Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης 487/2018: «περί εφάπαξ βοηθήματος» (Με παρατηρήσεις του Καθηγητή της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Άγγελου Στεργίου)

 

[…] Η αρχή που θεσμοθετήθηκε με το άρθρο 288 του ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", είναι εφαρμοστέα επί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων και του οφειλέτη και του δανειστή, οι οποίες απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτής, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη προστασία αυτή. Λειτουργεί δε η ως άνω αρχή τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες εξαιτίας συνδρομής ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, παρέχοντας στο δικαστήριο τη δυνατότητα όπως, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, προσδιορίζει την εκπληρωτέα παροχή, περιστέλλοντας ή επεκτείνοντας το συμφωνηθέν μέγεθος της, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως κατά το χρόνο της εκπληρώσεώς της. Ενόψει της διορθωτικής της αυτής λειτουργίας η αρχή του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται ακόμη και επί προβλεφθείσας μεταβολής των συνθηκών επί των οποίων τα μέρη στήριξαν τη συμφωνία τους, όταν η μετά την επέλευσή τηο εκπλήοωση της παοογής κάποιου από αυτούς, όπως συμφωνήθηκε, συνεπάγεται υπέρβαση του, με βάση τη γενόμενη πρόβλεψη, κινδύνου ζημίας που αναλήφθηκε από αυτόν, έτσι ώστε να καθιστά την εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Συνεπώς και μάλιστα κατά μείζονα λόγο εφαρμόζεται η ως άνω αρχή και όταν δεν προβλέφθηκε τέτοια μεταβολή και η μη πρόβλεψή της δεν είναι ανυπαίτια. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ είναι συγχωρητή και επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, η οποία συνιστά ειδικότερη μορφή της 288 ΑΚ, για απρόοπτη και ανυπαίτια μεταβολή των συνθηκών (ΑΓΊ 398/2008). Για να είναι πλήρης ο ισχυρισμός που στηρίζεται στις παραπάνω διατάξεις πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή αναφορά των στοιχείων που αναφέρει ο νόμος και τα οποία αν αποδειχθούν αληθινά, δίδουν στο δικαστή το δικαίωμα να αναπροσαρμόσει τη σύμβαση. Ειδικότερα για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ είναι ανάγκη να αναφέρονται στην αγωγή τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ανάγκη αναπροσαρμογής κατά τις πιο πάνω αρχές και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης δεν καθίσταται δυνατή. Μόνο έτσι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως κατά το χρόνο της εκπληρώσεώς τους (ΟλΑΠ 927/1982 και 9/1997, ΑΠ 63/2000, 756/2003, 398/2008). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπληρώσεώς των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ’ αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται άνευ άλλου τίνος στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 334/2015). Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ’ αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας -στην περίπτωση αυτή- η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 187/1990). Συνεπώς η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν, από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνον του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, εφόσον από την παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 398/2008, 1290/2011). Λόγω της προαναφερθείσας σχέσης γενικού προς ειδικό, γίνεται δεκτό ότι η ΑΚ 288 εφαρμόζεται στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ΑΚ 388 (ΟλΑΠ 927/1982 ΝοΒ 1983.214, ΑΠ 1659/2002 ΝοΒ 2003.1217, Γεωργιάδης σε ΣΕΑΚ υπό άρθρο 288 αρ. 13), δυναμένου του δικαστηρίου να προσδιορίζει την παροχή με περιστολή, επέκταση ή συμπλήρωση, έτσι ώστε το αποτέλεσμα από την εκπλήρωσή της να είναι σύμφωνο με το περί δικαίου αίσθημα και να επέρχεται η εξισορρόπηση των συμφερόντων, χωρίς να παραγνωρίζονται τα συμφωνηθέντα και η ασφάλεια των συναλλαγών. […]

