ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΜΟΝ. ΕΦ. 487/2018 «Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΦΑΠΑΞ ΒΟΗΘΗΜΑΤΟΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 288ΑΚ», του Καθηγητή Άγγελου Στεργίου

Η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης 487/2018 είναι τολμηρή και αποδίδει δικαιοσύνη. Ο δικαστής, λειτουργώντας δικαιοπλαστικά, αξιοποίησε την ευρεία διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, για να προχωρήσει σε μια αξιολογική στάθμιση ανάμεσα στο συμφέρον του ασφαλισμένου και την ανάγκη προστασίας της βιωσιμότητας του Ταμείου. Ειδικότερα, η απόφαση αναφέρεται στο ζήτημα της μείωσης των εφάπαξ παροχών που χορηγούν αλληλοβοηθητικά Ταμεία. Ενώ η περικοπή των δημοσίων παροχών κρίθηκε συνταγματική, λόγω άμεσης απειλής κατάρρευσης της οικονομίας της χώρας, στο βαθμό βέβαια που δεν προσβάλλει τον πυρήνα του άρθρου 22, παρ. 5 Συντ/τος (ΣτΕ Ολομ. 2287/2015), οι παροχές των εν λόγω ταμείων έμειναν στο απυρόβλητο, παρά το γεγονός ότι η οικονομική κρίση κλόνισε σοβαρά την ίδια την υπόστασή τους.

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΜΟΝ. ΕΦ. 487/2018

Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΦΑΠΑΞ ΒΟΗΘΗΜΑΤΟΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 288ΑΚ,

του Καθηγητή Άγγελου Στεργίου

Η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης 487/2018 είναι τολμηρή και αποδίδει δικαιοσύνη. Ο δικαστής, λειτουργώντας δικαιοπλαστικά, αξιοποίησε την ευρεία διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, για να προχωρήσει σε μια αξιολογική στάθμιση ανάμεσα στο συμφέρον του ασφαλισμένου και την ανάγκη προστασίας της βιωσιμότητας του Ταμείου. Ειδικότερα, η απόφαση αναφέρεται στο ζήτημα της μείωσης των εφάπαξ παροχών που χορηγούν αλληλοβοηθητικά Ταμεία. Ενώ η περικοπή των δημοσίων παροχών κρίθηκε συνταγματική, λόγω άμεσης απειλής κατάρρευσης της οικονομίας της χώρας, στο βαθμό βέβαια που δεν προσβάλλει τον πυρήνα του άρθρου 22, παρ. 5 Συντ/τος (ΣτΕ Ολομ. 2287/2015), οι παροχές των εν λόγω ταμείων έμειναν στο απυρόβλητο, παρά το γεγονός ότι η οικονομική κρίση κλόνισε σοβαρά την ίδια την υπόστασή τους.

Γενικά, τα πολιτικά πρωτοδικεία ήταν εχθρικά προς οποιαδήποτε μείωση των παροχών. Τα αλληλοβοηθητικά Ταμεία περιήλθαν σε «νευρική κρίση», αφού, αν ικανοποιούσαν τις αξιώσεις στο προβλεπόμενο προ κρίσης ποσό, θα αδυνατούσαν να χορηγήσουν στις επόμενες γενεές ασφαλισμένων παροχές. Ενδεικτική είναι η απόφαση ΜονΠρωτΑθ (3097/14, ΕΔΚΑ 2015, 644) που είχε δεχθεί ότι η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων δεν αποτελούν έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα, ιδίως στην ελληνική οικονομία, στην οποία είναι από μακρόν συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας, ιδίως κάτω από της σημερινές συνθήκες ρευστότητας και διεθνούς οικονομικής κρίσης. Η απόφαση πρωτοτυπεί αποδεχόμενη ουσιαστικά την κρίση ως ένα διαρκές φαινόμενο. Πράγματι, αδυνατούμε να κατανοήσουμε πώς δεν αποτελεί απρόβλεπτο και έκτακτο γεγονός η κρίση δημόσιου χρέους του 2009 που οδήγησε τη χώρα σε μια από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως απώλειες του κατά κεφαλήν ΑΕΠ (25,8 %), ενώ οι αμοιβές από εξαρτημένη εργασία, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, υποχώρησαν την περίοδο της κρίσης κατά 31,2%.  

