενο πλήρη την οφειλομένη αποζημίωση, ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο έγινε η απόλυση – Η αποζημίωση οφείλεται και όταν η καταγγελία γίνεται για κάθε υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του μισθωτού από την σύμβαση εργασίας – Ως «αποζημίωση» θεωρείται όχι μόνον η νόμιμη, αλλά και η τυχόν συμφωνηθείσα πρόσθετη χρηματική αποζημίωση – Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3198/55 περιορισμός της αποζημιώσεως αφορά αποκλειστικά την νόμιμη αποζημίωση και όχι και την συμβατική – Καταβολή μικροτέρης αποζημιώσεως και ακυρότα της καταγγελίας – Καταγγελία συμβάσεως μισθωτού λόγω σοβαρών πλημμελειών ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του οι οποίες οδήγησαν στον κλονισμό της εμπιστοσύνης του εργοδότη δεν είναι καταχρηστική.

 

Μονομ. Πρωτοδικείου Αθηνών 1433/2017

Πρωτοδίκης: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Δικηγόροι: Κων/νος Πηνιώτης - Κων/νος Παπαϊωάννου και Αντώνιος Γιαννόπαπας

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 παρ. 1 του Ν. 2112/20 «περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων», όπως τροποποιήθηκαν, αντίστοιχα, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου υποπαρ. ΙΑ.12 αρ. 1 και 3 Ν. 4093/12, απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου, εφόσον η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ήταν αορίστου χρόνου και λειτούργησε για περισσότερο από δώδεκα μήνες, δεν μπορεί να συντελεσθεί εγκύρως, χωρίς προηγούμενη έγγραφη καταγγελία, η οποία πρέπει να γίνει με τήρηση προθεσμίας ανάλογης προς τα χρόνια υπηρεσίας. Εάν δεν τηρηθεί η εν λόγω προθεσμία, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης, ανάλογη προς τα έτη υπηρεσίας και ίση με τα ειδικότερα οριζόμενα στον νόμο ποσά, εκτός αν από σύμβαση ή από έθιμο οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2556/97, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για το κύρος της καταγγελίας μιας σύμβασης ή σχέσης παροχής εξαρτημένης εργασίας υπαλλήλου, πρέπει ο εργοδότης, πέραν των άλλων υποχρεώσεων, να καταβάλει, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στον νόμο περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), στον απολυόμενο μισθωτό, πλήρη, την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, ανεξάρτητα από τον λόγο που την προκάλεσε. Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού (ΑΠ 2241/13 ΔΕΝ 2014, 367, ΑΠ 341/11 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 971/09 ΔΕΝ 2009.1184, ΑΠ 105/09 ΕΕργΔ 2009.1552, ΑΠ 64/09 ΕλλΔνη 2009.1389). Ως αποζημίωση θεωρείται όχι μόνον η νόμιμη αποζημίωση, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2112/20, με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και με τον ποσοτικό περιορισμό του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3198/55, αλλά και η τυχόν πρόσθετη χρηματική αποζημίωση, η οποία είχε ορισθεί κατόπιν συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Μια τέτοια συμφωνία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), είναι σύμφωνη με την αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων και προβλέπεται, ρητώς, στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2112/20 (ΟλΑΠ 1144/83 ΝοΒ 1984.674, ΑΠ 295/13 ΔΕΕ 2014.183, ΑΠ 1691/12, ΑΠ 341/11 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 527/04 ΕΕργΔ 2005.531, ΑΠ 1861/99 ΕΕργΔ 59.190, ΑΠ 1885/87 ΕΕργΔ 48.268, ΕφΠειρ 22/13 ΤΝΠ Νόμος). Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τον ποσοτικό περιορισμό που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3198/55, σύμφωνα με την οποία, προκειμένου περί υπαλλήλου, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης δεν λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές κατά το μέρος που υπερβαίνουν «το οκταπλάσιον του ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, πολλαπλασιαζόμενον επί τον αριθμόν 30», διότι ο περιορισμός αυτός αφορά αποκλειστικά στη νόμιμη αποζημίωση και δεν καταλαμβάνει τη συμβατική, η εκ της οποίας δέσμευση του εργοδότη, εφόσον είναι «μάλλον ευνοϊκή» για τον εργαζόμενο (άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/20), παραμένει, κατ’ αρχήν, ισχυρή (ΟλΑΠ 1144/83 ΝοΒ 1984.674, ΑΠ 833/15, ΑΠ 341/11 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 1202/16 ΤΝΠ  Νόμος, άλλως ΑΠ 1750/08 ΕλλΔνη 2011.1619).