Όπως προαναφέρθηκε, με βάση το άρθρο 20 του καταστατικού του εναγομένου, το εφάπαξ βοήθημα καθορίζεται, με βάση αναλογιστική μελέτη και κανονισμό που προκαλείται τακτικά από το Δ.Σ. και συντάσσεται από ειδικούς αναλογιστές και εγκρίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Το εναγόμενο Ταμείο, πριν ακόμα οι ενάγοντες υποβάλλουν τις σχετικές αιτήσεις τους για την καταβολή σ' αυτούς των αιτούμενων με την κρινόμενη αγωγή ποσών εφάπαξ, στις αρχές του έτους 2011, ανέθεσε, για την αποτίμηση των υποχρεώσεών του που προέκυπταν από την εφάπαξ και από την συνταξιοδοτική παροχή αυτού, και για την σύνταξη αναλογιστικού ισοζυγίου κάθε φορέα, με σκοπό την εκτίμηση της μακροχρόνιας ισορροπίας του, σύμφωνα με τα υπάρχοντα συστήματα παροχών, στην εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρία με τον τίτλο «…» τη σύνταξη αναλογιστικής μελέτης. Πράγματι συντάχθηκε από την τελευταία, με ημερομηνία αποτίμησης η 31 Μαίου του έτους 2011, η από 13 Ιουλίου 2011 Αναλογιστική Μελέτη, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο λογαριασμός πρόνοιας (εφ' άπαξ βοήθημα) είναι οριακά πλεονασματικός σε αντίθεση με την επικουρική σύνταξη, όπου το αναλογιστικό έλλειμμα είναι περίπου δυόμισι φορές του ενεργητικού του Ταμείου, προτάθηκαν δε μειώσεις στο λογαριασμό επικουρικής σύνταξης, με σκοπό να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του εναγομένου Ταμείου, ενώ σημειώθηκε ότι η σχέση μεταξύ ασφαλισμένων και συνταξιούχων ήταν 1 : 4, δηλαδή 1 ενεργός για 4 συνταξιούχους, ότι η σχέση αυτή είναι μία από τις δυσμενέστερες περιπτώσεις σε επικουρικό φορέα ασφάλισης για την ελληνική πραγματικότητα και ότι η ελλειμματική κατάσταση στο Λογαριασμό Πρόνοιας οφείλεται στην χαμηλή περιουσία του ταμείου, η οποία δεν επαρκεί για να καλύψει τα θεμελιωμένα δικαιώματα των ασωαλισυένων. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά στοιχεία, που προαναφέρθηκαν, αποδείχτηκε ότι έκτοτε η βιωσιμότητα του εναγομένου ταμείου διαταράχθηκε από διάφορα γεγονότα, μεταξύ των οποίων οι περικοπές των μισθών των εργαζομένων στην … Α.Ε. και ασφαλισμένων συγχρόνως του Ταμείου, της τάξης του 8%, που είχε ως αποτέλεσμα την αντίστοιχη μείωση των εισφορών, τις οποίες εισέπραττε το εναγόμενο Ταμείο, οι πρόωρες αποχωρήσεις- απολύσεις και εθελούσιες πρόωρες αποχωρήσεις- και συνταξιοδοτήσεις των εργαζομένων, που και αυτό επέφερε πρόωρες και μη αναμενόμενες διαγραφές ασφαλισμένων στο εναγόμενο Ταμείο, το γεγονός ότι για την ... Α.Ε. τέθηκε σε εφαρμογή και πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας, στο οποίο εντάχθηκαν στις 5.2.2012 ακόμη 51 εργαζόμενοι - ασφαλισμένοι του εναγόμενου Ταμείου, οι ομαδικές αιτήσεις διαγραφής από τον κλάδο σύνταξης και τον κλάδο πρόνοιας πολλών μελών αυτού, που είχε σαν συνέπεια την επιβάρυνση της οικονομικής κατάστασης του Ταμείου, και τέλος, το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στο χρηματοδοτικό πακέτο στήριξης της χώρας (PSI), η οποία πραγματοποιήθηκε, όπως είναι ήδη γνωστό στο παρόν δικαστήριο, ως γεγονός πασίγνωστο (άρθρ. 336 παρ. 1 ΚΠολΔ), τον Μάρτιο του έτους 2012 και είχε ως αποτέλεσμα την απομείωση «κούρεμα», κατά ποσοστό 53,5%, των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, που κατείχε το εναγόμενο Ταμείο, ύψους 5.883.78,15 ευρώ (μείωση ύψους 2.960.710 ευρώ). Επιπλέον το εναγόμενο Ταμείο με αιτήματα στο Υπουργείο Εργασίας, προκειμένου να μην οδηγηθεί σε οριστική διάλυση ο Κλάδος Επικουρικής Σύνταξης, στον οποίον, όπως προεκτέθηκε, το αναλογιστικό έλλειμμα ήταν περίπου δυόμισι φορές του ενεργητικού του, ζήτησε την ένταξη και απορρόφηση του Κλάδου αυτού από το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), με τον όρο της ταυτόχρονης μεταβίβασης προς το τελευταίο και του τμήματος των περιουσιακών στοιχείων, που είχε σχηματιστεί για τον κλάδο αυτό, κατά την κοινή συμφωνία των δύο Ταμείων, που ανερχόταν σε ποσοστό 60% επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, ενώ το υπόλοιπο 40% θα αντιστοιχούσε στον κλάδο πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα). Προ αυτής της καταστάσεως, με την από 18.6.2011 απόφαση της Γ.