Εκ προοιμίου, να θυμίσουμε ότι η προαιρετική ασφάλιση που ασκείται από τα αλληλοβοηθητικά ταμεία, έχει αφεθεί, κατ’ αρχήν, από το νομοθέτη στη διάθεση των ενδιαφερομένων (ΣτΕ 5024/87Ολ) (Α. Στεργίου, Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης, 3η εκδ., 2017, σελ. 471). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα εν λόγω ταμεία μπορούν να λειτουργούν κατά τρόπο απόλυτα ελεύθερο, μη σεβόμενα την εξασφάλιση των δικαιωμάτων των μελών τους. Η λειτουργία τους κατά τους κανόνες βιωσιμότητας και προστασίας των συμφερόντων των μελών τους προκύπτει από τον ίδιο το σκοπό τους. Ο σκοπός του Ταμείου δεν μπορεί να εκπληρωθεί αν διαταραχθεί το αναλογιστικό του ισοζύγιο, όταν δηλαδή οι υποχρεώσεις του υπερβαίνουν κατά πολύ των εσόδων και της περιουσίας. Ως γνωστόν, η ασφαλιστική τεχνική στην οποία οικοδομείται το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο, οφείλει να στηρίζεται σε μια υγιή αναλογιστική βάση, σε μια πρόβλεψη δαπανών και εσόδων, έτσι ώστε να διατηρείται η ισοσκέλισή τους. Η οποιαδήποτε αναλογιστική ανισορροπία απειλεί τη βιωσιμότητα του Ταμείου και την ίδια τη χορήγηση των παροχών.

Στην προκειμένη περίπτωση, η λειτουργία του αλληλοβοηθητικού Ταμείου, καθώς και η χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος, κατ’ άρθρο 20 Καταστατικού του, στηριζόταν, στο πλαίσιο της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στην υγιή αναλογιστική του βάση, όπως αυτή είχε επακριβώς αποτυπωθεί σε μια επικαιροποιημένη αναλογιστική μελέτη. Γι’ αυτό άλλωστε το Καταστατικό δεν όριζε το ποσό του βοηθήματος, αλλά το εξαρτούσε από την οικονομική κατάσταση του Ταμείου, όπως αυτή προέκυπτε από την αναλογιστική μελέτη. Η τελευταία απεικόνιζε τα πραγματικά γεγονότα στα οποία τα μέρη με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη στήριξαν τη χορήγηση της επίδικης παροχής.

Η οικονομική κρίση, η αναγκαστική συμμετοχή του εν λόγω Ταμείου στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους μέσω του μηχανισμού PSI, η αδυναμία  επικαιροποίησης της αναλογιστικής μελέτης ανέτρεψαν την αναλογιστική βάση (βιωσιμότητα) σε τέτοιο βαθμό που εμφανιζόταν πλέον υπερβολική και επαχθής η αξίωση για καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος στο ύψος που καθορίστηκε από την υφιστάμενη και ανατραπείσα από τη μετέπειτα εξέλιξη αναλογιστική μελέτη. Με άλλα λόγια, λόγω μη φυσιολογικής εξέλιξης και σημαντικής ανατροπής των οικονομικών δεδομένων, η χορήγηση των εφάπαξ βοηθημάτων κατέστη υπέρμετρα επαχθής για το συγκεκριμένο Ταμείο, σε σημείο που να είναι σφόδρα αμφίβολη η βιωσιμότητά του. Το Ταμείο από το 2011 βρισκόταν σε μια συνεχή πορεία υποβάθμισης –λ.χ. μείωση είσπραξης εισφορών λόγω οικονομικών προβλημάτων του εργοδότη. Με βάση την παρούσα κατάσταση το Ταμείο δεν ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει στις μελλοντικές υποχρεώσεις του, χωρίς αλλαγή του ύψους του εφάπαξ βοηθήματος.

Το κυριότερο και τελειωτικό πλήγμα στην περιουσιακή υπόσταση του Ταμείου επήλθε από την αναγκαστική συμμετοχή του στο λεγόμενο «PSI». Προκειμένου να διευκολυνθεί η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, ο νομοθέτης επιχείρησε την αναδιάρθρωση του χρέους του Ελληνικού Δημοσίου με επαναδιαπραγμάτευση του οφειλομένου στους ιδιώτες επενδυτές χρέους, με την εισαγωγή διαδικασιών της διεθνούς πρακτικής, που ήταν καινοφανείς στην ελληνική έννομη τάξη και ανέτρεψαν πλήρως το ισχύον νομικό καθεστώς των επενδύσεων σε κινητές αξίες του Ελληνικού Δημοσίου. Με το πρόγραμμα αντικατάστασης των άυλων τίτλων Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στο νέο χρηματοδοτικό πακέτο στήριξης της χώρας (PSI) που πραγματοποιήθηκε το Μάρτιο 2012 (ν. 4050/12), προέκυψε απομείωση κατά ποσοστό 53,5% στα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που κατείχε το Ταμείο. Οι απώλειες που υπέστη το Ταμείο από PSI δεν καλύφθηκαν από άλλα αντισταθμιστικά οφέλη. Κατά συνέπεια, η περιουσία του Ταμείου μειώθηκε κατ’ αντίστοιχο ποσοστό και αυτή η μείωση δεν ήταν ενσωματωμένη στην υφιστάμενη αναλογιστική μελέτη με βάση την οποία οι εφεσίβλητοι διεκδικούσαν την καταβολή του οφειλόμενου εφάπαξ βοηθήματος.

