Ειδικό Δικαστήριο άρθρου 88 του Συντάγματος (Μισθοδικείο) 2/2018: «Αντισυνταγματικές οι μειώσεις συντάξεως των δικαστικών λειτουργών»

Περίληψη: Με τον Ν. 4093/12 δεν ελήφθη καθόλου υπ’ όψη η ιδιαίτερη μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών την οποία καθιερώνει το Σύνταγμα , ούτε ελήφθη πρόνοια για την διατήρηση της απαιτουμένης από το Σύνταγμα σταθερής αναλογίας των συντάξεων των δικαστικών με τις αποδοχές ενεργείας – Οι διατάξεις της Υποπ. Β3 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/12 ως προς τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς αντίκεινται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και στις ειδικές ως προς την δικαστική εξουσία διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος – Ο κατ’ αρχήν θεμιτός σκοπός αναμορφώσεως των αρχών του συνταξιοδοτικού συστήματος δεν πρέπει να απολήγει σε συνταγματικώς μη επιτρεπτή ομοιόμορφη μεταχείριση ανομοίων καταστάσεων, κατά παράβασιν της αρχής της ισότητος – Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 4387/16 καθ’ ό μέρος αφορούν τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς την δικαστική εξουσία, διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος – Αντίθετη άποψη μειοψηφίας ειδικά ως προς τις διατάξεις του Ν. 4093/12 – Το κρινόμενο ένδικο βοήθημα πρέπει να παραπεμφθεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο προς οριστικήν επίλυσιν της διαφοράς.

 

Ειδικού Δικαστηρίου άρθρ. 88 του Συντάγματος (Μισθοδικείου) 2/2018

 (...) 14. Όπως συνάγεται από τα παρατιθέμενα στη σκέψη 9 νομοθετήματα, σε συνδυασμό με τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστηρίξεως αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των χορηγουμένων στους συνταξιοδοτουμένους από το Δημόσιο συνταξιοδοτικών παροχών. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας των συνταξιούχων και βοηθηματούχων του Δημοσίου (άρθρο μόνο παρ. 1 του Ν. 3847/10) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων (άρθρο 11 του Ν. 3865/10), την εν συνεχεία αναπροσαρμογή της εισφοράς αυτής (άρθρο 44 παράγραφος 10 του Ν. 3986/11 και 2 παρ. 13 του Ν. 4002/11, την επιβολή επιπλέον εισφοράς (άρθρο 44 παρ. 11 του Ν. 3986/11), τις μειώσεις κατά 40% στις υπερβαίνουσες τα 1.000 ευρώ συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων και κατά 20% στις μεγαλύτερες των 1.200 ευρώ συντάξεις των λοιπών συνταξιούχων (άρθρο 1 παρ. 10 του Ν. 4024/11), καθώς και τις αναδρομικές μειώσεις κατά 12% των πέραν των 1.300 ευρώ συντάξεων (άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 4051/12), εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου και του δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» καθώς και του πρώτου «Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής» (ετών 2012 - 2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η χώρα. Όπως έχει δε ειδικότερα κριθεί από το παρόν Ειδικό Δικαστήριο (βλ. απόφαση 164/15, πρβλ. και απόφαση 35/14), οι θεσπισθείσες με τους ανωτέρω νόμους 3847/10, 3865/10, 3986/11, 4002/11, 4024/11 και 4051/12 περικοπές των συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιούχων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των δικαστικών λειτουργών, αποτελούσες τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της Ελληνικής Οικονομίας, με σκοπό τόσο την άμεση κάλυψη των οικονομικών αναγκών όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης, δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούν προσβολή των συνταγματικών αρχών της διακρίσεως των λειτουργιών και της δικαστικής ανεξαρτησίας, λαμβανομένων υπόψη του ύψους, των χαρακτηριστικών τους και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκαν (πρβλ. αποφάσεις ΣτΕ Ολομ. 2287 - 2290/15).