Σ. των μελών του εναγομένου Ταμείου αποφασίστηκε και εγκρίθηκε η μείωση της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης, που αυτό χορηγούσε σε όλους τους ενεργούς συνταξιούχους, αλλά και των μελλοντικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των ενεργών ασφαλισμένων του, κατά ποσοστό 62% και δη αναδρομικά από 1.5.2011, ενώ με την από 17.12.2011 απόφαση της Γ.Σ. αυτού αποφασίστηκε να επεκταθεί ο χρόνος των τριών μηνών, που ορίζει το καταστατικό για τη λήψη απόφασης απονομής του εφ' άπαξ βοηθήματος, σε δύο χρόνια από την ημερομηνία διαγραφής του μέλους από την «Ε.Β.Ζ. Α.Ε.», προκειμένου να διατηρηθεί η βιωσιμότητα του Ταμείου, ενώ, εφόσον δε συνεχίζονταν οι προσπάθειες για την ένταξη του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης στο ΕΤΕΑ δεν ήταν δυνατή η σύνταξη νεότερης επικαιροποιημένης αναλογιστικής μελέτης για την προσαρμογή του ύψους του εφάπαξ βοηθήματος στις οικονομικές δυνατότητες του Ταμείου, αφού δεν μπορούσε να είναι γνωστό εκ των προτέρων το ακριβές ποσοστό της περιουσίας του εναγόμενου Ταμείου, το οποίο θα μεταβιβαζόταν στο ΕΤΕΑ και θα προέκυπτε μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις. Τελικά η συγχώνευση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του εναγόμενου Ταμείου στο ΕΤΕΑΜ και ήδη ΕΤΕΑ (Ν. 4052/2012) επήλθε με το άρθρο 29 Ν. 4325/2015, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το οποίο με τη συγχώνευση θα μεταβιβαστεί εκ του νόμου στο ΕΤΕΑ το 60% της συνολικής (κινητής και ακίνητης) περιουσίας, που αντιστοιχεί στο ενεργητικό και το παθητικό του καταργούμενου Κλάδου και με την από 14.6.2016 και αριθμό Β/20021 /23207/1322 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ορίστηκε ότι: «Από την ως άνω κατανομή του ποσοστού 60% εξαιρούνται τα διαθέσιμα που είχε στην κατοχή του το ΤΑΥΕΒΖ στις 29.5.2015, προκειμένου να καταβάλλει τις συντάξεις και τις λοιπές παροχές μέχρι 31.5.2016.». Μετά από αυτά, κατόπιν σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου Ταμείου, δόθηκε εντολή στην ίδια ως άνω εταιρία «…», να συντάξει νέα αναλογιστική μελέτη, η οποία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2016 και την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο, λαμβάνεται δε υπόψη από το παρόν δικαστήριο, κατ' άρθρ. 529 ΚΠολΔ, καθώς αυτή συντάχθηκε μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Η εν λόγω αναλογιστική μελέτη κατέληξε, εκτός των άλλων, στο συμπέρασμα ότι «Ο λογαριασμός πρόνοιας με την ισχύουσα μορφή είναι ελλειμματικός, γεγονός που οφείλεται κυρίως στη χαμηλή περιουσία του ταμείου, η οποία δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο των οφειλών του Ταμείου στις 30.6.2016. Αν δεν ληφθούν υπόψη οι αγωγές που έχουν κατατεθεί από ορισμένα μέλη, τότε προκειμένου να μηδενιστεί το έλλειμμα του Ταμείου απαιτείται μείωση παροχών κατά 38,9%, έναντι 48,6% στην περίπτωση που ευοδωθούν οι αγωγές...... Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, των ενεργειών της εργοδότριας επιχείρησης «… Α.Ε.», της ένταξης του Κλάδου Επικουρικής Σύνταξης στο ΕΤΕΑ και της εξ αυτής μείωσης της συνολικής (κινητής και ακίνητης) περιουσίας του εναγομένου Ταμείου κατά ποσοστό 60%, του PSI τον Μάρτιο του έτους 2012, συντρέχουν ειδικές συνθήκες με βάση τις οποίες μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης του εναγομένου Ταμείου και δη της καταβολής ολόκληρου του αιτούμενου ποσού εφάπαξ στους ενάγοντες ασφαλισμένους του με βάση την αναλογιστική μελέτη του έτους 2011, η οποία θα επιφέρει δυσβάστακτη ζημία σ' αυτό, που υπερβαίνει τον κίνδυνο, που αυτό ανέλαβε το θέρος του 2011, όταν κάτω από τις επικρατούσες αρχές του έτους 2011 συνηθισμένες συνθήκες, ενέκρινε την αναλογιστική ως άνω μελέτη από 13 Ιουλίου του 2011 και ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής ολοκλήρου του ποσού του εφάπαξ, οι οποίες όμως (συνθήκες), όπως προαναφέρθηκε, μεταβλήθηκαν απρόοπτα, η εμμονή δε των εναγόντων στην καταβολή ολόκληρου του ποσού του εφάπαξ είναι αντίθετη προς την εντιμότητα και ευθύτητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές. Αφού, λοιπόν συνεκτιμηθεί και η ανάγκη για την ασφάλεια των συναλλαγών επιβάλλεται από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να μειωθεί το αιτούμενο ποσό εφάπαξ κατά 35%, καθόσον κρίνεται ότι με την μείωση αυτή, η οποία, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αλλά και η από τον Οκτώβριο του 2016 Αναλογιστική Μελέτη, η οποία συντάχθηκε μετά από σχετική εντολή του Δ.Σ. του εναγομένου Ταμείου και αποτυπώνει την πραγματική οικονομική κατάστασή του στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή (2016), κρίνεται εύλογη και δίκαιη, αποκαθιστώσα την καλή πίστη, η οποία διαταράχθηκε. Άλλωστε με την παραπάνω μείωση επέρχεται η προστασία της βιωσιμότητας του τελευταίου, που αποτελεί και υποχρέωσή του, καθώς όταν διαπιστώνεται μεταβολή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών η οποία εγκυμονεί κινδύνους για την βιωσιμότητά του, οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, μεταξύ των οποίων και η μείωση των απονεμόμενων ασφαλιστικών παροχών, στις οποίες συγκαταλέγονται και οι εφάπαξ παροχές, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών αυτού (πρβλ και ΟλΣτΕ 734/2016). Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι η ως άνω από Οκτώβριο του 2016 Αναλογιστική Μελέτη εγκρίθηκε, στις 12.11.2016 από την Γενική Συνέλευση του εναγόμενου Ταμείου και αποφασίστηκε: «1. Καταβολή των οφειλομένων εφάπαξ με ποσοστό μείωσης 35% για όσους έχουν αποχωρήσει μέχρι την ημερομηνία διεξαγωγής της Γ.Σ. (12.11.2016) και εντάχθηκαν στο ταμείο ως 31.12.2001. Το ίδιο θα ισχύσει και για όσους έχουν αποχωρήσει με το πρόγραμμα πενταετίας, αλλά και για όσους αποχωρήσουν μέχρι τη λήξη του προγράμματος. 2. Καταβολή των οφειλομένων εφάπαξ με ποσοστό μείωσης 20% γιά όσους έχουν αποχωρήσει μέχρι την ημερομηνία διεξαγωγής της Γ.Σ. (12.11.2016) και εντάχθηκε στο ταμείο από 1.1.2002. 3. Καταβολή των οφειλομένων συντάξεων από 1.1.2013 έως 31.5.2015 με αναλογική μείωση έπειτα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. 4. Καταβολή των οφειλομένων άτοκων εισφορών των ασφαλισμένων με ποσοστό μείωσης 20% για όσους υπέβαλαν αίτηση διαγραφής και για όσους θα υποβάλλουν στο μέλλον.». Η απόφαση αυτή ενισχύει το συμπέρασμα του δικαστηρίου ότι η ενδεδειγμένη μείωση της παροχής ανέρχεται σε ποσοστό 35% επί του ποσού του ήδη εγκριθέντος εφάπαξ των εναγόντων. Και είναι μεν γεγονός ότι τα παραπάνω περιστατικά και ειδικότερα ο διαρκώς μειούμενος αριθμός των υπαλλήλων της …, η διαγραφή μελών από το Ταμείο και η επιβαρυντική για τη βιωσιμότητα του τελευταίου δυσαναλογία των εν ενεργεία μισθωτών σε σχέση με τους συνταξιούχους, τέλος δε και το ενδεχόμενο του “κουρέματος” των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που αυτό κατείχε δεν συνιστούσαν έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ, καθιστούσαν όμως την παροχή του εναγομένου υπέρμετρα επαχθή, κατά τους ορισμούς του άρθρου 288 ΑΚ. Επομένως η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε την ένσταση του 388 ΑΚ ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη ότι δεν συνέτρεξαν γεγονότα εξαιρετικά και απρόβλεπτα, αλλά γεγονότα που το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν μπορούσε και όφειλε να προβλέψει, δεν έσφαλε κατά το σκέλος αυτό, όφειλε όμως να εκτιμήσει την εν λόνω ένσταση, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε ενώπιον του με αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούσαν και αντίστοιχο αίτημα μείωσης της οφειλόμενης παροχής, ως υπαγόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να την κάνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη […]