Κράτος δικαίου και εργατικές διαφορές στο Ηνωμένο Βασίλειο: To θέμα των δικαστικών τελών

Αριστέας Κουκιαδάκη, Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ

Τον Μάρτιο 2018, η υπηρεσία των δικαστηρίων εργατικών διαφορών του Ηνωμένου Βασιλείου δημοσίευσε τα πιο πρόσφατα στοιχεία σχετικά με τον αριθμό προσφυγών για την περίοδο Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2017. Τα στοιχεία αυτά κατέδειξαν σημαντική αύξηση των προσφυγών, σε κάποιες περιπτώσεις κατά 100%. Παρόλα αυτά, δεδομένου ότι οι προσφυγές είχαν μειωθεί κατά περίπου 77% τα προηγούμενα χρόνια λόγω της εισαγωγής δικαστικών τελών, η πρόσφατη αύξηση επανέφερε απλώς το σύστημα μεταξύ του μισού και των δύο τρίτων του αριθμού των προσφυγών που υπήρχαν πριν από την εισαγωγή των δικαστικών τελών. Η υποχρέωση καταβολής δικαστικών εξόδων αναφορικά με εργασιακές διαφορές είχε εισαχθεί με το διάταγμα «Employment Tribunals and the Employment Appeal Tribunal (Fees) Order 2013». Κύριος στόχος της εισαγωγής τους ήταν να εξασφαλισθεί ότι οι χρήστες «πλήρωναν» για την πρόσβαση στο δικαστικό σύστημα, να προωθηθούν οι εξωδικαστικοί συμβιβασμοί και να αποθαρρυνθούν αδύναμες ή κακόβουλες προσφυγές.

 Η απότομη αύξηση που παρατηρήθηκε την περίοδο Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2017 ήταν η άμεση συνέπεια της απόφασης του Ανώτατου Δικαστήριου, που εκδόθηκε στις 26 Ιουλίου 2017 (R​ ​(UNISON)​ ​v​ ​Lord​ ​Chancellor​ ​[2017]​ ​3​ ​WLR​ ​409). Σε μία απόφαση τομή για το εργατικό δίκαιο, το Δικαστήριο έκρινε ότι το διατάγμα ήταν παράνομο και άκυρο ab initio. Ένας εξέχων blogger του εργατικού δικαίου χαρακτήρισε την απόφαση ως την «μεγαλύτερη νίκη στην ιστορία του εργατικού δικαίου» και είναι άξιο λόγου ότι η απόφαση θα αναφέρεται πάντοτε με το όνομα της συνδικαλιστικής οργάνωσης που είχε το θάρρος να αμφισβητήσει νομικά την εισαγωγή των τελών.[1] Είναι όντως δύσκολο να βρούμε οποιαδήποτε άλλη απόφαση στο εργατικό δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου που να επηρεάζει κάθε πιθανή αξίωση και δικαστική απόφαση σχετική με εργατικές διαφορές. Αργότερα την ίδια ημέρα, τα δικαστήρια εργατικών διαφορών σε ολόκληρη τη χώρα άρχισαν να εκδίδουν ανακοινώσεις ενημερώνοντας τους ενάγοντες ότι δεν χρειάζεται πλέον να καταβάλουν τέλη.

Η προσφυγή της Unison, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ξεκίνησε την εποχή που τέθηκε σε ισχύ το διάταγμα, όταν υπήρχαν ακόμα ελάχιστα εμπειρικά στοιχεία για την επίδρασή της εισαγωγής των εξόδων. Καθώς η υπόθεση προχωρούσε στην ιεραρχία των δικαστηρίων, όλο και περισσότερα στοιχεία προέκυπταν, απορρίπτοντας την πρόβλεψη της τότε κυβέρνησης ότι οι ενάγοντες σε εργατικές διαφορές δεν θα επηρεάζονταν από αυτήν την εισαγωγή. Όταν η υπόθεση έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο, έκθεση του ίδιου του Υπουργείου αναγνώριζε ότι περίπου 14.000 ενάγοντες κάθε χρόνο δεν υπέβαλαν προσφυγές λόγω των εξόδων, εκ των οποίων οι 8.000 δήλωσαν ότι αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να τα πληρώσουν.Είναι αλήθεια ότι η απόφαση επισήμανε ότι η εισαγωγή των εξόδων είχε πολύ μικρότερη  συμβολή στην λειτουργία του δικαστικού συστήματος από ό,τι προβλεπόταν, δεν απέτρεψε την αποφυγή κακόβουλων αγωγών και δεν φαινόταν να είχε βελτιώσει το ποσοστό των διαφορών που τύγχαιναν αντικείμενο εξωδικαστικού συμβιβασμού. Αλλά στο επίκεντρο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου βρισκόταν η σημασία του συνταγματικού δικαιώματος πρόσβασης στα δικαστήρια, ένα ουσιαστικό στοιχείο του κράτους δικαίου. Σε μια απόφαση που υποδεικνύει πιθανές εξελίξεις στην μετά Brexit εποχή στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Λόρδος Reed ξεκίνησε την ανάλυση του, όχι αναφέροντας το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή τις αρχές αποτελεσματικότητας της ΕΕ, αλλά το κοινό δίκαιο.  Σε αντίθεση με τα επιχειρήματα της κυβέρνησης, ο Λόρδος Reed εξήγησε ότι η ανεμπόδιστη πρόσβαση στα δικαστήρια αποτελεί δημόσιο συμφέρον, διότι τα δικαστήρια αποτελούν το μέσο για να διασφαλιστεί ότι οι νόμοι που έχουν θεσπιστεί από το Κοινοβούλιο εφαρμόζονται και επιβάλλονται σε συστημικό επίπεδο. Στην περίπτωση των εργασιακών δικαιωμάτων, η έλλειψη δυνατότητας προσφυγής θα σήμαινε ότι οι νόμοι δεν θα είχαν το γενικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα για τους εργοδότες που σκόπευε το Κοινοβούλιο. Αυτή η έννοια του κράτους δικαίου είναι στην πραγματικότητα νέα:[2] σε περίπτωση απουσίας κρατικής επιβολής, ιδιωτικα μέσα όπως προσφυγές όχι μόνο προασπίζουν τα νόμιμα  δικαιώματα των ατόμων, αλλά αποτελούν και μέσο για την προστασία των δημοσίων αγαθών που έχουν αναγνωρισθεί ώς άξια προστασίας από το Κοινοβούλιο.

Αναφερόμενος σε επιστολή Λόρδου Καγκελαρίου μιας «προηγούμενης γενιάς», ο Λόρδος Reed κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάθε περιορισμός στην πρόσβαση στα δικαστήρια για την προστασία υφιστάμενων δικαιωμάτων θα είναι παράνομος αν υπάρχει «πραγματικός κίνδυνος» να  παρεμποδίσει με αποτελεσματικό τρόπο την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, εκτός και αν επιβάλλεται ειδικά από το Κοινοβούλιο ή το Κοινοβούλιο παρέχει εξουσιοδότηση για την επιβολή του. Εναλλακτικά, θα είναι παράνομος αν ο βαθμός διείσδυσης υπερέβαινε αυτό που δικαιολογούνταν από τους στόχους της σχετικής διάταξης, σημείο που προσιδιάζει  στην αρχή αναλογικότητας βάσει του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Όσον αφορά την πρώτη αρχή, ο Λόρδος Reed κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εισαγωγή τελών εμπόδισε αποτελεσματικά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Όσον αφορά τη δεύτερη αρχή, διαπιστώθηκε ότι και αυτή παραβιάστηκε, καθώς τα τέλη δεν δικαιολογούνταν ως αναγκαία παρέμβαση στο δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια. Η κυβέρνηση δεν είχε προσκομίσει κανένα στοιχείο που να δείχνει γιατί τα τέλη είχαν καθοριστεί στο επίπεδο που είχαν και είχε υποθέσει λανθασμένα ότι όσο υψηλότερο είναι το τέλος, τόσο υψηλότερο και το εισόδημα που δημιουργείται. Επίσης, η κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι τα τέλη πληρούσαν τους άλλους στόχους, όπως η αποθάρρυνση των ασθενών προσφυγών.  Ήταν, επίσης, σημαντικό, κατά το δικαστήριο, ότι η κυβέρνηση δεν κατάφερε να εξετάσει τα δημόσια οφέλη που απορρέουν από την εφαρμογή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει το Κοινοβούλιο.

Το βραχυπρόθεσμο και αδιαμφισβήτητο αποτέλεσμα της απόφασης ήταν ότι τα τέλη έπαψαν να είναι πληρωτέα από την ημερομηνία της απόφασης. Το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα είναι ότι οποιοδήποτε αντίστοιχο καθεστώς στο μέλλον θα είναι νομικά ευάλωτο, εάν παραβιάζει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα του κοινού δικαίου που αναγνωρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο - ένα δικαίωμα που θα επιβιώσει του Brexit ή οποιωνδήποτε τυχόν προτάσεων για την τροποποίηση ή την κατάργηση του νόμου περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων του 1998. Σε γενικότερο επίπεδο, η θεώρηση για το κράτος δικαίου και η ανάλυση του κοινού δικαίου δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη θα αντηχούν σε πολλαπλούς τομείς του δικαίου στο μέλλον.

[1] Οι συνήγοροι της Unison ήταν ο Michael Ford και ο Mark Whitcombe. Συνέγραψαν μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση της απόφασης: Michael Ford and Mark Whitcombe, Unison v Lord Chancellor: Making Employment Rights Effective Again, ELA Briefing, 1 Οκτωβρίου 2017.

[2] Η ανάλυση των Michael Ford and Mark Whitcombe αναδεικνύει αυτό το ζήτημα.