15. Μετά τις διαδοχικές ως άνω περικοπές και μειώσεις, σε συνέχεια δε και προς περαιτέρω εφαρμογή του εγκριθέντος με το Ν. 4046/12δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο Ν. 4093/12,με το άρθρο πρώτο παρ. Β του οποίου αφενός μεν μειώθηκαν εκ νέου οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο, μεταξύ άλλων και στους δικαστικούς λειτουργούς, συντάξεις (ή το άθροισμα συντάξεων και μερισμάτων), που υπερέβαιναν τα 1.000 ευρώ, με κλιμάκωση του ποσοστού μείωσης από 5% έως και 20% αναλόγως του ύψους τους και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου εναπομένουσας σύνταξης μετά την εφαρμογή κάθε ποσοστού μείωσης, αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους του Δημοσίου τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, κατά τα ήδη εκτεθέντα, δεν μνημονεύονται καθόλου οι προηγηθείσες περικοπές ―εκ των οποίων, μάλιστα, οι πιο πρόσφατες είχαν επέλθει με τον δημοσιευθέντα μόλις οκτώ μήνες ενωρίτερα Ν. 4051/12― η δε λήψη των νέων μέτρων αιτιολογείται με γενική αναφορά στην ανάγκη «να περισταλεί η δημοσιονομική δαπάνη των καταβαλλόμενων από το Δημόσιο συντάξεων». Εξάλλου, με τον επακολουθήσαντα Ν. 4387/16, στον οποίο ενσωματώνονται, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική του έκθεση, οι προβλέψεις της εγκριθείσης με το Ν. 4336/15 συμφωνίας της χώρας με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, επιχειρείται η πλήρης αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με την εισαγωγή νέου, ενιαίου συστήματος κοινωνικής ασφάλειας, το οποίο χαρακτηρίζεται αφενός από τη θέσπιση όμοιων κανόνων για όλους τους απασχολούμενους είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα και αφετέρου από την ενίσχυση του κοινωνικού και αναδιανεμητικού χαρακτήρα του μέσω της εθνικής σύνταξης. Ειδικότερα, με τον νόμο αυτόν ιδρύθηκε, κατά πρώτον, Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), στον οποίο υπάγονται όλες οι κατηγορίες απασχολουμένων και συνταξιούχων, ανεξαρτήτως απασχολήσεως ή ιδιότητος, και δη τόσο οι λειτουργοί και υπάλληλοι του Δημοσίου και οι στρατιωτικοί, όσο και οι απασχολούμενοι στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, ορίσθηκαν ενιαίοι,για όλους τους απασχολουμένους, μεταξύ των οποίων δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, κανόνες υπολογισμού των εισφορών και των παροχών, μέσω της θεσπίσεως του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης, το οποίο είναι ανεξάρτητο από την εθνική (χρηματοδοτούμενη από τον κρατικό προϋπολογισμό) σύνταξη και αθροίζεται με αυτήν, και της άρρηκτης σύνδεσής του με τις καταβληθείσες εισφορές, ως βάση υπολογισμού των οποίων καθιερώνεται, ενιαίως, το εισόδημα των υπαγομένων στην ασφάλιση του ανωτέρω φορέα από την ασφαλιστέα δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Προκειμένου δε να διασφαλισθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος (βλ. σχετικώς την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4387/16), προβλέπεται η άμεση εφαρμογή των νέων, ενιαίων κανόνων υπολογισμού των συντάξεων και επί των ήδη συνταξιούχων του Δημοσίου, μέσω του επανυπολογισμού των συντάξεών τους κατά τους ορισμούς του άρθρου 14 του Ν. 4387/16. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, όπως ίσχυε αρχικώς, έως τις 31-12-2018 (οπότε ολοκληρώνεται, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής) οι ήδη καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου συντάξεις εξακολουθούν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί στις 31-12-2014, δηλαδή κατόπιν συνυπολογισμού των περικοπών που είχαν επέλθει στις συντάξεις του Δημοσίου κατ’ εφαρμογή των νόμων 4024/11, 4051/12 και 4093/12,καθώς και της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων του άρθρου 11 του Ν. 3865/10, ενώ από 1-1-2019 και εφόσον το ποσό της σύνταξης, όπως υπολογίζεται, είναι μεγαλύτερο από το ήδη καταβαλλόμενο, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος, και ως την πλήρη εξάλειψή του, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων. Στη συνέχεια, όμως, και από 19-5-2017, οπότε δημοσιεύθηκε ο Ν. 4472/17 ορίσθηκε, τροποποιηθέντος με το νόμο αυτόν, κατά τούτο, του ως άνω άρθρου 14 του Ν. 4387/16, ότι το τυχόν υπερβάλλον μετά τον επανυπολογισμό ποσό περικόπτεται μέχρι ποσοστού 18% επί της καταβαλλόμενης κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4387/16 κύριας σύνταξης του δικαιούχου. Τέλος, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 του εν λόγω Ν. 4387/16 ορίσθηκε, για τους ήδη κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού συνταξιούχους του Δημοσίου, ανώτατο όριο δυναμένης να καταβληθεί συντάξεως. Ειδικότερα, προβλέφθηκε, ως προς αυτούς, η αναστολή καταβολής έως τις 31-12-2018 (ημερομηνία ολοκλήρωσης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, κατά τα προεκτεθέντα), κάθε ατομικής μηνιαίας σύνταξης, κατά το ποσό (ακαθάριστο) που υπερβαίνει τις 2.000 ευρώ (ή τις 3.000 ευρώ, προκειμένου περί αθροίσματος συντάξεων), καθώς και η καταβολή εκ νέου, από 1-1-2019, του υπερβάλλοντος ποσού, εφόσον αυτό προκύψει μετά τον επανυπολογισμό της σύνταξης επί τη βάσει των οριζομένων στο ως άνω άρθρο 14, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου, όμως, όπως ήδη ισχύουν, το υπερβάλλον ποσό, όπως υπολογίζεται με βάση τις περικοπές που θεσπίσθηκαν με τους νόμους 4024/11, 4051/12 και 4093/12 και μετά την αφαίρεση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων του άρθρου 11 του Ν. 3865/10 [η οποία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εξακολουθεί να αφαιρείται για να υπολογισθεί το τελικώς καταβλητέο στο συνταξιούχο ποσό σύνταξης, αν και με την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου 244/17 οι προβλέπουσες την εισφορά αυτή διατάξεις (και συνακόλουθα και εκείνες των άρθρων 44 παρ. 10 του Ν. 3986/11 και 2 παρ. 13 του Ν. 4002/11) κρίθηκαν ως αντίθετες προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και ως χρονικό σημείο επέλευσης των αποτελεσμάτων της διάγνωσης της αντισυνταγματικότητας αυτής ορίσθηκε ο χρόνος δημοσίευσης της ως άνω αποφάσεως, δηλαδή η 8-2-2017], υπόκειται σε περικοπή μέχρι ποσοστού 18% επί της καταβαλλόμενης σύνταξης, κατά τα ανωτέρω. Εξάλλου, ειδικώς ως προς το άρθρο 13 του Ν. 4387/16, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ότι σκοπός των μεταβατικών αυτών διατάξεων είναι η οικονομική εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος και η άμβλυνση κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Όσον αφορά δε την εισαχθείσα με το Ν. 4472/17 ως άνω τροποποίηση περί περικοπής του υπερβάλλοντος ποσού των συντάξεων κατά ποσοστό 18%, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού εκτίθεται σχετικώς ότι η ρύθμιση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιτυχής ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης στο πλαίσιο του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και να επιτευχθεί σταθερή και άμεση χρηματοδότηση της Ελληνικής Οικονομίας, αφού προηγουμένως περισταλεί η συνταξιοδοτική δαπάνη.