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του Ν. 2112/20, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Ν. 3198/55, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο, είναι αναιτιώδης και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε. Η άσκηση, όμως, του σχετικού δικαιώματος της καταγγελίας δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ (βλ. ΑΠ 987/13, ΑΠ 247/12, ΑΠ 1267/11, ΑΠ 581/11, ΑΠ 84/11 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Υπέρβαση των ορίων αυτών ενέχει, εκτός των άλλων, η καταγγελία που έγινε από τον εργοδότη από κακότητα, εμπάθεια, μίσος, έχθρα ή διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπο του μισθωτού συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη ή, όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στον νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησής του, ενέργειας και, γενικά, από λόγο που ανάγεται στο πρόσωπο του εργοδότη και δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής του (ΑΠ 167/13 ΔΕΕ 2014.408, ΑΠ 247/12, ΑΠ 581/11, ΑΠ 84/11 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1539/01 ΔΕΕ 2002.618, ΑΠ 1318/00 ΕλλΔνη 2002.413, ΑΠ 1107/00 ΕΕργΔ 2002.78, ΑΠ 380/00 ΔΕΝ 2001.15). Αντίθετα, το δικαίωμα του εργοδότη να προβεί στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του μισθωτού δεν ασκείται καταχρηστικά, όταν αυτή οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους, ικανούς να δικαιολογήσουν, με γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, τη λήξη αυτής. Δεν είναι, επομένως, καταχρηστική η καταγγελία που οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην παράβαση εκ μέρους του εργαζομένου κύριων ή παρεπόμενων συμβατικών υποχρεώσεών του, στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του μισθωτού, σε ανεπαρκή απόδοση αυτού, σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη, στην παράβαση οδηγιών του εργοδότη που δόθηκαν στο πλαίσιο νόμιμης άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος κ.λπ. (βλ. ΑΠ 167/13 ΔΕΕ 2014.408, ΑΠ 904/12, ΑΠ 247/12 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1102/01 ΕΕργΔ 2002.801, ΑΠ 1107/00 ΕΕργΔ 2002.78 ΑΠ 688/99 ΕλλΔνη 2000.727, ΕφΘεσ 359/15 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 7187/01 ΕλλΔνη 2002.48). Από την άλλη πλευρά, σαφώς και δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε για αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους —που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος— εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1123/13, ΑΠ 31/13, ΑΠ 1420/06, ΑΠ 677/04, ΑΠ 1096/03 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η καταγγελία αποβλέπει μεν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εργοδότη, επιφέρει, όμως, ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στον εργαζόμενο, που χάνει τη θέση εργασίας, κατάχρηση υφίσταται και όταν με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει την έννοια ότι κατά την ενάσκηση δικαιώματος πρέπει να υπάρχει αναλογία μεταξύ του, εκάστοτε, χρησιμοποιούμενου μέσου και του, αντιστοίχως, επιδιωκόμενου σκοπού. Ως εκ τούτου, σε συγκεκριμένη περίπτωση, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν άλλα μέτρα, ηπιότερα από την καταγγελία, αλλά εξίσου πρόσφορα με αυτήν, για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται από τον εργοδότη, η καταγγελία αποβαίνει μη αναγκαία και ελέγχεται ως καταχρηστική (ΑΠ 601/13 ΕΕργΔ 2013.885, ΑΠ 904/12 ΕΕργΔ 2013.42, ΑΠ 897/12 ΕΕργΔ 2013.360, ΑΠ 1751/08 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 555/07 ΕΕργΔ 2008.1226). Τη συνδρομή των περιστάσεων αυτών οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος (ΑΠ 701/10 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να αντεπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητας. Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και της αγοράς, αφού, με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας, που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Ελέγχεται, όμως, αφενός μεν ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής του εργοδότη να προβεί σε απολύσεις για τους ανωτέρω λόγους και της καταγγελίας σύμβασης συγκεκριμένου εργαζομένου ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Πράγματι, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης παραμένει το έσχατο μέσο αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και τα δικαστήρια, με ευρεία χρήση του ελέγχου της καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, μπορούν να ελέγξουν, αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (στα πλαίσια της ανέλεγκτης απόφασής του για αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης) με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, όπως η απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή η μερική απασχόληση, ακόμη και με τη χρήση της λεγόμενης τροποποιητικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, την απασχόλησή του δηλαδή σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (βλ. ΑΠ 581/11 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 922/10 ΧρΙΔ 2011.382, ΑΠ 429/96 ΔΕΝ 1996, 1095, ΑΠ 279/96 ΔΕΝ 1996.581, για την αρχή της απόλυσης ως εσχάτου μέσου —ultima ratio— βλ. και ΑΠ 827/01 ΕΕργΔ 2002.19, ΑΠ 301/01 ΕλλΔνη 2001.1310, ΑΠ 722/99 ΕλλΔνη 2000.401, ΑΠ 1320/98 ΕλλΔνη 1999.114, ΑΠ 902/98 ΔΕΝ 1998.1580, ΑΠ 513/98 ΕΕργΔ 2000.763, ΕφΘεσ 958/01 Αρμ 2001.819).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί, είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ’ ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του δεν το δεσμεύει (βλ. ΑΠ 704/10, ΑΠ 461/10 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 909/05 ΕλλΔνη 46.1077). Ειδικότερα, η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του Κωδ. Νόμου 2190/20, που είναι ειδικός σε σχέση με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΑΚ, δικαστικά και εξώδικα από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρίας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την εκπλήρωση του σκοπού της. Η παραπάνω οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρίας μπορεί να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει σε ένα ή περισσότερα μέλη του ΔΣ αυτής ή στους διευθυντές της ή σε τρίτους, είτε απ’ ευθείας με διάταξη του Καταστατικού, είτε με απόφαση του ΔΣ, αν υφίσταται σχετική πρόβλεψη του Καταστατικού. Τα πρόσωπα αυτά (μέλη του ΔΣ διευθυντές ή τρίτοι) είναι υποκατάστατα του ΔΣ και ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρίας, εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούλησή του και αντλούν την εξουσία τους από τον νόμο και το Καταστατικό, ενώ η υποκατάσταση αυτή του ΔΣ από μέλος του ή από τρίτο πρόσωπο διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής (αρθρ. 216 επομ. και 713 επομ. ΑΚ), καθόσον ο πληρεξούσιος και ο αντιπρόσωπος δεν αποτελούν όργανα εκφράζοντα τη βούληση του νομικού προσώπου, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποί του πράξεις που αποφασίστηκαν από το ΔΣ ή τα υποκατάστατα αυτού όργανα (βλ. ΑΠ 704/10, ΑΠ 461/10 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 470/06 ΧρΙΔ 2006.638, ΑΠ 1204/00 ΕλλΔνη 2000.1621, ΑΠ 160/00 ΕλλΔνη 2000.737).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648 και 672 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας του και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 84/10 ΔΕΕ 2011.500, ΑΠ 983/09 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 876/09 ΔΕΕ 2011.955, ΕφΑθ 642/10 ΔΕΕ 2011.232).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων, με την κρινόμενη αγωγή του, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία, στις 13-6-1991, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του λογιστή. Ότι το έτος 1996 προήχθη στη θέση του Προϊσταμένου Λογιστηρίου και το έτος 1998 κατέλαβε τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή, ο δε συμφωνηθείς μηνιαίος ακαθάριστος μισθός του ανερχόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 13.700 ευρώ. Ότι, σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, απασχολήθηκε με τα αναφερόμενα ειδικότερα εργασιακά καθήκοντα, μέχρι τις 29-2-2016, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, αφενός μεν ως παράνομη, καθώς η εναγομένη δεν του κατέβαλε το σύνολο της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης και συγκεκριμένα δεν του κατέβαλε, πλην της νόμιμης, πλήρη την πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης, η οποία είχε καθοριστεί συμβατικά μεταξύ τους, αφετέρου δε ως καταχρηστική, για το λόγο ότι δεν επελέγησαν ηπιότερα της καταγγελίας μέτρα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Ότι η εναγομένη, εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας και της άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως εκτενέστερα εκτίθεται, ζητεί: α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως παρεχόμενες υπηρεσίες του στη θέση που κατείχε πριν απολυθεί, με τη απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της προς αυτήν την υποχρέωση, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και επίδομα ισολογισμού, το οποίο λάμβανε τακτικώς και αδιαλείπτως κάθε χρόνο, για το χρονικό διάστημα από 1-3-2016 μέχρι και 31-12-2018 το συνολικό ποσό των 561.700 ευρώ, όπως εξειδικεύονται τα επιμέρους κονδύλια, με τον νόμιμο τόκο από τον χρόνο που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικώς, σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι έγκυρη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 111.252 ευρώ ως διαφορά της οφειλόμενης και της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο από την 1-3-2016. δ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Ο ενάγων, με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, παραδεκτά (άρθρ. 223, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ) εν μέρει έτρεψε τα καταψηφιστικά αποτιμητά σε χρήμα αιτήματά του σε έντοκα αναγνωριστικά, διατηρώντας ως καταψηφιστικά μόνο το κονδύλιο για την επιβολή του ποσού των 137.000 ευρώ, που αφορά σε μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-3-2016 μέχρι 31-12-2016, και το επικουρικώς προβαλλόμενο αίτημά του για την καταβολή του ποσού των 111.252 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης και της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή, που σχετικά με το κύριο αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τις σωρευόμενες με αυτό αξιώσεις για αποδοχές υπερημερίας, έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/55, λαμβανομένης αυτής αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 280 ΑΚ, βλ. και ΟλΑΠ 1838/85 ΕΕργΔ 1986.58, ΑΠ 277/06 ΕλλΔνη 2007.471, ΑΠ 1256/04 ΕλλΔνη 2007.811, ΑΠ 1217/04 ΕΕργΔ 2006.335), (...) με την επισήμανση ότι αναφορικά με το επικουρικό αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως διαφοράς αποζημίωσης απολύσεως, δεν εξετάζεται εάν αυτή ασκήθηκε εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/55, καθώς η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται επί συμβατικώς οφειλόμενης αποζημιώσεως, αλλά μόνο επί αποζημιώσεως την οποία δικαιούται ο μισθωτός από τον Ν. 2112/20 ή το ΒΔ 16/18-7-20 (ΑΠ 177/13 ΔΕΕ 2013.989, ΕφΑθ 1114/95 ΕΕργΔ 1996.563, ΕφΑθ 6737/92 ΕλλΔνη 1993.230), παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 12 παρ. 1, 13, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621 - 622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/15) (...) Είναι δε επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης, δεδομένου ότι διαλαμβάνει όλα τα αξιούμενα από τον νόμο στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση και έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητάς της. Επίσης, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις εκτιθέμενες στη μείζονα σκέψη της διατάξεις και σε εκείνες των άρθρων 167, 174, 180, 281, 330, 361, 341, 345, 346, 349, 648, 655, 656, 669 ΑΚ και σε αυτές των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 3198/55, 1 του Ν. 1082/80 και της κατόπιν εξουσιοδότησης του ως άνω νόμου, 1 παρ. 1 και 3 της ΚΥΑ 19040/81 Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/66, 68, 69 παρ. 1 περ. α και 2 εδαφ. α’, 70, 106, 176, 191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, συμπεριλαμβανομένου τόσο του υπό στοιχείο (β) αγωγικού αιτήματος περί αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος, που στηρίζεται στην προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, το οποίο, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 61 του Ν. 4139/13, ρητά προβλέπει ότι επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, ο τελευταίος έχει δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την καταβολή των μισθών υπερημερίας, και την πραγματική απασχόλησή του (βλ. και ΑΠ 2011/14 ΤΝΠ Νόμος), όσο και του υπό στοιχείο (γ) αγωγικού αιτήματος περί καταβολής αποδοχών υπερημερίας και για χρονικό διάστημα μετά τη συζήτηση της αγωγής (έως τις 31-12-2018), παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδαφ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την άκυρη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, όπως ιστορείται ότι συνέβη εν προκειμένω (βλ. ΑΠ 538/17, ΑΠ 752/07, ΑΠ 597/06 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 294/01 ΕλλΔνη 2001,693). Σημειώνεται, ότι όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, με αγωγή, που ασκείται πριν από την επέλευση του αντιστοίχου χρονικού σημείου (άρθρο 69 παράγραφοι 1 περ. α’ και 2 εδαφ. α’ ΚΠολΔ), η επιδίκασή τους από το δικαστήριο γίνεται αθροιστικά για όλο το χρονικό διάστημα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και κατά μήνα για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 509/96 ΔΕΝ 53.8, ΕφΑθ 4330/06 ΕλλΔνη 2009.1094). Πλην, όμως, το αίτημα περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος από την απόλυση τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, καθώς μόνη η άκυρη απόλυση του μισθωτού, είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παράβασης του άρθρου 281 ΑΚ, δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητάς του, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει κατά τα άρθρ. 59 και 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκτός αν συντρέχουν και άλλα περιστατικά που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (ΑΠ 1540/06 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 778/95 ΔΕΝ 1997.235, ΕφΑθ 5592/99 ΕλλΔνη 2000.1402, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Γ’ εκδ. 2015), στην προκείμενη δε περίπτωση ο ενάγων δεν εκθέτει στην αγωγή του κανένα ειδικό στοιχείο ή συμπεριφορά της εναγομένης που να του προκάλεσε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του, περιοριζόμενος στην έκθεση των συνεπειών που συνεπάγεται εν γένει η απόλυση εργαζόμενου (απώλεια αποδοχών, εργασιακή ανασφάλεια, αγωνία για την ανεύρεση νέας θέσης εργασίας κ.λπ.). Επίσης, το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή πρέπει, όσον αφορά τα αναγνωριστικά αιτήματά της, να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την τελεσιδικία τους αποτελούν τίτλους εκτελεστούς και όχι οι αναγνωριστικές (αποφάσεις), η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές (βλ. ΕφΘεσ 28365/11 Αρμ. 2012.914, ΕφΑθ 628/03 ΕλλΔνη 2004.1470, ΕφΠειρ 1014/92 ΑρχΝ 1993.63, ΕφΑθ 3702/86 ΕλλΔνη 1986.706, Ν. Νίκας, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως Ι - Γενικό μέρος, 2010, σελ. 199, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρ. 907 αρ. 3). Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι αφενός μεν κατεβλήθη το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις για το (εναπομείναν) καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής, κατά το μέρος που αυτό υπερβαίνει κατά ποσό το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (20.000 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3994/11, και αφετέρου, ως εκ του χρόνου συζητήσεως της υπό κρίση αγωγής (ήτοι μετά τις 2-4-2012, χρόνο έναρξης ισχύος του άρθρ. 21 του Ν. 4055/12), δεν είναι πλέον αναγκαία η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για το αναγνωριστικό αντικείμενο της αγωγής (βλ. άρθρ. 7 ΝΔ 1544/42, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 21 του Ν. 4055/12).

Με το άρθρο 23α του Ν. 2190/20 «περί ανωνύμων εταιριών», που προστέθηκε με τον Ν. 5076/31 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ΝΔ 4237/62, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 33 Ν. 3604/07, ορίζεται: «1. α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων που εκάστοτε διέπουν τις συναλλαγές πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων με πρόσωπα τα οποία έχουν ειδική σχέση με αυτά, καθώς και του άρθρου 16α του παρόντος νόμου, δάνεια της εταιρίας προς τα πρόσωπα της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου απαγορεύονται και είναι απολύτως άκυρα. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για την παροχή πιστώσεων προς τα πρόσωπα αυτά με οποιονδήποτε τρόπο ή την παροχή εγγυήσεων ή ασφαλειών υπέρ αυτών προς τρίτους. β) ... γ) ... 2. Απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρίας με τα πρόσωπα της παραγράφου 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας με τρίτους. 3. Η άδεια της γενικής συνέλευσης κατά την προηγούμενη παράγραφο 2 δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. 4. Η άδεια της παραγράφου 2 μπορεί να παρασχεθεί και μετά τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι που εκπροσωπούν τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. 5. Οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί της εταιρίας, τους συζύγους και τους συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο επί της εταιρίας, εάν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε. Το καταστατικό μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και σε άλλα πρόσωπα, όπως ιδίως στους γενικούς διευθυντές και διευθυντές της εταιρίας. 6..... 7....». Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε άλλων συμβάσεων των αναφερόμενων στις διατάξεις αυτές προσώπων με την εταιρία και ότι κατ’ εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες, στις περιπτώσεις της προηγούμενης ειδικής έγκρισής τους από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή της ένταξής τους εντός των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας. Έτσι, προβάλλοντας η εταιρία την ακυρότητα ορισμένης σύμβασης, λόγω της καταρτίσεώς της με κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα, απόκειται στον μαχόμενο υπέρ του κύρους αυτής να προτείνει νομίμως και να αποδείξει την προηγούμενη έγκρισή της από τη γενική συνέλευση των μετόχων, με την οποία συμπληρώθηκε η αντίστοιχη εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ή ότι το αντικείμενο της σύμβασης αυτής εντάσσεται στα όρια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας υπό την ως άνω έννοια (ΑΠ 871/14 ΔΕΕ 2015.142, ΑΠ 2182/07 ΔΕΕ 2009.332, ΑΠ 452/05 ΕλλΔνη 2005.1446, 1462).

 (...) Η εναγομένη εγκύρως ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση περί καταβολής στον ενάγοντα, ο οποίος ήδη είχε συμπληρώσει 15 έτη υπηρεσίας, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, επιπρόσθετης (συμπληρωματικής) —πέραν της νόμιμης— αποζημίωσης απόλυσης, ίσης με τις μηνιαίες αποδοχές 15 μηνών. Η συμφωνία αυτή, περί καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης λόγω απολύσεως που απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), είναι σύμφωνη με την αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων και προβλέπεται, ρητώς, στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2112/20, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη που προηγείται, και επομένως η από αυτή δέσμευση της εναγόμενης εργοδότριας, εφόσον είναι ευνοϊκή για τον ενάγοντα, παραμένει ισχυρή. Ο δε ποσοτικός περιορισμός που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3198/55, σύμφωνα με την οποία, προκειμένου περί υπαλλήλου, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης δεν λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές κατά το μέρος που υπερβαίνουν «το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 30», δεν καταλαμβάνει και τη συμβατική αποζημίωση, διότι ο περιορισμός αυτός αφορά αποκλειστικά στη νόμιμη αποζημίωση, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Επομένως, βάση υπολογισμού της συμβατικής αποζημίωσης αποτελούν οι ακαθάριστες συμβατικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος εκ ποσού 13.700 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως στις 29-2-2016 τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Η προς αυτόν οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης αποτελείται από τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και τη συμβατική επιπρόσθετη (συμπληρωματική) αποζημίωση. Επισημαίνεται ότι η αποζημίωση απόλυσης υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές (μισθό) του εργαζόμενου που ελάμβανε κατά τον τελευταίο μήνα εργασίας του σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 554/02 ΕΕργΔ 2004.25, ΑΠ 695/01 ΕΕργΔ 2003.229, ΕφΘεσ 2556/03 Αρμ 2004.91, ΕφΑθ 2141/01 ΕλλΔνη 2001.1387). Τα επιδόματα εορτών που χορηγούνται από τον εργοδότη, συνυπολογίζονται για να βρεθεί το ποσό της αποζημίωσης λόγω απόλυσης, διότι θεωρούνται τακτικές αποδοχές, ήτοι η αποζημίωση προσαυξάνεται κατά το 1/6 του μηνιαίου μισθού με την προσθήκη της αναλογίας των επιδομάτων εορτών (ΑΠ 72/98 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 7317/95 ΕΑΕΔ 1996.284), καθώς και του επιδόματος αδείας που καταβάλλεται στον εργαζόμενο με την κανονική του άδεια (ΑΠ 546/99 ΔΕΝ 1999.1042, ΕφΑθ 9348/01 ΕλλΔνη 2003.216). Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένης της προϋπηρεσίας του ενάγοντος, η οποία στις 12-11-2012 (βλ. παρ. 3 της υποπαρ. ΙΑ.12 του άρθρ. πρώτου του Ν. 4093/12) ανερχόταν σε 21 συμπληρωμένα έτη, η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης που δικαιούται για τα συμπληρωμένα 16 έτη υπηρεσίας αντιστοιχεί στις αποδοχές 12 μηνών πλέον της προσαύξησης κατά ποσοστό 1/6 των επιδομάτων εορτών και αδείας. Επιπρόσθετα, ο ενάγων δικαιούται την επιπλέον αποζημίωση της περ. 3 της υποπαρ. ΙΑ.12 του άρθρ. πρώτου Ν. 4093/12, καθώς κατά τον χρόνο δημοσίευσης του τελευταίου νόμου είχε συμπληρώσει υπηρεσία ανώτερη των 17 ετών και συγκεκριμένα 21 ετών, η οποία αντιστοιχεί στις αποδοχές 5 μηνών πλέον της προσαύξησης κατά ποσοστό 1/6 των επιδομάτων εορτών και αδείας. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ. β’ Ν. 3198/55, για τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης δεν λαμβάνονται υπόψη οι μηνιαίες αποδοχές κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο επί τριάντα, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 Ν. 2112/20, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. πρώτο υποπαράγραφο ΙΑ.12 αρ. 3 Ν. 4093/12, για την επιπλέον νόμιμη αποζημίωση δεν λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που υπερβαίνουν το ποσό των 2.000 ευρώ(παρ. 6) . Στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 13.700 ευρώ, δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης για τα 16 έτη υπηρεσίας οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του κατά το μέρος που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη πολλαπλασιαζόμενο επί τριάντα, δηλαδή, καθώς το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 26,18 ευρώ (νομοθετημένος γενικός κατώτατος μισθός - άρθρο πρώτο υποπαρ. ΙΑ.11 Ν. 4093/12), του ποσού των 6.283 ευρώ (ήτοι 26,18 ευρώ Χ 8 Χ 30). Ως βάση υπολογισμού για την επιπλέον νόμιμη αποζημίωση που αντιστοιχεί στα υπόλοιπα έτη αποτελούν οι τακτικές αποδοχές του, κατά το μέρος που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 2.000 ευρώ. Βάσει αυτών, η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (περιλαμβανομένης και της νόμιμης επιπλέον αποζημίωσης) ανέρχεται στο ποσό των 106.748 ευρώ [75.398,40 ευρώ (6.283,20 ευρώ Χ 12 μήνες) + 10.000 ευρώ (2.000 ευρώ Χ 5 μήνες) = 85.398,40 ευρώ Χ 15/12 (λόγω συνυπολογισμού των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και ισολογισμού) = 106.748 ευρώ]. Η δε συμβατική πρόσθετη (συμπληρωματική) αποζημίωση απόλυσης που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, δεδομένης της συμπληρωμένης δεκαπενταετούς υπηρεσίας του ενάγοντος και της συμφωνηθείσας βάσης υπολογισμού της αποζημίωσης, ήτοι των συνολικών ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος κατά τον τελευταίο πλήρη μήνα απασχόλησής του, ανέρχεται στο ποσό των 205.500 ευρώ (13.700 ευρώ Χ 15 μήνες). Δηλαδή, η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, η οποία αποτελεί το άθροισμα της νόμιμης και της συμβατικής αποζημίωσης, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 312.248 ευρώ (106.748 + 205.500). Η εναγομένη κατέβαλε την ημέρα της καταγγελίας στον ενάγοντα το ακαθάριστο ποσό των 106.748 ευρώ (δηλαδή ύστερα από παρακράτηση ΦΜΥ εκ ποσού 5.349,60 ευρώ, το καθαρό ποσό των 101.398,40 ευρώ) ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και το ακαθάριστο ποσό των 94.248 ευρώ (δηλαδή ύστερα από παρακράτηση ΦΜΥ εκ ποσού 23.949,20 ευρώ, το καθαρό ποσό των 70.298,80 ευρώ) ως συμβατική πρόσθετη (συμπληρωματική) αποζημίωση, δηλαδή το συνολικό ποσό των 200.996 ευρώ, όπως συνομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης υπολείπεται της οφειλόμενης κατά το ποσό των 111.252 ευρώ (312.248 - 200.996). Σημειώνεται, ότι η εναγομένη υπολόγισε τη συμβατική αποζημίωση στο ποσό των 94.248 ευρώ θέτοντας ως βάση του υπολογισμού της το οκταπλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο επί τριάντα, και κατέβαλε το σύνολο του ποσού αυτού στον ενάγοντα, ισχυριζόμενη αβάσιμα ότι ο νομοθετικός περιορισμός της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ. β’ Ν. 3198/55, για τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης τυγχάνει εφαρμογής και επί της συμβατικής αποζημιώσεως, αρνούμενη επίμονα, παρά τις υποδείξεις του ενάγοντος, να υπολογίσει ορθώς αυτήν και μη έχοντας την πρόθεση να καταβάλει στον ενάγοντα πλήρη τη συμβατική αποζημίωση. Η μη καταβολή της πλήρους οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (ΑΠ 1822/11 - ΔΕΝ 2012.924) (...) Επισημαίνεται, ότι τα ποσά από το κάθε επιμέρους ως άνω επιδικαζόμενο κονδύλιο, που αντιστοιχούν στις νόμιμες κρατήσεις που η εναγομένη κατά νόμο υποχρεούται να παρακρατεί από τον μισθό του ενάγοντος και στη συνέχεια να αποδίδει στους δικαιούχους υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς Οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, ΟΑΕΔ, Εργατική Εστία, καθώς και φόρο μισθωτών υπηρεσιών κ.λπ. περιλαμβάνονται στον από την σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό του ενάγοντος που αποτελεί και αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και κατά συνέπεια δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες αποδοχές, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης επί των τελικά επιδικαζόμενων με αυτήν αποδοχών του μισθωτού και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (ΑΠ 506/17 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1271/05 ΝοΒ 2006.213, ΑΠ 1197/98 ΔΕΝ 1999.205, ΑΠ 1103/98 ΔΕΝ 1998.1034, ΕφΛαρ 231/07 Δικογραφία 2007.517). Συνεπώς, δεδομένου ότι τα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών κρατήσεων δεν είναι καταβλητέα στον εργαζόμενο ενάγοντα, αλλά ανήκουν σε τρίτους δικαιούχους, υπέρ των οποίων και παρακρατούνται και έτσι δεν συνιστούν την προς τον ενάγοντα μισθωτό οφειλόμενη χρηματική οφειλή, δεν οφείλονται στον τελευταίο τόκοι υπερημερίας επί των ποσών των οποίων δεν είναι δικαιούχος (ΑΠ 113/12 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 203/08 ΕΕργΔ 2009.447, ΑΠ 1103/98 ΔΕΝ 1998.1034). Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη και δη ως προς την καταψηφιστική διάταξη που αφορά στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, καθώς πρόκειται για καθυστερούμενες εργατικές αποδοχές, και συνεπώς η απόφαση κατά τη σχετική της διάταξη πρέπει να κηρυχθεί υποχρεωτικώς εκ του νόμου προσωρινώς εκτελεστή (άρθρο 910 περ. 4 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στην έννοια των καθυστερούμενων μισθών της ΚΠολΔ 910 περ. 4 περιλαμβάνονται και οι μισθοί υπερημερίας (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρ. 910 αρ. 2), απορριπτομένου του ως άνω παρεπόμενου αιτήματος σε σχέση με τη διάταξη περί υποχρεώσεως της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμου, καθώς δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν προς τούτο εξαιρετικοί λόγοι, δεδομένου ότι ο ενάγων, ήδη από τον μήνα Μάιο του έτους 2016, εργάζεται στην εταιρία «Ε ΑΕ», λαμβάνοντας ως αποδοχές το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως, όπως ο ίδιος κατέθεσε στο ακροατήριο.