Οι νέοι μηχανισμοί «επικύρωσης» των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας στο γαλλικό εργατικό δίκαιο

Κωνσταντίνας Χατζηλάου, Λέκτορος του Πανεπιστημίου Cergy-Pontoise (Γαλλία)

Μόλις ένα έτος μετά την υιοθέτηση του σημαντικού νόμου «σχετικά με την εργασία, τον εκσυγχρονισμό του κοινωνικού διαλόγου και τη διασφάλιση της επαγγελματικής σταδιοδρομίας» της 8ης Αυγούστου 2016 , η νέα Κυβέρνηση του Emmanuel Macron προχώρησε στην έκδοση έξι κανονιστικών διαταγμάτων με στόχο την περαιτέρω αναμόρφωση του γαλλικού εργατικού δικαίου . Επικυρωθέντα με νόμο της 29ης Μαρτίου 2018 , τα εν λόγω διατάγματα εισάγουν πληθώρα μεταρρυθμίσεων τόσο στις ατομικές όσο και στις συλλογικές σχέσεις εργασίας, μεταξύ των οποίων ορισμένες σημαντικές μεταρρυθμίσεις σχετικά με τη διαδικασία σύναψης των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ).

Σε αντίθεση με άλλα εθνικά νομικά συστήματα, στο γαλλικό εργατικό δίκαιο υφίστανται δύο είδη εκπροσώπων των εργαζομένων σε επιχειρησιακό επίπεδο: οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι (représentants syndicaux), οι οποίοι «διορίζονται» από τις αντιπροσωπευτικές στην επιχείρηση συνδικαλιστικές οργανώσεις,  και οι αιρετοί εκπρόσωποι (représentants élus), που εκλέγονται από το προσωπικό της επιχείρησης. Παραδοσιακά, η διαπραγμάτευση και η σύναψη των επιχειρησιακών ΣΣΕ εμπίπτει στην αρμοδιότητα των συνδικαλιστικών εκπροσώπων των αντιπροσωπευτικών συνδικάτων. Οι δε αιρετοί εκπρόσωποι μπορούν να συνάψουν τέτοιες συμβάσεις μόνο σε περίπτωση απουσίας συνδικαλιστικών εκπροσώπων και υπό συγκεκριμένες αυστηρά οριζόμενες από το νόμο προϋπόθεσεις. Ωστόσο, αυτό το σχετικά σαφές νομικό πλαίσιο αποτέλεσε πρόσφατα αντικείμενο σημαντικών μεταβολών, κυρίως με τη θέσπιση ενός νέου νομικού μηχανισμού: της διαδικασίας επικύρωσης των επιχειρησιακών ΣΣΕ από τους ίδιους τους εργαζομένους της επιχείρησης (consultation des salariés). Για την καλύτερη κατανόηση των επιπτώσεων αυτού του μηχανισμού, θα εξετάσουμε διαδοχικά τη διαδικασία σύναψης ΣΣΕ στις επιχειρήσεις που διαθέτουν συνδικαλιστικούς εκπροσώπους (A) και σε αυτές που στερούνται τέτοιων εκπροσώπων (B).

 A. Σύναψη επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας παρουσία συνδικαλιστικών εκπροσώπων

Σύμφωνα με το προηγούμενο νομικό καθεστώς, οι ΣΣΕ στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζομένους και διαθέτουν συνδικαλιστικούς εκπροσώπους[5] έπρεπε, επί ποινή ακυρότητας, να πληρούν δύο βασικές προϋπόθεσεις. Πρώτον, η σύμβαση έπρεπε να συνάπτεται μεταξύ του εργοδότη και μίας ή περισσοτέρων αντιπροσωπευτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων που είχαν λάβει τουλάχιστον 30% των ψήφων κατά τις τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών εκπροσώπων των εργαζομενων. Δεύτερον, δεν έπρεπε να αντιτίθενται στη σύναψη της σύμβασης αυτής ένα ή περισσότερα εκ των μη συμβαλλομένων αντιπροσωπευτικών συνδικάτων που είχαν λάβει περισσότερο από 50% των ψήφων κατά τις εν λόγω εκλογές.