16. Εξάλλου, εκτός από τις αναφερόμενες στις προηγούμενες σκέψεις περικοπές των κύριων συντάξεών τους, οι συνταξιούχοι του Δημοσίου υπεβλήθησαν,παραλλήλως, και στο σύνολο των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρωνπου ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, τέτοια δε μέτρα ήταν, μεταξύ άλλων, η σταδιακή μείωση του αφορολόγητου ορίου, ο περιορισμός των κλιμακίων και φορολογικών εκπτώσεων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος (άρθρα 27 του Ν. 3986/11, 1 επ. του Ν. 3842/10, 38 του Ν. 4024/11 κ.α.), η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρα 29 και 38 του Ν. 3986/11), η διαδοχική αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, η υπαγωγή στους αυξημένους συντελεστές αγαθών και υπηρεσιών που υπάγονταν σε κατώτερη κλίμακα και η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12 επ. του Ν. 3833/10, 34 του Ν. 3986/1 κ.α.), η εξίσωση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης (άρθρο 36 του Ν. 3986/11), καθώς και αντίστοιχες επεμβάσεις στη φορολογία ακίνητης περιουσίας, με μείωση του αφορολόγητου ορίου και αύξηση των φορολογικών συντελεστών του φόρου ακίνητης περιουσίας και επιβολή του ειδικού φόρου ηλεκτροδοτουμένων χώρων (άρθρα 33 του Ν. 3986/11, 53 του Ν. 4021/11 κ.α.).

17. Από τα εκτιθέμενα στην σκέψη 10 προκύπτει ότι με τις προπαρατεθείσες διατάξεις της υποπαραγράφου Β.3 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/12 ο νομοθέτης προέβη αφενός στη μείωση των συντάξεων των συνταξιούχων εν γένει του Δημοσίου και αφετέρου στην κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για όσους εκ των συνταξιούχων του Δημοσίου εξακολοθούσαν να τα λαμβάνουν, επικαλούμενος προς δικαιολόγηση των περικοπών αυτών, την ανάγκη να περισταλεί η δημοσιονομική δαπάνη των καταβαλλόμενων από το Δημόσιο συντάξεων, προκειμένου να διασφαλισθεί η πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας μέσω, κυρίως, περικοπών κρατικών δαπανών μεταξύ των οποίων και των συντάξεων (βλ. και τα αναφερόμενα στο Μνημόνιο Συνεννόησης, που έχει προσαρτηθεί στο Ν. 4046/12, σε εφαρμογή του οποίου εκδόθηκε ο Ν. 4093/12). Μάλιστα ο νομοθέτης, χωρίς να διακρίνει μεταξύ των διάφορων κατηγοριών συνταξιούχων λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, προέβη γενικώς σε μειώσεις των καταβαλλόμενων σε αυτούς συντάξεων, αποδίδοντας σημασία, για τον καθορισμό του ύψους της μείωσης, ομοιόμορφα ως προς όλες τις κατηγορίες δικαιούχων,αποκλειστικώς και μόνο στο μαθηματικό ύψος των έως τότε χορηγούμενων συνολικών ποσών συντάξεων.Και ναι μεν ο διακηρυσσόμενος ως άνω σκοπός της περιστολής των δημοσιονομικών δαπανών αποτελεί πράγματι σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει, κατ’ αρχήν, τη λήψη μέτρων περικοπής των καταβαλλόμενων από το Δημόσιο συντάξεων. Εν προκειμένω, όμως, και δεδομένου ότι οι επίμαχες περί αναπροσαρμογής των συντάξεων ρυθμίσεις του Ν. 4093/12 αφορούν και τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, δεν ελήφθη καθόλου υπόψη, κατά τον προσδιορισμό των ανωτέρω μειώσεων των συντάξεων, η ιδιαίτερη συνταξιοδοτική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών, την οποία κατοχυρώνει, κατά τα προεκτεθέντα, το Σύνταγμα ως εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και της μέσω αυτής παροχής στους πολίτες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Ειδικότερα, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του Ν. 4093/12 ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το Ν. 4046/12 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών στις συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, ειδικώς κατά το μέρος που αφορούν αυτές τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, ελήφθησαν υπόψη, πέραν του ανωτέρω αμιγώς ποσοτικού (αριθμητικού) και, ως εκ τούτου, προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της επιτεύξεως, δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του εν γένει μισθολογικού κόστους του Δημοσίου (βλ. σχετικώς την οικεία ως άνω έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), το κύρος και η αποστολή του δικαστικού λειτουργήματος καθώς και η σημασία αυτού για την πραγμάτωση του κράτους δικαίου. Ούτε προκύπτει ότι έγιναν ειδικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις από τις εν λόγω μειώσεις σε βάρος των συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών ούτε αν οι εκ των μειώσεων προερχόμενες επιπτώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το οικονομικό όφελος που θα προκύψει ούτε, τέλος, αν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς. Δεν εξετάσθηκε, επίσης, αν οι συντάξεις ειδικώς των συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, σε σχέση αναλογίας με τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, όπως απαιτείται από το Σύνταγμα, ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωσή τους, δηλαδή η διαβίωσή τους κατά τρόπο συνάδοντα προς το κύρος του λειτουργήματος που ασκούσαν ως όργανα της τρίτης πολιτειακής εξουσίας. Η συνεκτίμηση δε, από μέρους του κοινού νομοθέτη, των ως άνω κριτηρίων και παραγόντων ήταν επιβεβλημένη, κατά το μέρος που οι επίμαχες περικοπές αφορούν συντάξεις τέως δικαστικών λειτουργών, ενόψει της, κατά τα ανωτέρω, ιδιαίτερης συνταξιοδοτικής μεταχείρισης των δικαστικών λειτουργών, η οποία απορρέει ευθέως από το, εξειδικεύον τις προκύπτουσες από το άρθρο 26 του Συντάγματος αρχές, άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος ως εγγύηση της λειτουργικής και προσωπικής τους ανεξαρτησίας. Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ως άνω Ν. 4093/12, όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της, οι συγκεκριμένες μειώσεις των συντάξεων, κατά το μέρος που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίες επήλθαν με το νόμο αυτόν αποκλειστικά με βάση το προαναφερόμενο καθαρώς ποσοτικό κριτήριο του ύψους της καταβαλλόμενης σύνταξης εν γένει, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και με τις υπόλοιπες μειώσεις που, κατά τα προεκτεθέντα, έχουν επιβληθεί διαδοχικώς στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και τις αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις κατά τα άνω, υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο του αναγκαίου μέτρου που θέτει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) (πρβλ. αποφάσεις του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου 88/13, 203/14, 171/16, πρβλ. και αποφάσεις Ολομ. ΣτΕ 2287 - 2288/15, καθώς και Ολομ. Ελεγκτικού Συνεδρίου 4327/14. Και ναι μεν το Δημόσιο, με το από 8-12-2017 υπόμνημά του προς το παρόν Ειδικό Δικαστήριο, επικαλείται ως γενικότερο λόγο μείζονος δημοσίου συμφέροντος, δικαιολογούντα τις επίμαχες περικοπές των συντάξεων, τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας. Ανεξαρτήτως, όμως, του γεγονότος ότι οι επίμαχες περικοπές, οι οποίες συνιστούν μέτρα λαμβανόμενα για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, εν τούτοις, για πολλοστή φορά, κατά παράβαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρεώσεως όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια ομάδα θιγόμενων προσώπων (συνταξιούχοι του Δημοσίου), (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 4741/14, 2192 - 2196/14, 668/12, Ελεγκτικού Συνεδρίου Ολομ. 4327/14), πάντως, ο ανωτέρω λόγος, περιοριζόμενος στην ανάγκη μείωσης των συνταξιοδοτικών δαπανών του Δημοσίου προς διασφάλιση της δημοσιονομικής προσαρμογής την οποία επέβαλαν κυρίως «τα συνεχή προβλήματα της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση» (βλ. σχετικώς το προσαρτηθέν στο Ν. 4046/12 Μνημόνιο Συνεννόησης), δεν αρκεί, ούτε αυτός, για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτές τις συγκεκριμένες ως άνω περικοπές. Και τούτο διότι, ειδικώς ως προς τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, ενόψει και των προβλεπόμενων ποσοστών μείωσης του συνολικού ποσού των συντάξεων (15% και 20% για συντάξεις από 2.000,01 ευρώ και άνω και από 3.000,01 ευρώ και άνω, αντίστοιχα), δεν προκύπτει ότι ελήφθη πρόνοια για τη διατήρηση της απαιτούμενης από το Σύνταγμα σταθερής αναλογίας των συντάξεών τους με τις αποδοχές ενεργείας, συνεκτιμωμένων και των αλλεπάλληλων περικοπών που είχαν ήδη επιβληθεί στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών κατ’ εφαρμογή των προγενέστερων του Ν. 4093/12 προαναφερθέντων νόμων, οι οποίοι κρίθηκαν από το παρόν Δικαστήριο ως μη αντικείμενοι στις αφορώσες τη δικαστική λειτουργία συνταγματικές διατάξεις (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου 164/15, 35/14). Μάλιστα, εν προκειμένω, σύμφωνα με τους ειδικότερους ισχυρισμούς του ενάγοντος και τα προσκομισθέντα σχετικώς στοιχεία, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές των ομοιοβάθμων του ενάγοντος εν ενεργεία Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων (χωρίς συνυπολογισμό των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών παροχών) ανέρχονταν, από 1-12-2015, σε ποσό μεγαλύτερο των 4.000 ευρώ, ενώ, αντιστοίχως, η μηνιαία σύνταξη του ενάγοντος διαμορφώθηκε με βάση τον Ν. 4093/12 (μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο ποσό και των μειώσεων των νόμων 4024/11 και 4051/12, ύψους, αντιστοίχως, 640,92 και 315,48 ευρώ), κατά μέσο όρο, στο καθαρό ποσό των 2.135,70 ευρώ, υπολειπόμενη, ως εκ τούτου, των αποδοχών ενεργείας κατά ποσοστό ανώτερο του 40% και συνεπαγόμενη πράγματι ανατροπή της ως άνω συνταγματικώς επιβαλλόμενης αναλογίας των συντάξεων και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών (πρβλ. απόφαση ΔΕΕ της 6-11-2012 επί προσφυγής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά Ουγγαρίας, υπόθεση C-286/12, σκέψη 72, απόφαση ΕΔΔΑ της 15-4-2014, Stefanetti και λοιποί κατά Ιταλίας, σκέψεις 64 - 66). Κατόπιν αυτών, κατά την πλειοψηφία των μελών του Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 21), οι ανωτέρω διατάξεις της υποπαραγράφου Β.3 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/12, κατά το μέρος που αφορούν τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και ελήφθησαν υπόψη για τον επανυπολογισμό των συντάξεών τους κατά το άρθρο 14 παράγραφοι 1 περ. β και 2 περ. α του νεότερου Ν. 4387/16, αντίκεινται, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αγωγή, στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς τη δικαστική εξουσία, διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν τη χορήγηση στους δικαστικούς λειτουργούς σύνταξης που να μην αποκλίνει ουσιωδώς από τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι έχουν τον αυτό βαθμό με εκείνον που κατείχαν οι συνταξιούχοι κατά την έξοδό τους από την ενεργό υπηρεσία, ώστε να διασφαλίζεται σε αυτούς επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογο με το κύρος και την αποστολή του λειτουργήματος που ασκούσαν.

18. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, με τις οποίες διασφαλίζεται και το συνταξιοδοτικό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών, η σύνταξη των αποχωρούντων από την υπηρεσία δικαστικών λειτουργών, η οποία αποτελεί «συνέχεια» των αποδοχών τους (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3540-1/03 και Ελεγκτικού Συνεδρίου Ολομ. 244/17σκέψη VI.A.1) και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να αποκλίνει ουσιωδώς από τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, αποβλέπει στην εξασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης των συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών και, τελικώς, στην εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας. Συνεπώς, κατά τη θέσπιση ρυθμίσεων που αφορούν τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών, ακόμη και αν οι ρυθμίσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο ενός γενικού νομοθετήματος που διέπει περισσότερες ή και όλες τις κατηγορίες συνταξιούχων και ασφαλισμένων, πρέπει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες να προκύπτει ότι η τήρηση των ανωτέρω συνταγματικών εγγυήσεων αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής στάθμισης από μέρους του νομοθέτη σε σχέση με το διαμορφούμενο επίπεδο σύνταξης των δικαστικών λειτουργών. Τούτο δε διότι η σχετική ευχέρεια εκτιμήσεων και επιλογών, την οποία διαθέτει ο νομοθέτης ακόμη και στο πλαίσιο τυχόν επιχειρούμενης αναμόρφωσης του συνταξιοδοτικού και εν γένει ασφαλιστικού συστήματος, τελεί υπό τους περιορισμούς που απορρέουν από ειδικές συνταγματικές διατάξεις και τις εγγυήσεις που αυτές καθιερώνουν (πρβλ. απόφαση Ελεγκτικού Συνεδρίου Ολομ. 244/17 σκέψη Χ.Α.5) Ο δε ―θεμιτώς, καταρχήν, επιδιωκόμενος― σκοπός της αναμόρφωσης των αρχών που διέπουν το συνταξιοδοτικό σύστημα, δεν πρέπει,πάντως, να απολήγει σε συνταγματικώς μη επιτρεπτή ομοιόμορφη μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας.

19. Με τον ως άνω Ν. 4387/16 εισάγεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, νέο, ενιαίο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, στο οποίο υπάγονται όλοι ανεξαιρέτως οι απασχολούμενοι, δηλαδή πέραν των απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα, και οι υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και οι αντίστοιχες κατηγορίες συνταξιούχων. Συνεπώς, πρόθεση του νομοθέτη είναι να διέπονται και οι δικαστικοί λειτουργοί, εν ενεργεία και συνταξιούχοι, από τις διατάξεις του Ν. 4387/16, μεταξύ δε αυτών και από τις προπαρατεθείσες μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 του εν λόγω νόμου. Με τις τελευταίες αυτές διατάξεις επιβάλλεται προσωρινό, μέχρι 31-12-2018, ανώτατο όριο ποσού 2.000 ευρώ στις καταβαλλόμενες ατομικές μηνιαίες συντάξεις των προσώπων που είχαν καταστεί συνταξιούχοι του Δημοσίου έως την έναρξη ισχύος του Ν. 4387/16 (12-5-2016), προβλέπεται δε και η εκ νέου καταβολή, από 1-1-2019, του τυχόν υπερβάλλοντος το ανώτατο αυτό όριο τμήματος της σύνταξης, μετά τον επανυπολογισμό αυτής κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ίδιου νόμου. Σκοπός της μεταβατικής αυτής ρύθμισης είναι, κατά τα προκύπτοντα από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η οικονομική εξυγίανση και η μεσοπρόθεσμη διασφάλιση του ασφαλιστικού συστήματος καθώς και η άμβλυνση κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων έως την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ο σκοπός δε αυτός αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσει τη λήψη μέτρων περιστολής των εν γένει συνταξιοδοτικών δαπανών του Δημοσίου. Ανεξαρτήτως, όμως, εάν η θέσπιση, αδιακρίτως, ενιαίων κανόνων επιβολής εισφορών και χορήγησης ασφαλιστικών παροχών για όλες τις κατηγορίες απασχολουμένων και συνταξιούχων, στο πλαίσιο ενιαίου φορέα, οργανωμένου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης, και ιδιαιτέρως αν η υπαγωγή στο φορέα αυτόν λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, είναι ή όχι αντίθετη προς το άρθρο 4 του Συντάγματος ή προς άλλες τυχόν συνταγματικές διατάξεις, καθώς και αν η αναφερόμενη στο τρίτο Μνημόνιο δέσμευση για ενοποίηση όλων των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης σε μία ενιαία οντότητα αφορά και το φορέα παροχής της σύνταξης των δημοσίων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών (βλ. απόφαση Ελεγκτικού Συνεδρίου Ολομ. 244/17 σκέψεις VI, A., A.1. και Α.2, Χ. Α.2 και Α.4), πάντως, εν προκειμένω, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του Ν. 4387/16, και ιδίως από την αιτιολογική του έκθεση, την έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, τα πρακτικά συνεδριάσεων της Βουλής και τις μελέτες που συνοδεύουν τον εν λόγω νόμο, ουδόλως προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να αφορά ειδικώς το κατοχυρωμένο από τα άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος μισθολογικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών. Αντιθέτως, προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί, εν ενεργεία και συνταξιούχοι, αντιμετωπίσθηκαν από το Ν. 4387/16 κατά τρόπο ενιαίο, τουλάχιστον με το σύνολο των απασχολουμένων στο Δημόσιο και εντάχθηκαν και αυτοί, όπως όλοι οι απασχολούμενοι στο Δημόσιο, άμεσα και έμμεσα κρατικά όργανα, τόσο στις πάγιες ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου όσο και στις μεταβατικές ρυθμίσεις του άρθρου 13 αυτού, χωρίς να έχει συνεκτιμηθεί, ειδικώς κατά τη θέσπιση, με το τελευταίο αυτό άρθρο, ανώτατου ορίου στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, η ιδιαίτερη συνταξιοδοτική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών,την οποία κατοχυρώνει, κατά τα ανωτέρω, το Σύνταγμα ως εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και δι’ αυτής την εξασφάλιση της παροχής στους πολίτες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, και χωρίς να προκύπτει, βάσει συγκεκριμένων εκτιμήσεων, ότι η σκοπούμενη με τις ρυθμίσεις του Ν. 4387/16 διατήρηση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος δεν ήταν δυνατή παρά μόνον με τη θέσπιση τέτοιων δραστικών μειώσεων στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών. Περαιτέρω, ναι μεν δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, ο κοινός νομοθέτης, επικαλούμενος εξαιρετικά σοβαρούς λόγους γενικότερου συμφέροντος, να προβαίνει στη θέσπιση, και δη προσωρινώς, ανώτατου ορίου στις καταβαλλόμενες συντάξεις μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, όπως είναι οι συνταξιοδοτούμενοι από το Δημόσιο λειτουργοί και υπάλληλοι. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, για τον υπολογισμό της καταβλητέας μηνιαίας σύνταξης, κατά τα οριζόμενα στο ανωτέρω άρθρο 13 του Ν. 4387/16, αφαιρούνται από το ανώτατο όριο των 2.000 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις για την υγειονομική περίθαλψη και την εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων (παρά την, κατά τα προεκτεθέντα, διάγνωση της αντισυνταγματικότητας της προβλέπουσας αυτήν διατάξεως με την προαναφερθείσα απόφαση 244/17 του Ελεγκτικού Συνεδρίου), και, περαιτέρω, μετά και την αφαίρεση του παρακρατούμενου φόρου, το καθαρό ποσό σύνταξης που δικαιούνται έως τις 31-12-2018 οι υπαγόμενοι στη μεταβατική αυτή ρύθμιση συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί, διαμορφώνεται, κατά κανόνα, όπως συνάγεται από τα στοιχεία του φακέλου, σε ύψος μικρότερο ή ελάχιστα ανώτερο των 1.500 ευρώ (ειδικώς, για τον ενάγοντα σε 1.449,82 ευρώ). Με τα δεδομένα δε αυτά, η διάρρηξη της σχέσης αναλογίας μεταξύ συντάξεως και αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών,η οποία είχε ήδη επέλθει με τις περικοπές του Ν. 4093/12 κατά τα άνω, επιτείνεται πλέον κατά πολύ με την εφαρμογή των εν λόγω μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 4387/16, οι οποίες, θεσπισθείσες μετά την πάροδο έξι ετών από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, εμφανίζονται μεν ως εντασσόμενες στο πλαίσιο αναμορφώσεως του συνολικού ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος ―και, επομένως, ως άσχετες με προηγούμενες περικοπές συνταξιοδοτικών παροχών― στην πραγματικότητα, όμως, αποτελούν συνέχεια των προηγούμενων αλλεπάλληλων περικοπών, καθεμία των οποίων επιβλήθηκε αυτοτελώς χωρίς συνεκτίμηση των προηγηθεισών και, ως εκ τούτου, χωρίς καμία εκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεών τους, με την επίκληση και μόνον των εκάστοτε δημοσιονομικών συνθηκών και δυσχερειών. Εξάλλου, το γεγονός ότι η τελευταία αυτή ρύθμση του άρθρου 13 του Ν. 4387/16 περί επιβολής ανώτατου ορίου στις καταβαλλόμενες συντάξεις αφορά περιορισμένο χρονικό διάστημα (έως τις 31-12-2018), όπως προβάλλει το Δημόσιο με το προαναφερθέν υπόμνημά του, δεν αναιρεί τη διαπίστωση περί αντιθέσεως των ανωτέρω διατάξεων προς τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι αφενός μεν η εφαρμογή του επίμαχου μέτρου προβλέπεται, πάντως, για ικανό χρονικό διάστημα (τριάντα μηνών), αφετέρου δε το μέτρο αυτό συνεπάγεται περαιτέρω περικοπές στις ήδη μειωθείσες, κατά τα προεκτεθέντα, σε επίπεδο μη ανταποκρινόμενο στις συνταγματικές απαιτήσεις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών. Μάλιστα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο υπολογισμός των συντάξεων κατ’ εφαρμογή των ως άνω μεταβατικών διατάξεων έγινε το πρώτον από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2017, είναι δυνατόν η εφαρμογή του μέτρου αυτού να οδηγήσει στον επανυπολογισμό των ποσών των συντάξεων που είχαν καταβληθεί στους δικαιούχους δικαστικούς λειτουργούς κατά το από 1-6-2016 έως 30-9-2017 χρονικό διάστημα χωρίς τις περικοπές που συνεπάγεται η επιβολή του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου, και στην παρακράτηση από τις εφεξής καταβαλλόμενες συντάξεις του ποσού της διαφοράς, με συνέπεια για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η παρακράτηση αυτή, οι συνταξιοδοτικές παροχές των ήδη συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών να εμφανίζονται ακόμη περισσότερο μειωμένες. Άλλωστε, η εμφανιζόμενη ως προσωρινή (έως 31-12-2018) μείωση της καταβαλλόμενης σύνταξης δεν είναι πράγματι προσωρινή, εφόσον, και μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 4387/16, η σύνταξη των δικαστικών λειτουργών δεν πρόκειται να επανέλθει, όχι μόνον στο ποσό στο οποίο ανερχόταν πριν από την θεσπισθείσα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Β.3 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/12 περικοπή, αλλά ούτε καν στο μειωμένο ποσό στο οποίο ανερχόταν κατόπιν της περικοπής αυτής κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4387/16. Τούτο δε ενόψει των θεσπιζομένων με το άρθρο 14 του ίδιου Ν. 4387/16 ρυθμίσεων, διότι εκτός του ότι, μετά την τροποποίηση της περ. β’ της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4472/17, το τυχόν υπερβάλλον ποσό δεν καταβάλλεται, κατά τα προεκτεθέντα, ολόκληρο, όπως προβλεπόταν αρχικώς, αλλά μειωμένο κατά 18% (για τον επανυπολογισμό της σύνταξης και ειδικότερα για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της) λαμβάνεται μεν υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου κανονίσθηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4387/16, αλλά εφαρμόζονται και τα ποσοστά αναπλήρωσης, που θεσπίζονται με το άρθρο 8 του εν λόγω νόμου, στο οποίο παραπέμπει ρητώς η περίπτωση α’ της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 14, η εφαρμογή δε των ποσοστών αυτών, ως εκ του ύψους και της κλιμακώσεώς των, συνεπάγεται περαιτέρω διατάραξη της αναλογίας μεταξύ της καταβαλλόμενης στους δικαστικούς λειτουργούς σύνταξης και των αποδοχών ενεργείας (πρβλ. απόφαση Ελεγκτικού Συνεδρίου 244/17 σκέψη VI. Α.3). Εξάλλου, οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις διατάξεων του τελευταίου αυτού Ν. 4387/16 (βλ. τους προαναφερθέντες Ν. 4461/17, Α’ 38/28-3-2017, Ν. 4472/17, Α’ 74/19-5-2017, Ν. 4488/17, Α’ 137/13-9-2017), οι οποίες ακολουθούν τους αλλεπάλληλους προγενέστερους νόμους, με τους οποίους θεσπίσθηκαν διάφορες περικοπές και μειώσεις, δεν διασφαλίζουν την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου [πρβλ. ΑΕΔ 14/13, ΣτΕ 1738/17 Ολομ., 2034/11 Ολομ., 4731/14, 640/15 κ.α.· βλ. και το Ν. 4048/12 «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης», Α’ 34, στο άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου προβλέπεται ότι μεταξύ των αρχών καλής νομοθέτησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ασφάλεια δικαίου (περ. η)], και εντείνουν την αβεβαιότητα ως προς το συνταξιοδοτικό καθεστώς, γεγονός που, προδήλως, όχι μόνον επηρεάζει αμέσως τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, αλλά δεν συντελεί και στην επιτέλεση του δικαστικού λειτουργήματος από τους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς χωρίς περισπασμούς (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 26-4-2006, Zubko και λοιποί κατά Ουκρανίας, σκέψεις 67 - 69, απόφαση ΔΕΕ της 6-11-2012, C-286/12, σκέψη 72). Με τα δεδομένα αυτά, λαμβανομένου υπόψη και του συνολικού ύψους των συνταξιοδοτικών περικοπών που έχουν επέλθει με τις προαναφερθείσες προγενέστερες διατάξεις και της εγγενούς δυσχέρειας αναπλήρωσης του περικοπτόμενου εισοδήματος, η περικοπή της σύνταξης των δικαστικών λειτουργών κατ’ εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 4387/16 μετά από τον επανυπολογισμό αυτής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, συνεπαγόμενο σοβαρή μείωση του εισοδήματός τους και ανατροπή των οικονομικών δεδομένων στα οποία δικαιολογημένα είχαν αποβλέψει, ουδόλως συνάδει προς τις συνταγματικές εγγυήσεις για τη διατήρηση, και μετά το πέρας του ενεργού υπηρεσιακού βίου των δικαστικών λειτουργών, επιπέδου διαβίωσης ανάλογου προς το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος και εγγύτερου κατά το δυνατόν προς εκείνο το οποίο εξασφάλιζαν οι αποδοχές τις οποίες ελάμβαναν στη θέση και στο βαθμό που κατείχαν κατά την αποχώρηση από την ενεργό υπηρεσία [πρβλ. αποφάσεις Ελεγκτικού Συνεδρίου Ολομ. 244/17 σκέψη VI. A.3, 4327/14 και το προαναφερθέν άρθρο 6 παρ. 6.4 του Ευρωπαϊκού Χάρτη για το καθεστώς των δικαστών· βλ. άλλωστε, και τα εξαγγελλόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ίδιου του Ν. 4387/16 και στο άρθρο 2 παρ. 3 αυτού, σύμφωνα με τα οποία το εισαγόμενο με αυτόν νέο σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης διατηρεί ως προς τους συνταξιούχους, «στο βαθμό του δυνατού, την εγγύτητα με το κεκτημένο κατά τον εργασιακό βίο επίπεδο ζωής» (κατά τη διατύπωση της αιτιολογικής έκθεσης) και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης «όσο το δυνατό εγγύτερα προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου» (κατά τη διατύπωση του ως άνω άρθρου)]. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, κατά την ομόφωνη (ως προς το ζήτημα αυτό) κρίση του Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 21), οι προπαρατεθείσες μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 4387/16, κατά το μέρος που αφορούν τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, αντίκεινται και αυτές, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγή, στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς τη δικαστική εξουσία, διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, τη χορήγηση στους δικαστικούς λειτουργούς σύνταξης η οποία να μην αποκλίνει ουσιωδώς από τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι έχουν τον αυτό βαθμό με εκείνον που κατείχαν οι συνταξιούχοι κατά την έξοδό τους από την ενεργό υπηρεσία, ώστε να διασφαλίζεται σε αυτούς επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογο με το κύρος και την αποστολή του λειτουργήματος που ασκούσαν.

20. Εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. Β υποπαρ. Β.3 του Ν. 4093/12, οι οποίες ελήφθησαν υπόψη και για τον επανυπολογισμό των συντάξεων των δικαστικών λειτουργών κατά το άρθρο 14 του Ν. 4387/16, και του άρθρου 13 του εν λόγω Ν. 4387/16 αντίκεινται στο Σύνταγμα, μη νομίμως υπολογίσθηκεκατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών η σύνταξη του ενάγοντοςκατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από 1-12-2015 έως 30-11-2017. Δεδομένου δε ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν ως ανίσχυρες, για τον προσδιορισμό της σύνταξης του ενάγοντος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ήταν εφαρμοστέες οι προϊσχύουσες αυτών διατάξεις. Η κρίση, εξάλλου, αυτή δεν συνιστά άσκηση νομοθετικού έργου εκ μέρους του δικαστή, κατά παράβαση του άρθρου 80 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο». Και τούτο διότι η εφαρμογή των διατάξεων που ίσχυαν έως την ψήφιση των ανωτέρω διατάξεων των νόμων 4093/12 και 4387/16 για τον υπολογισμό του ύψους της συντάξεως του ενάγοντος δεν αποτελεί θέσπιση νέων κανόνων δικαίου εκ μέρους του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, αλλά άσκηση έργου ανατεθειμένου κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος στα δικαστήρια και συνισταμένου στη μη εφαρμογή κανόνα δικαίου, που αντίκειται στο Σύνταγμα, και στην επίλυση της διαφοράς με την εφαρμογή, εάν υπάρχει, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, προγενέστερου νόμου (βλ. απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου 88/13).

