Νομοθετική πρωτοβουλία αναμόρφωσης του καθεστώτος μερικής απασχόλησης με στόχο την βελτίωση του συνδυασμού οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής στη Γερμανία

Ευφροσύνης Μπακιρτζή, Δικηγόρου, LL.M., Μ.Δ.Ε. Διεθνών Σπουδών, Υποψ. Δρ., Ερευνήτριας στο Ινστιτούτο Εργατικού Δικαίου Νομικής Σχολής, Πανεπιστημίο Goethe Frankfurt am Main (Γερμανία)

Οι τελευταίες Ομοσπονδιακές κοινοβουλευτικές εκλογές στη Γερμανία δεν έφεραν πλειοψηφία ενός κόμματος το οποίο θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση. Συνεπώς, πολύμηνες διαπραγματεύσεις ήταν αναγκαίες προκειμένου να επιτεύχθει ένας κυβερνητικός συνασπισμός, ο επωνομαζόμενος Μεγάλος Συνασπισμός (Große Koalition – Groko), ο οποίος βασίζεται πάνω σε μία συμφωνία συγκυβέρνησης, το λεγόμενο Koalitionsvertrag. Στο πλαίσιο όσων έχουν συμφωνηθεί στο Koalitionsvertrag, δημοσίευθηκε στις 17 Απριλίου 2018 ένα σχέδιο νόμου που αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη του δικαιώματος στην μερική εργασία (Entwurf eines Gesetzes zur Weiterentwicklung des Teilzeitrechts) και την εισαγωγή της μερικής απασχόλησης-γέφυρας (Brückenteilzeit).

Σύμφωνα με το εν λόγω σχέδιο νόμου, αναγνωρίζεται η σπουδαιότητα της μέριμνας για θέματα εργασίας, ισότητας και οικογενειακής πολιτικής, όπου οι εργαζόμενοι θα μπορούν να εργάζονται οικειοθελώς με μερική απασχόληση, αλλά δεν θα πρέπει να παραμένουν υποχρεωτικά και ακούσια στη μερική απασχόληση. Για το λόγο αυτό, η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιδιώκει να διευρύνει το ισχύον δικαίωμα στη μερική απασχόληση ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις προτιμήσεις των εργαζομένων όσον αφορά στον χρόνο εργασίας τους. Σύμφωνα με τις έως τώρα ισχύουσες διατάξεις, και συγκεκριμένα την παράγραφο 9 του Νόμου για την μερική απασχόληση και την απασχόληση ορισμένου χρόνου (Teilzeit- und Befristungsgesetz – TzBfG, §9), όποιος εργάζεται με μερική απασχόληση και επιθυμεί να επιστρέψει στην πλήρη απασχόληση, έχει τη δυνατότητα να κοινοποιήσει τη σχετική επιθυμία του στον εργοδότη και σε περίπτωση που ανακύψει κενή θέση πλήρους απασχόλησης, ο εν λόγω εργαζόμενος έχει προτεραιότητα στην πλήρωση της θέσης αυτής, με την προυπόθεση ότι διαθέτει τα ίδια προσόντα με τον επικρατέστερο υποψήφιο για τη θέση. Ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί την πλήρωση της θέσης από τον εν λόγω εργαζόμενο σε περίπτωση που συντρέχουν κατεπείγοντες επιχειρησιακοί λόγοι ή η επιθυμία άλλου εργαζόμενου σε μερική απασχόληση να επανέλθει στην πλήρη απασχόληση.

 Η καινοτομία αυτού του σχεδίου νόμου έγκειται στο ότι θα ισχύσουν πλέον δύο αξιώσεις για απασχόληση με μερική εργασία. Η πρώτη είναι αυτή που μέχρι τώρα ισχύει, δηλαδή η αξίωση του εργαζομένου να μειώσει τον χρόνο εργασίας του χωρίς να υπάρχει περιορισμός στη χρονική διάρκεια αυτής της μείωσης (Anspruch auf zeitlich nicht begrenzte Teilzeitarbeit). Η δεύτερη αξίωση που εισάγεται με το νέο νόμο αφορά μια μείωση του χρόνου εργασίας για περιορισμένη χρονική διάρκεια (Anspruch auf zeitlich begrenzte Teilzeitarbeit - Brückenteilzeit). Σύμφωνα με την παράγραφο 9α η οποία πρόκειται να προστεθεί στο κείμενο του Νόμου για την μερική απασχόληση και την απασχόληση ορισμένου χρόνου, προκειμένου να μπορέσει ο εργαζόμενος να αξιώσει αυτή τη μείωση του χρόνου εργασίας, θα πρέπει να συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Πρώτον, ο εργοδότης θα πρέπει να απασχολεί κατά κανόνα συνολικά περισσότερους από 45 εργαζόμενους. Όσον αφορά εργοδότες που απασχολούν από 46 έως 200 εργαζόμενους, εισάγονται με το νέο νόμο όρια ανεκτικότητας της νέας αυτής μορφής εργασίας, ήτοι ισχύει ο περιορισμός ότι ένας μέγιστος αριθμός εργαζομένων στην επιχείρηση ο οποίος καθορίζεται από τις επιμέρους διατάξεις του νόμου, μπορεί να κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας και να αξιώσει την μείωση του χρόνου εργασίας τους. Δεύτερον, η συμβατική σχέση εργασίας θα πρέπει να έχει διάρκεια μεγαλύτερη από έξι μήνες. Τρίτον, ο χρόνος εργασίας που είχε συμφωνηθεί αρχικά στη σύμβαση εργασίας (πλήρης ή μερική απασχόληση), θα πρέπει να μειωθεί εκ των προτέρων για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο μπορεί να ανέλθει τουλάχιστον σε ένα έτος και το ανώτατο σε πέντε έτη.

Μετά το πέρας του χρονικού διαστήματος για το οποίο είχε συμφωνηθεί η μείωση του χρόνου εργασίας, ο εργαζόμενος επιστρέφει στο καθεστώς του αρχικά συμφωνηθέντα χρόνου εργασίας. Προκειμένου να ζητήσει εκ νέου ο εργαζόμενος την μείωση του χρόνου εργασίας του σύμφωνα με τις διατάξεις του σχεδίου νόμου, είναι απαραίτητη η παρέλευση ενός έτους από την επιστροφή του στον αρχικά συμφωνηθέντα στη σύμβαση χρόνο εργασίας.

Είναι αξιοσημείωτο ότι και για τις δύο παραπάνω αναφερόμενες αξιώσεις μείωσης του χρόνου εργασίας δεν είναι αναγκαία η συνδρομή συγκεκριμένων περιστάσεων ή λόγων, όπως για παράδειγμα η ανατροφή παιδιών ή η φροντίδα συγγενών.

Η διαδικασία υποβολής του αιτήματος για τη μερική απασχόληση-γέφυρα (Brückenteilzeit) είναι η ίδια με την μέχρι τώρα διαδικασία για μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς χρονικό περιορισμό. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει να ενσωματωθεί αποτελεσματικά η νέα αυτή μορφή εργασίας στο ήδη υπάρχον σύστημα μερικής απασχόλησης. Ειδικότερα, η αίτηση είναι αναγκαίο να γίνει γραπτώς το αργότερο τρεις μήνες πριν την έναρξη της μείωσης του χρόνου εργασίας και ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να εξετάσει την επιθυμία του εργαζομένου σχετικά με την μείωση του χρόνου εργασίας ανεξάρτητα από τον αριθμό των απασχολούμενων στην επιχείρηση. Το αργότερο έναν μήνα πριν την αρχή του μειωμένου ωραρίου θα πρέπει ο εργοδότης να κοινοποιήσει την απόφασή του γραπτώς στον εργαζόμενο.    