Παρενθετικά, να σημειώσουμε ότι η περιουσία του ιδιωτικών ασφαλιστικού φορέα δεν δύναται να τύχει διαχείρισης με νομοθετικές ή άλλες ρυθμίσεις, προς εξυπηρέτηση άλλων δημοσίων σκοπών, όπως σκοπών δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής, παρά μόνο με την προϋπόθεση της διαφύλαξης και απόλυτης διασφάλισης της περιουσίας αυτής από τους κινδύνους της αγοράς (μειοψ. στην Ολομ. ΣτΕ 3724/14).

Η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για να επιλύσει τη διαφορά προσέφυγε στα παραδοσιακά όπλα του Αστικού Δικαίου, με τα οποία είναι και πιο εξοικειωμένο, όπως είναι η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ. Εντούτοις, θα μπορούσε να αξιοποιήσει πιο «μοντέρνα» εργαλεία, όπως την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25, παρ. 1 Συντ/τος) που άρχισαν να διεισδύουν δειλά –δειλά σε περιοχές του ιδιωτικού δικαίου –λ.χ. εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό του ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω επέλευσης εργατικού ατυχήματος (Α.Π. Ολομ. 1266/14). Συχνά, η αρχή της αναλογικότητας χρησιμεύει ως κριτήριο συγκεκριμενοποίησης γενικών ρητρών του αστικού δικαίου, όπως της γενικής ρήτρας της καλής πίστης (Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, γ’ εκδ., σελ. 984).

Κατά το άρθρο 288 ΑΚ, η καλή πίστη και δευτερευόντως τα συναλλακτικά ήθη καθορίζουν τον τρόπο εκπλήρωσης της παροχής. Ο συναλλασσόμενος πρέπει να συμπεριφέρεται αντικειμενικά με τέτοιο τρόπο που να μην αδιαφορεί για τα έννομα αγαθά του άλλου μέρους (Α. Γεωργιάδη, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 1999, 176). Δεν μπορεί να χορηγηθεί από ένα Ταμείο παροχή σε τέτοιο ύψος που να θέτει σε διακινδύνευση τη βιωσιμότητά του και την ανταπόκρισή του στις υποχρεώσεις του απέναντι τα λοιπά μέλη του Ταμείου. Η καλή πίστη μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά ή διορθωτικά της δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών, επιφέροντας ακόμη και μεταβολή της κύριας παροχής είτε κατά το μέγεθος είτε κατά το είδος είτε κατά τον χρόνο εκπλήρωσης. Η υποχρέωση μείωσης του μεγέθους της παροχής προκύπτει από την καλή πίστη, όταν η περιουσία του οφειλέτη (αλληλοβοηθητικού Ταμείου) δεν επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των δανειστών του και στη συγκεκριμένη περίπτωση όλων των μελών του Ταμείου. Εξάλλου, το διαπλαστικό δικαίωμα για αναγωγή της παροχής στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με την καλή πίστη, μπορούσε να ασκηθεί και με ένσταση (ΑΠ 1138/90, ΝοΒ 40, σελ. 77).

Η καλή πίστη μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά ή διορθωτικά της δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών, επιφέροντας ακόμη και μεταβολή της κύριας παροχής είτε κατά το μέγεθος είτε κατά το είδος είτε κατά τον χρόνο εκπλήρωσης. Η υποχρέωση μείωσης του μεγέθους της παροχής προκύπτει από την καλή πίστη, όταν η περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των δανειστών του και στη συγκεκριμένη περίπτωση όλων των μελών του Ταμείου. Όσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, δεν αποτελεί παρά ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 288 ΑΚ. Το άρθρο 388 ΑΚ λόγω της ειδικότητάς του υπερισχύει του άρθρου 288 ΑΚ  (Α. Γεωργιάδη, Σύντομη ερμηνεία του ΑΚ, Ι, 2010, σελ. 554). Όταν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 388 ΑΚ, εφαρμόζεται του άρθρο 288 ΑΚ (Α.Π. Ολομ. 927/82, ΝοΒ 31, 214, ΕφΑθ 7313/06, Δ/νη 2006, 295).

Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι τα περιστατικά που επικαλέστηκε το Ταμείο, δεν συνιστούσαν έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ. Ας μας επιτραπεί να διατηρήσουμε μια μικρή επιφύλαξη ως προς τη μη συνδρομή εξαιρετικών και απρόβλεπτων γεγονότων. Η οξεία δημοσιονομική κρίση και τα μέτρα που λήφθηκαν για την αντιμετώπισή της, είχαν άμεσα επαχθείς συνέπειες για το Ταμείο. Το αλληλοβοηθητικό Ταμείο δεν είχε προβλέψει, αλλά ούτε θα μπορούσε να έχει προβλέψει ότι συνεπεία των μετέπειτα εξελίξεων ο κίνδυνος κατάρρευσης θα προσελάμβανε τέτοια έκταση, ώστε η εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων να οδηγούσε αναπόδραστα ακόμη και στην ίδια τη διάλυσή του.

Το εφάπαξ βοήθημα εμφανίζεται προφανώς δυσανάλογο, μετά την απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες του Ταμείου μας. Δεν είναι δυνατόν η γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και δημοσιονομικών μέτρων να δικαιολογούν εκτεταμένη μείωση αποδοχών και ήδη κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων (ΣτΕ Ολομ. 668/12, 1286/12) και να μην αποτελούν έκτατα και απρόβλεπτα γεγονότα που δικαιολογούν την αναπροσαρμογή του ύψους του χορηγούμενου από το αλληλοβοηθητικό Ταμείο εφάπαξ βοηθήματος με βάση τους όρους βιωσιμότητας, ώστε να επέλθει η σύμμετρη ικανοποίηση όλων των μελών του. Πάντως, το αποτέλεσμα από την εφαρμογή του άρθρου 288 ή 388 ΑΚ είναι το ίδιο. Όπως δέχεται και το δικαστήριο, η αποδοχή της περιστολής της εφάπαξ παροχής «θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το περί δικαίου αίσθημα και να επέρχεται εξισορρόπηση των συμφερόντων, χωρίς να παραγνωρίζονται τα συμφωνηθέντα και η ασφάλεια των συναλλαγών»

Εδώ, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται από το ΣτΕ το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 22, παρ. 5 Συντ/τος). Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού, ο νομοθέτης δύναται να επέμβει δυσμενώς όχι μόνο στην περίπτωση των προσδοκιών, αλλά και των δικαιωμάτων, προκειμένου να τα μειώσει. Σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, όταν προκύπτει αιτιολογημένα ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή χρηματοδότηση σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διασφάλισης της βιωσιμότητάς τους με άλλα μέσα (τροποποίηση προϋποθέσεων, κ.α.), δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντ/τος, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων εφεξής (ΣτΕ Ολομ. 2287/15).

Οι ανισότητες ανάμεσα στις γενεές είναι αδικαιολόγητες και αυθαίρετες, όταν η χειροτέρευση αφορά αποκλειστικά τις επόμενες γενεές. Δεν μπορεί να κληθούν μόνον οι επόμενοι να σηκώσουν το βάρος της λύσης του προβλήματος της βιωσιμότητας του Ταμείου. Δηλαδή η διαγενεακή ισότητα επιβάλλει έναν αναλογικό επιμερισμό των θυσιών, μια αναλογική κατανομή του βάρους των μεταρρυθμίσεων ανάμεσα στις γενεές των ασφαλισμένων, έτσι ώστε να μην αναλαμβάνει μια γενεά αποκλειστικά το βάρος της βιωσιμότητας. Θα ήταν, επομένως, σύμφωνος με την αρχή της ισότητας, ο επιμερισμός των ζημιών και του προβλήματος ανάμεσα σε αυτούς που απέκτησαν δικαίωμα και σε αυτούς που έχουν προσδοκία δικαιώματος. Γι’ αυτό θα έπρεπε να μειωθεί και στην περίπτωση των ιδιωτικών ασφαλιστικών φορέων (αλληλοβοηθητικών ταμείων) το ποσό της εφάπαξ παροχής κατά το αρμόζον μέτρο που θα προσδιοριζόταν μετά τη σύνταξη μιας επικαιροποιημένης αναλογιστικής μελέτης.