21. Τα μέλη του Δικαστηρίου Καλλιόπη Χριστακάκου - Φωτιάδη και Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου διατύπωσαν την εξής γνώμηως προς την συμφωνία προς το Σύνταγμα των προαναφερθεισών διατάξεων: Ο νομοθέτης με τις διατάξεις του Ν. 4093/12 προέβη στις αναφερόμενες στη σκέψη 10 μειώσεις των συντάξεων των εν γένει συνταξιούχων του Δημοσίου, καθώς και στην κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, προκειμένου να διασφαλισθεί η πορεία της δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας και να περισταλεί η δημοσιονομική δαπάνη των καταβαλλομένων από το Δημόσιο συντάξεων. Η μείωση αυτή, πλήττοντας τους συνταξιούχους με χαμηλά από συντάξεις εισοδήματα, αλλά περισσότερο εκείνους οι οποίοι δικαιούντο υψηλότερα ποσά συντάξεων, εξυπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, λόγω της απειλούμενης κατάρρευσης του ασφαλιστικού συστήματος. Συνεπώς, αυτή η περικοπή είναι, κατ’ αρχήν, δικαιολογημένη. Ανταποκρίνεται περαιτέρω στην αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας, καθώς και στο καθήκον όλων των πολιτών να συμβάλουν με διάφορους τρόπους στην επίτευξη του παραπάνω στόχου. Και πράγματι οι επιβαρύνσεις με σκοπό την επίτευξη του στόχου αυτού είναι σαφώς ευρύτερες, δεδομένου ότι αυτές αφορούν όχι μόνο τους συνταξιούχους, και εν προκειμένω τους συνταξιούχους δικαστικούς, αλλά και ευρύτερες κατηγορίες πολιτών, όπως τους ελεύθερους επαγγελματίες, μέσω της αυξήσεως του φόρου εισοδήματος, τους καταναλωτές, μέσω της αυξήσεως του φόρου προστιθέμενης αξίας, τους ιδιοκτήτες ακινήτων μέσω του ΕΝΦΙΑ κ.ο.κ. Συνεπώς, οι επιβληθείσες από τις διατάξεις του Ν. 4093/12 μειώσεις και σε συντάξεις δικαστικών λειτουργών κρίνονται δικαιολογημένες, έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι συνεπάγονται σημαντική επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου (αποφάσεις παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου 164/15, 35/14). Αντιθέτως, οι επόμενες ρυθμίσεις του Ν. 4387/16, οι οποίες προκαλούν περαιτέρω μειώσεις των συντάξεων, επιτείνοντας την ήδη δυσμενή οικονομική κατάσταση των συνταξιούχων δικαστικών, δεν ανταποκρίνονται στο ειδικό καθεστώς τους, όπως αυτό περιγράφεται παραπάνω στη σκέψη 8, σύμφωνα με τα κριθέντα και από τα άλλα μέλη του Δικαστηρίου, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 19. Κι αυτό, επειδή οι επανειλημμένες διαδοχικές μειώσεις καταλήγουν στο να μην εξασφαλίζεται στους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, αντίστοιχο με την προηγούμενη επαγγελματική τους κατάσταση και το αντίστοιχο κύρος τους ως δικαστικών λειτουργών και κατά τη διάρκεια του μετεργασιακού τους βίου. Κατ’ ακολουθίαν, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού ύψους των περικοπών που προηγήθηκαν, η ρύθμιση του άρθρου 13 του Ν. 4387/16 αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 26, όπως και στις διατάξεις 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος,όπως έκριναν και τα άλλα μέλη του Δικαστηρίου, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 19.

22. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, μετά την επίλυση των ανωτέρω νομικών ζητημάτων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα πρέπει να παραπεμφθεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο είναι αρμόδιο να επιλύσει οριστικώς τη διαφορά (και ως προς το ζήτημα της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων), αφού αποφανθεί και για τυχόν οφειλόμενα δικαστικά δαπανήματα.

Δια ταύτα

Διαπιστώνει ότι το νομικό ζήτημα, το οποίο εμπίπτει στη δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου και αφορά τη συμφωνία προς τα άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 2 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος των προγενεστέρων του Ν. 4093/12 νόμων, με τους οποίους θεσπίσθηκαν περικοπές των συντάξεων των δικαστικών λειτουργών, έχει ήδη επιλυθεί με την 164/15 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Επιλύει το αναφυόμενο στο πλαίσιο της κρινόμενης αγωγής νομικό ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ. Β υποπαρ. Β.3 του Ν. 4093/12, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη και για τον επανυπολογισμό της σύνταξης των δικαστικών λειτουργών κατά το άρθρο 14 του Ν. 4387/16, και του άρθρου 13 του εν λόγω Ν. 4387/16, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

  1. Παραπέμπει την κρινόμενη αγωγή προς περαιτέρω εκδίκαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο.