Άρειος Πάγος 21/2018: «Δεν επηρεάζει το κύρος καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εγκύου η παράλειψη κοινοποιήσεως αυτής στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας»

Περίληψη: Προστασία της εγκύου και τεκούσης κατά της καταγγελίας – Παρέχεται ανεξαρτήτως της εκ μέρους του εργοδότη γνώσεως της εγκυμοσύνης – Η παράλειψη αναγγελίας της καταγγελίας στην Επιθεώρηση Εργασίας δεν επιφέρει την ακυρότητα της καταγγελίας – Έννοια «σπουδαίου λόγου» και υποχρέωση αιτιολογήσεως γραπτώς και δεόντως της καταγγελίας – Έγκυρη η καταγγελία συμβάσεως εγκύου η οποία υπερέβη τα προβλεπόμενα από την καλή πίστη όρια ανοχής του εργοδότου με προσβλητική συμπεριφορά προς τον προϊστάμενο της, την αδιαφορία της, την κακή συνεργασία και την μείωση της αποδοτικότητός της – Δεν επηρεάζει το κύρος της καταγγελίας η παράλειψη της τυπικής κοινοποιήσεως στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

 

 

Αρείου Πάγου 21/2018 - Τμ. Β1

Πρόεδρος: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ

Εισηγητής: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΗΜΑΚΗΣ

Δικηγόροι: Κ. Ρήγος - Γ. Μπούρας

1. Στο άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 1483/84 «προστασία και διευκόλυνση των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις»,(παρ. 1)ορίζεται ότι απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζόμενης γυναίκας από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσο και κατά το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί η ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη. Περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ΠΔ 176/97 «μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων σε συμμόρφωση με την οδηγία 95/85/ΕΟΚ», ορίζεται ότι απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζόμενων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2 του ίδιου ΠΔ (δηλαδή των εγκύων, λεχώνων, γαλουχουσών, όπως το άρθρο 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ΠΔ 41/03) και ότι σε περίπτωση καταγγελίας μιας τέτοιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1483/84, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει γραπτώς και δεόντως την καταγγελία και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση προς την αρμόδια Υπηρεσία Επιθεώρησης Εργασίας. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, αφ’ ενός η προστασία παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης και αφ’ ετέρου η παράλειψη του εργοδότη να αναγγείλει αρμοδίως τη γενομένη καταγγελία της συμβάσεως δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής. Το έγκυρο της καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, συναρτάται με το λόγο που επικαλείται ο εργοδότης, ήτοι από το εάν αυτός κρίνεται ή όχι σπουδαίος (ΑΠ 433/12). Ως σπουδαίος λόγος για την καταγγελία θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, καθιστούν για τον εργοδότη μη ανεκτή την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος της γυναίκας, κατά της οποίας γίνεται η καταγγελία. Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των υποχρεώσεων της εργαζόμενης εγκύου, όπως η πλημμελής ή μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων της ή η μη συμμόρφωσή της σε οδηγίες του εργοδότη, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η συμπεριφορά αυτή δεν είναι απότοκος της εγκυμοσύνης, αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται αναγκαίως και υπαιτιότητα (AΠ 668/16). Η επίκληση σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εργαζόμενης εγκύου αποτελεί περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη, που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας λόγω της για την αιτία αυτή ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ 308/11).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Ότι την 1-9-2003, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως διοικητικός υπάλληλος στο τμήμα ομαδικών ασφαλίσεων. Ότι την 15-1-2007, η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη για το ότι διανύει την 9η εβδομάδα κυήσεως. Ότι για τους υπαλλήλους της εναγομένης λάμβανε χώρα αξιολόγηση, εντός του πρώτου διμήνου έκαστου ημερολογιακού έτους. Ότι κατά τη διάρκεια της από 22-1-2007 αξιολόγησης της ενάγουσας, τόσο η υπάλληλος Σ. Μ., στην οποία είχε ανατεθεί από την εναγομένη ο εν όψει της αξιολόγησης έλεγχος στο τμήμα ομαδικών ασφαλίσεων, όσο και ο άμεσος προϊστάμενος της ενάγουσας Μ. Π., επισήμαναν σ’ αυτήν ότι παρουσίαζε μειωμένη απόδοση στην εργασία της, σε σχέση με την απόδοση και την αντίστοιχη αξιολόγησή της κατά το προηγούμενο έτος. Ότι η επισήμανση αυτή προκάλεσε αντίδραση της ενάγουσας, η οποία διαφώνησε, εξέφρασε έντονες αντιρρήσεις, αποκάλεσε τον Μ. Π. «ατάλαντο προϊστάμενο και αδύναμο να χειριστεί ανθρώπους σαν αυτήν» και αποχώρησε από το γραφείο του, διακόπτοντας τη σχετική διαδικασία. Ότι την 23-1-2007, ήτοι την επομένη του ως άνω επεισοδίου, συνεχίστηκε η αξιολόγηση της ενάγουσας από τη Σ. Μ., που εξετασθείσα ως μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε ότι «είχε πληροφορηθεί από υπαλλήλους του ορόφου ότι την προηγούμενη ημέρα και καθώς η ενάγουσα απομακρυνόταν από το γραφείο του Μ. Π., τον αποκάλεσε «μ...». Ότι η αξιολόγηση της ενάγουσας από τη Σ. Μ. συνεχίστηκε χωρίς να παρίσταται ο Μ. Π. Ότι ερωτηθείσα από τη Σ. Μ. για το αν πράγματι είχε αποδώσει την προηγούμενη ημέρα τον ως άνω χαρακτηρισμό στον προϊστάμενό της, η ενάγουσα επιβεβαίωσε ότι τον αποκάλεσε «μ...», συμπληρώνοντας ότι δεν είναι η μόνη που μιλάει έτσι γι’ αυτόν στο διάδρομο του τμήματος. Ότι, ακολούθως, η ενάγουσα αρνήθηκε να μετακινηθεί σε άλλο τμήμα και, ειδικότερα, να αναλάβει την οργάνωση των φακέλων του αρχείου, όπως της ζητήθηκε, όχι μόνο διότι είχε προηγηθεί το παραπάνω επεισόδιο, αλλά και διότι ήδη από το πρώτο έτος εργασίας της στην εναγομένη είχε δημιουργήσει προβλήματα συνεργασίας με το υπόλοιπο προσωπικό. Ότι η παραμονή της στο παραπάνω τμήμα δημιουργούσε έντονο πρόβλημα διαχείρισης του υπόλοιπου ανθρώπινου δυναμικού, με απρόβλεπτες συνέπειες στην ορθή διοικητική λειτουργία του. Ότι εν όψει όλων αυτών, η εναγόμενη θεώρησε ότι η προαναφερθείσα απαξιωτική συμπεριφορά της ενάγουσας προς τον προϊστάμενό της, και δη παρουσία άλλων υπαλλήλων της εναγόμενης, σε συνδυασμό και με την μέχρι τότε διαπιστωμένη κακή συνεργασία της με τους κατά καιρούς προϊσταμένους και τους συναδέλφους της, καθιστούσε μη περαιτέρω ανεκτή τη λειτουργία της σύμβασης εργασίας. Ότι για το λόγο αυτό, την 25-1-2007, η εναγομένη εγχείρισε στην ενάγουσα την ταυτόχρονη, έγγραφη καταγγελία, στην οποία ανέγραψε, μεταξύ άλλων, ότι καταγγέλλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στα ως άνω περιστατικά και την καλεί να παρουσιαστεί στο ταμείο της εταιρίας για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι την 26-1-2007, η ενάγουσα προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, όπου αμφισβήτησε το κύρος της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ισχυριζόμενη ότι αυτή είναι καταχρηστική και παράνομη, ότι οι λόγοι καταγγελίας είναι προσχηματικοί και ότι εκδιώχθηκε λόγω της εγκυμοσύνης της. Ότι η εναγομένη επέμεινε στο ότι η καταγγελία έγινε για τους λόγους που περιγράφονται σ’ αυτήν και όχι εξ αιτίας της εγκυμοσύνης, οπότε η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε αφ’ ενός ότι παρέμεινε αναπόδεικτος ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί του ότι η εναγόμενη την απέλυσε από εμπάθεια και εξ αιτίας της εγκυμοσύνης της και αφ’ ετέρου ότι, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η ίδια η ενάγουσα είχε υπερβεί κατά πολύ τα προβλεπόμενα από την καλή πίστη όρια ανοχής της εναγομένης, ως εργοδότριάς της α) με την προαναφερόμενη προσβλητική συμπεριφορά προς τον άμεσο προϊστάμενό της, β) με την αδιαφορία για το ότι η συμπεριφορά αυτή έγινε άμεσα αντιληπτή από άλλους υπαλλήλους της εναγόμενης, γ) με τη διατάραξη των σχέσεων ιεραρχίας στην επιχείρηση, λαμβανομένης υπ’ όψη και της εμφανούς απουσίας οποιασδήποτε μεταμέλειας της ενάγουσας και δ) με την προηγηθείσα κακή συνεργασία αυτής με τους κατά καιρούς προϊσταμένους και τους συναδέλφους της, που οδηγούσε σε μείωση της απόδοσής της. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και ότι αυτή δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί με τη λήψη κάποιου άλλου, ηπιότερου μέτρου, διότι αν και προτάθηκε στην ενάγουσα να μετακινηθεί, για να εργασθεί σε άλλο τμήμα της επιχείρησης, αυτή αρνήθηκε. Μετά τις ως άνω παραδοχές και κρίσεις, το Εφετείο, δικάζοντας μετ’ αναίρεση, δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 3114/08 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κρίνοντας εκ νέου την ένδικη αγωγή, την απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια βάση αυτής (έλλειψη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εργαζόμενης εγκύου), όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις (μη επιλογή ηπιότερου μέσου αντιμετώπισης της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εργαζόμενης και μη κοινοποίηση της καταγγελίας στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας), επί των οποίων η ενάγουσα επιχειρούσε να στηρίξει τα αιτήματα αυτής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, πραγματική απασχόληση στην ίδια θέση και χρηματική ικανοποίηση λόγω συντρέχουσας ηθικής βλάβης. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο Α) ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 15 παρ.1 του Ν. 1483/84, 10 του ΠΔ 176/97, καθώς και αυτούς των άρθρων 281 και 672 ΑΚ, σύμφωνα με τους οποίους η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εργαζόμενης εγκύου, αν και κατ’ αρχήν απαγορεύεται, είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή εφ’ όσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, τον οποίο, κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εν προκειμένω στοιχειοθετούσε η προηγούμενη και ανεξάρτητη της εγκυμοσύνης αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, ενώ η παράλειψη τυπικής κοινοποίησης της καταγγελίας προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία ουσιαστικώς είχε ενημερωθεί από την ενώπιόν της καταφυγή και συζήτηση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, δεν επηρέαζε το κύρος αυτής, όπως ήδη είχε γίνει δεκτό από την προεκδοθείσα 433/12 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, προς την οποία συμμορφώθηκε το Εφετείο και Β) διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων έγκυρης καταγγελίας στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.