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου, η μερική απασχόληση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της σύγχρονης οργάνωσης της εργασίας, καθώς επιτρέπει την περαιτέρω επιδίωξη ιδιωτικών εργασιών και ενδιαφερόντων παράλληλα με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Πολλοί είναι οι εργαζόμενοι που επιλέγουν να μειώσουν τον χρόνο εργασίας τους ώστε να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις οικογενειακές τους υποχρεώσεις ή να ολοκληρώσουν κάποια μετεκπαίδευση ή ακόμη να αφιερώσουν χρόνο στην εθελοντική εργασία.

Απώτερος στόχος του νέου νόμου είναι η διασφάλιση επαγγελματικού προγραμματισμού και προβλέψιμου εισοδήματος, συμπεριλαμβανομένων και όσων απασχολούνται σε εργασία ύστερα από κλήση (ετοιμότητα εργασίας)[1] ώστε να περιοριστεί η επιπρόσθετη εργασία ύστερα από κλήση. Με τις νέες διατάξεις πρόκειται να διευκολυνθεί η μετάβαση από την πλήρη απασχόληση σε μερική και αντιστρόφως. Επίσης, προκειμένου οι εργοδότες να διαθέτουν ασφάλεια στην οργάνωση της εργασίας και του προσωπικού, δεν χωρεί αξίωση αλλαγής του χρόνου εργασίας όσο ισχύει η μερική απασχόληση – γέφυρα (Brückenteilzeit), δηλαδή η μείωση του χρόνου εργασίας με χρονικό περιορισμό. Ωστόσο, επιτρέπονται αλλαγές εφόσον υπάρξει αμοιβαία συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου.

Ο νέες αυτές διατάξεις στοχεύουν στην εξισορρόπηση των συμφερόντων των εργαζομένων και των εργοδοτών. Παρόλα αυτά, ακόμη και πριν την ψήφιση του νόμου έχουν εκφραστεί επιφυλάξεις και κριτικές σκέψεις ως προς την αποτελεσματικότητα των νέων ρυθμίσεων. Ειδικότερα, εκφράστηκε κριτική ως προς τα προδιαγεγραμμένα από τις διατάξεις του νόμου ανώτατα και κατώτατα όρια του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο μπορεί να ισχύσει η μερική απασχόληση – γέφυρα (Brückenteilzeit) όπως επίσης και η γενίκευση των δικαιολογητικών λόγων για την αξίωση μείωσης του χρόνου εργασίας, των λόγων απόρριψης της αίτησης και των ρυθμίσεων για την εργασία ύστερα από κλήση όπως προδιαγράφονται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου και στο σχέδιο νόμου.[2] Τέλος, αμφισβητείται κατά πόσο εισάγεται μία γνήσια αξίωση μείωσης του χρόνου εργασίας ή μία υποχρέωση διαπραγμάτευσης  χωρίς γνήσιο ενοχικό χαρακτήρα.[3]

[1] Ετοιμότητα εργασίας είναι μία μορφή οργάνωσης της εργασίας σύμφωνα με την οποία εργαζόμενοι, συνήθως με μερική απασχόληση, παρέχουν την εργασία τους ανάλογα με τον φόρτο εργασίας της επιχείρησης. Για παράδειγμα, μία εβδομάδα πρέπει ο εργαζόμενος να παρέχει την εργασία του περισσότερες ώρες και την επόμενη εβδομάδα λιγότερες ως αντιστάθμισμα. Η μορφή αυτή εργασίας ρυθμίζεται στην παράγραφο 12 του Νόμου για την μερική απασχόληση και την απασχόληση ορισμένου χρόνου (TzBfG, §12).

[2] Gregor Thüsing, Brückenteilzeit & Co.: Vorschläge, es besser zu machen, BB 2018, 1076-1079.

[3] Frank Bayreuther, Entwurf eines Gesetzes zur Brückenteilzeit, NZA 2018, 566-568.