Αυτές οι δύο προυποθέσεις – που ως βασικό στόχο είχαν να προσδώσουν στις συναφθείσες συλλογικές συμβάσεις επαρκή νομιμοποίηση – μεταβλήθηκαν σημαντικά κατά τα τελευταία χρόνια. Η πρώτη σημαντική μεταβολή εισήχθη με τον νόμο της 8ης Αυγούστου 2016, ο οποίος προέβη στην αύξηση του ποσοστού εκπροσώπησης των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων και στην κατάργηση της δυνατότητας των μη συμβαλλόμενων συνδικάτων να αντιτίθενται στη σύναψη της συλλογικής σύμβασης. Κατά συνέπεια, οι επιχειρησιακές ΣΣΕ θεωρούνται έγκυρες όταν συνάπτονται από αντιπροσωπευτικά συνδικάτα που έχουν λάβει περισσότερο από 50% των ψήφων κατά τις τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων[6]. Η δεύτερη – και ίσως η κυριότερη – αλλαγή που εισήχθη με το νόμο της 8ης Αυγούστου 2016 αφορά τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διαδικασία σύναψης των επιχειρησιακών ΣΣΕ. Πράγματι, εάν οι συμβαλλόμενες συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν συγκεντρώνουν το απαιτούμενο ποσοστό (περισσότερο από 50%), μία ή περισσότερες από αυτές μπορούν, εφόσον έχουν λάβει περισσότερο από 30%, να ζητήσουν τη διενέργεια ειδικής ψηφοφορίας με σκοπό την επικύρωση της σύμβασης από τους ίδιους τους εργαζομένους. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι ένα από τα προσφάτα κανονιστικά διατάγματα της Κυβέρνησης Macron προβλέπει ότι, σε περίπτωση που καμία από τις συμβαλλόμενες συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν ζητήσει τη διεξαγωγή της εν λόγω ψηφοφορίας, ο εργοδότης μπορεί να την πραγματοποιήσει με δική του πρωτοβουλία υπό την προϋπόθεση ότι κανένα από τα συνδικάτα δεν αντιτίθεται σε αυτή[7].

Ο ανωτέρω ιδιότυπος μηχανισμός επικύρωσης επιχειρησιακών ΣΣΕ με ψηφοφορία των εργαζομένων προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, έντονες επικρίσεις εκ μέρους της γαλλικής θεωρίας. Καταρχάς, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η προσφυγή σε ψηφοφορία έχει ως αποκλειστικό σκοπό την επικύρωση «μειοψηφικών» συλλογικών συμβάσεων (accords minoritaires, ήτοι συμβάσεις που συνάπτονται από τις μειοψηφούσες συνδικαλιστικές οργανώσεις) και όχι, για παράδειγμα, την απόρριψη πλειοψηφικών συλλογικών συμβάσεων. Συνεπώς, η ψηφοφορία δεν αποσκοπεί πραγματικά στο να ενισχύσει τη «φωνή» των εργαζομένων στο πλαίσιο της επιχείρησης, αλλά στο να διευκολύνει την έγκυρη σύναψη συμβάσεων που απορρίπτονται από τα πλειοψηφούντα συνδικάτα και ενδεχομένως περιέχουν δυσμενείς για τους εργαζομένους διατάξεις. Εξάλλου, δεδομένου ότι η ψηφοφορία μπορεί πλέον να διεξάγεται με πρωτοβουλία του ίδιου του εργοδότη, η πιθανότητα οι εργαζομένοι να υποκύψουν σε ενδεχόμενες εργοδοτικές πιέσεις και να επικυρώσουν με την ψήφο τους τέτοιου είδους συμβάσεις αυξάνεται αισθητά. Γενικότερα ακόμη, ο νέος μηχανισμός επικύρωσης ενέχει τον κίνδυνο σταδιακού παραγκωνισμού των συνδικαλιστικών οργανώσεων – και δη των πλειοψηφούντων συνδικαλιστικών οργανώσεων – κατά τη διαδικασία σύναψης των επιχειρησιακών ΣΣΕ.

B. Σύναψη επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας ελλείψει συνδικαλιστικών εκπροσώπων

Ηδη από το 1995, το γαλλικό εργατικό δίκαιο προβλέπει τη δυνατότητα σύναψης ΣΣΕ σε μικρότερου μεγέθους επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν συνδικαλιστικούς εκπροσώπους[8]. Με δύο σημαντικές νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που έλαβαν χώρα το 2015 και το 2016, η δυνατότα αυτή διευρύνθηκε αισθητά και, μέχρι πρότινος, το νομικό πλαίσιο επί του θέματος είχε ως εξής: πρώτον, ελλείψει συνδικαλιστικών και αιρετών εκπροσώπων στην επιχείρηση, οι ΣΣΕ μπορούσαν να υπογραφούν από εργαζομένους ειδικά «εντεταλμένους» γι αυτό το σκοπό από αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις σε κλαδικό ή εθνικό επίπεδο. Σε αυτήν την περίπτωση, η συναφθείσα ΣΣΕ έπρεπε όμως να επικυρωθεί από την πλειοψηφία των εργαζομένων στην επιχείρηση. Δεύτερον, σε επιχειρήσεις που διέθεταν μόνον αιρετούς εκπροσώπους, οι ΣΣΕ μπορούσαν να συναφθούν είτε από αιρετούς εκπρόσωπους ειδικά εντεταλμένους γι αυτόν το σκοπό από αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις σε κλαδικό ή εθνικό επίπεδο, είτε από μη εντεταλμένους αιρετούς εκπροσώπους που είχαν όμως συγκεντρώσει την πλειοψηφία κατά τις τελευταίες εκλογές για την ανάδειξη αιρετών εκπροσώπων. Στην πρώτη περίπτωση (σύναψη ΣΣΕ από εντεταλμένο αιρετό εκπρόσωπο), η σύμβαση έπρεπε και πάλι να επικυρωθεί από την πλειοψηφία των εργαζομένων.

Το αρκετά περίπλοκο αυτό νομικό πλαίσιο μεταβλήθηκε εκ νέου με ένα από τα έξι πρόσφατα κανονιστικά διατάγματα της Κυβέρνησης Macron[9]. Η σημαντικότερη ίσως μεταβολή αφορά τις επιχειρήσεις με λιγότερους από 11 εργαζομένους, στις οποίες δεν προβλέπεται καταρχήν κανένα συνδικαλιστικό ή αιρετό όργανο εκπροσώπησης[10] και στις οποίες, όπως προελέχθη, οι ΣΣΕ μπορούσαν να υπογραφούν από εργαζομένους εντεταλμένους γι αυτό το σκοπό από αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις σε κλαδικό ή εθνικό επίπεδο. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του γαλλικού εργατικού κώδικα, στις επιχειρήσεις αυτές ο εργοδότης έχει στο εξής τη δυνατότητα να προτείνει στους εργαζομένους ένα «σχέδιο συμφωνίας» (projet d’accord), σχετικό με το σύνολο των θεμάτων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συλλογικής διαπραγμάτευσης σε επιχειρησιακό επίπεδο. Σε περίπτωση που το σχέδιο αυτό επικυρωθεί, κατόπιν ψηφοφορίας, από τα 2/3 των εργαζομένων της επιχείρησης, η εν λόγω συμφωνία αποκτά ισχύ επιχειρησιακής σύμβασης.

Ο ανωτέρω μηχανισμός επικύρωσης επιχειρησιακών ΣΣΕ – που αφορά σημαντικό ποσοστό των γαλλικών επιχειρήσεων – προκάλεσε ευλόγως θύελλα αντιδράσεων. Για πρώτη φορά στην ιστορία του γαλλικού εργατικού δικαίου, προβλέπεται δυνατότητα μονομερούς κατάρτισης επιχειρησιακών ΣΣΕ από τον εργοδότη, χωρίς καμία διαδικασία διαπραγμάτευσης με τους (συνδικαλιστικούς, αιρετούς, ή έστω «εντεταλμένους») εκπροσώπους των εργαζομένων και χωρίς καμία ουσιαστική θεσμική εγγύηση προστασίας των συμφερόντων αυτών. Επιπλέον, δεδομένης της – αρκετά γενικευμένης πλέον – δυνατότητας των επιχειρησιακών ΣΣΕ να προβλέπουν όρους εργασίας που αποκλίνουν (επί το χείρον) των όρων εργασίας που προβλέπονται από νομοθετικές διατάξεις ή κλαδικές ΣΣΕ, είναι προφανές το πόσο επικίνδυνος μπορεί να αποβεί ο εν λόγω μηχανισμός επικύρωσης των επιχειρησιακών ΣΣΕ τόσο για τα συμφέροντα των εργαζομένων όσο και, γενικότερα, για το θεσμό της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Χωρίς καμία αναμφιβολία πλέον, ο γάλλος νομοθέτης βαδίζει σταθερά στα χνάρια των μεταρρυθμίσεων που υιοθετήθηκαν στις χώρες «του νότου»...

[1]              Βλ. Loi n° 2016-1088 du 8 août 2016 relative au travail, à la modernisation du dialogue social et à la sécurisation des parcours professionnels, JORF, 9.8.2016, n° 184.

[2]              Για μία αναλυτική παρουσίαση αυτών των διαταγμάτων, βλ. Β. Πάλλη, «Πρόσφατες μεταρρυθμίσεις του γαλλικού εργατικού κώδικα: από το δίκαιο προστασίας των εργαζομένων στο δίκαιο προστασίας των επιχειρήσεων», Εφημερίδα της ΕΔΕΚΑ, 2/2017.

[3]              Βλ. Loi n° 2018-217 du 29 mars 2018 ratifiant diverses ordonnances prises sur le fondement de la loi n° 2017-1340 du 15 septembre 2017 d’habilitation à prendre par ordonnances les mesures pour le renforcement du dialogue social, JORF, 31.3.2018, n° 76.

[4]              Ο γαλλος νομοθέτης χρησιμοποιεί τον ανακριβή κατά την άποψή μας όρο «consultation» (διαβούλευση).

[5]              Στις επιχειρήσεις που απασχολούν λίγότερους από 50 εργαζομένους, ένας αιρετός εκπρόσωπος μπορεί ωστόσο να «διοριστεί» ως συνδικαλιστικός εκπρόσωπος.

[6]              Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι ο ίδιος νόμος μετέβαλε τη βάση υπολογισμού του (αυξημένου πλέον) ποσοστού εκπροσώπησης των συμβαλλόμενων σωματείων. Πράγματι, ενώ υπό το προηγούμενο καθεστώς το απαιτούμενο ποσοστό (30%) υπολογιζόνταν στη βάση των ψήφων που ελάμβαναν όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις (αντιπροσωπευτικές και μη), υπό το νέο καθεστώς το νέο ποσοστό (50%) υπολογίζεται πλέον στη βάση των ψήφων που λαμβάνουν οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις.

[7]              Για μία πιο αναλυτική περιγραφή της διαδικασίας, βλ. το αρ. L. 2232-12 του γαλλικού εργατικού κώδικα. 

[8]              Βλ. Cass. soc., 25 janvier 1995, Bull. civ. V, n° 40.

[9] Βλ. τα νέα άρθρα L. 2232-21 κ.επ. του γαλλικού εργατικού κώδικα.

[10] Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι νέες διατάξεις αφορούν επίσης τις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 20 εργαζομένους και δεν διαθέτουν αιρετούς εκροσώπους.