Μονομελές Εφετείο Πειραιώς 177/2018: «περί ζητημάτων μετενέργειας ΣΣΕ και καταγγελίας ατομικής σύμβασης εργασίας»

Περίληψη: Μετενέργεια ΣΣΕ και διατήρηση κανονιστικών όρων - Αρχή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών – Αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων – Βλαπτική μεταβολή συνιστά και η μονομερής μείωση των αποδοχών, εκτός αν υπάρχει επιφύλαξη διακοπής ή αν πρόκειται περί ποσού το οποίο χορηγήθηκε από ελευθεριότητα χωρίς την πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα της εργασίας – Η καταγγελία συμβάσεως αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία υποκειμένη στον έλεγχο κατ’ άρθρο 281 ΑΚ – Πότε είναι καταχρηστική – Το βάρος αποδείξεως έχει ο απολυθείς μισθωτός – Τι ελέγχεται επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους – Οι διατάξεις του Ν. 4046/12 και της ΠΥΣ 6/12 περί κανονιστικών όρων διατηρουμένων σε ισχύ κατά την μετενέργεια των ΣΣΕ - ΔΑ, με μονομερή από τον εργοδότη περικοπή των λοιπών όρων, αφορούν αμοιβή βάσει των ΣΣΕ και όχι και τις υψηλότερες αποδοχές καταβαλλόμενες βάσει ατομικής συμβάσεως μεταξύ εργοδότου - μισθωτού – Κρίση ότι η καταβολή μικροτέρας αποζημιώσεως δεν καθιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση άκυρη την καταγγελία διότι οφείλεται σε εσφαλμένο υπολογισμό βάσει αποδοχών τις οποίες είχε μειώσει ο εργοδότης καλοπίστως με την πεποίθηση ότι είχε σχετικό δικαίωμα κατά την ΠΥΣ 6/12 – Δεν ήταν καταχρηστική η καταγγελία λόγω εμπαθείας και αισθημάτων εκδικήσεως – Άκυρη η καταγγελία κατά παράβασιν των κριτηρίων επιλογής των απολυτέων για οικονομικοτεχνικούς λόγους – Επιδίκαση και χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη.

 

Μονομ. Εφετείου Πειραιώς 177/2018

Εφέτης: Ι. ΙΕΡΩΝΥΜΑΚΗΣ

Δικηγόροι: Κων/νος Πηνιώτης - Ιωάννης Δαμηλάκης

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 1876/90,(παρ. 28) όπως αυτό ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του Ν. 4046/12(παρ. 29) και της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθείσης υπ’ αριθ. 6/12 ΠΥΣ(παρ. 30) «1. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. 2. Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια Υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. 3. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν για τη συλλογική σύμβαση εργασίας αναδρομική ισχύ έως την ημέρα της λήξης ή της καταγγελίας της προηγούμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας, από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται η διάρκειά της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων. 4. Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8. 5. Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας». Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, με αριθμό 6/28-2-2012 «Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του 4046/12» (ΦΕΚ Τεύχος Α' 38/28-2-2012): «1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14-2-2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 1876/90 (Α' 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο(παρ. 31) από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/12. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/90 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι τους εργαζόμενους και τους εργοδότες αυτών καταλαμβάνει και η μετενέργεια των ΣΣΕ. Από την διάταξη δε της παραγράφου 4 της ως άνω ΠΥΣ υπ’ αριθ. 6/2012 συνάγεται επίσης ότι οι ΣΣΕ, που έληξαν ή καταγγέλθηκαν εντός του τελευταίου εξαμήνου, πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4046/12, εξακολουθούν να ισχύουν για ένα τρίμηνο, ήτοι από τις 14-2-2012 έως τις 14-5-2012 και δεσμεύουν όπως προαναφέρθηκε τους εργαζομένους και τους εργοδότες που συμβλήθηκαν σ’ αυτές. Εξ άλλου σύμφωνα με τη γενική «αρχή της εύνοιας» υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ. νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λπ.). Με βάση, λοιπόν, την «αρχή της εύνοιας» υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/90, «οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ’ όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους». Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι’ αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζομένων. Με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι «για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά», καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ’ ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η «αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων». Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/07 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 773/17 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 692/14 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349 έως 351, 361, 648, 652 παρ. 1, 656 του ΑΚ, 1, 3, 7 και 8 του Ν. 2112/20, όπως το τελευταίο ερμηνεύτηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 παρ. 1 του ΑΝ 547/37 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55, συνάγεται ότι επί μονομερούς από τον εργοδότη βλαπτικής για το μισθωτό μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο μισθωτής έχει την ευχέρεια α) είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συντελείται κατά το άρθρο 361 του ΑΚ νέα σύμβαση εργασίας, τροποποιητική της αρχικής, που καταλύει το δικαίωμα του μισθωτού να απαιτήσει την εκπλήρωση της ενοχής με τους αρχικούς όρους, β) είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και, αποχωρώντας από την εργασία του, να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, γ) είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους, αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών, οπότε ο εργοδότης, αν δεν αποδέχεται την εργασία με τους αρχικούς όρους, οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 442/16 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 363/15 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 624/15 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, βλαπτική μεταβολή, που παρέχει στον εργαζόμενο τα παραπάνω δικαιώματα, συνιστά και η μείωση των αποδοχών (ΑΠ 1431/02 ΕλλΔνη 44, 163, ΑΠ 1299/01 ΕλλΔνη 43, 130). Τον μισθό που δίδεται με την πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας, δεν δικαιούται να μειώσει ο εργοδότης μονομερώς, εκτός αν επιφύλαξε στον εαυτό του τέτοιο δικαίωμα με τη σύμβαση (υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι και ο νέος μετά την μείωση μισθός δεν υπολείπεται του θεσπισμένου από τις οικείες κανονιστικές διατάξεις) ή αν δόθηκε από ελευθεριότητα, αλλά όχι με την πρόθεση να αποτελέσει αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας ή δόθηκε αποκλειστικά προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως που έπαυσαν (ΑΠ 1681/10 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1455/03 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1937/88 ΔΕΝ 45, 920).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 669 του ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, και επομένως άκυρη είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 του ΑΚ. Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να αντεπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως, και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως, δηλαδή, επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητος και της δυνατότητας εξεύρεσης απ’ αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ’ αυτή (ΑΠ 1404/14 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 13/14 ΝΟΜΟΣ) (...)

Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα, η οποία είναι Ναυπηγός Μηχανικός, απόφοιτος ΚΑΤΕΕ Αθηνών και πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Βερολίνου, προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 3-3-1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία την 1-7-1998 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου στο τμήμα εισαγωγών - εξαγωγών. Κατά το χρόνο εκείνο η ενάγουσα ήταν διαζευγμένη, μητέρα τριών τέκνων και είχε συμπληρωμένη προϋπηρεσία 14 ετών, έχοντας ασκήσει ομοειδή καθήκοντα σε άλλες εταιρίες. Στην από 1-7-1998 σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε μεν ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας που καθόριζε τους όρους αμοιβής της ενάγουσας ήταν η τότε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας υπαλλήλων βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 14-8-1998 με την υπ’ αριθμ. 12476/98 ΥΑ (ΦΕΚ 1093 Β/20-10-1998), πλην όμως στην σύμβαση εργασίας καθορίστηκε να ανέρχεται ο μικτός μηνιαίος μισθός της ενάγουσας στο ποσό των 380.000 δραχμών, όταν, σύμφωνα με την πιο πάνω ΣΣΕ ο κατώτατος μικτός μισθός των υπαλλήλων βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, δικαιούμενων επίδομα αντίστοιχης προϋπηρεσίας, γάμου και πτυχίου, ανερχόταν στο ποσό των 244.688,16 δραχμών. Από την πρόσληψή της η ενάγουσα εκτελούσε τα ανατιθέμενα σε αυτή καθήκοντα με εργατικότητα, εντιμότητα και συνέπεια, απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη και την αποδοχή τόσο του έως το έτος 2008 προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγόμενης, Δ. Μ., όσο και του υιού του και νυν προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγόμενης, Θ. Μ., ο οποίος διαδέχθηκε τον πατέρα του μετά το θάνατό του. Μάλιστα η εμπιστοσύνη του Δ. Μ. στην πολυετή πείρα και ικανότητα της ενάγουσας εκφράστηκε με την ανάθεση σε αυτήν της εκπαίδευσης του υιού του και της κατατόπισής του σε διάφορα θέματα της εταιρίας, από το Ιούνιο έως και το Δεκέμβριο του έτους 2000. Την ίδια αποδοχή απολάμβανε και από το Θ. Μ., χωρίς να αποδεικνύεται ότι έως το έτος 2012 έλαβε χώρα σοβαρό συμβάν που να διαταράξει την εργασιακή τους σχέση. Υπό τις συνθήκες αυτές ο μικτός μηνιαίος μισθός της ενάγουσας από το Μάρτιο τους έτους 2008 έως και το Μάιο του έτους 2012, έχοντας αναλάβει τη θέση της υπεύθυνης του ως άνω τμήματος, ήταν 1.800 ευρώ, όταν οι αντίστοιχες κατώτατες αποδοχές υπαλλήλου με τα ίδια προσόντα με βάση τις ισχύουσες κατά τα έτη αυτά οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας [τη με ημερομηνία 7-10-2008, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 87797/4622/09 (ΦΕΚ Β' 106/27-1-2009) και τη με ημερομηνία 6-12-2010, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11345/691 (ΦΕΚ Β' 1449/17-6-2011)], ανέρχονταν για το έτος 2008 στο ποσό των 1.349,13 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την 1-1-2009 έως την 30-6-2010 στο ποσό των 1.445,96 ευρώ και από την 1-7-2011 και εντεύθεν στο ποσό των 1.565,40 ευρώ. Αποδεικνύεται επομένως ότι η ενάγουσα από την αρχή της εργασιακής της σχέσης αμειβόταν από την εναγόμενη όχι κατ’ εφαρμογή των κανονιστικών όρων των εκάστοτε ισχυουσών οικείων ΣΣΕ, οι οποίοι καθόριζαν τα κατώτατα όρια του βασικού μισθού και των επιδομάτων, αλλά με συμβατικό μισθό, ο οποίος κατά τη συμφωνία των διαδίκων ήταν σημαντικά υπέρτερος του νόμιμου μισθού και ενσωμάτωνε όλα τα επιδόματα. Μάλιστα το γεγονός ότι από το έτος τουλάχιστον 2008 ήταν σταθερός, ενώ ο αντίστοιχος κατώτατος μισθός αυξανόταν, αποδεικνύει ότι οι διάδικοι δεν εξάρτησαν τον καθορισμό, την αύξηση ή τη μείωση του συμβατικού μισθού της ενάγουσας από τις αυξομειώσεις του βασικού μισθού και των αντίστοιχων επιδομάτων, όπως ρυθμίζονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ. Την 18-5-2012 ο Θ. Μ. ενημέρωσε την ενάγουσα ότι πρόκειται να μειώσει το μισθό της στο ποσό των 1.294 ευρώ, ο οποίος αντιστοιχούσε στον προβλεπόμενο από την από 6-12-2010 οικεία ΣΣΕ νόμιμο μισθό (βασικό μισθό και επιδόματα) που δικαιούται η ενάγουσα, η οποία μείωση πράγματι επήλθε από τον επόμενο μήνα (Ιούνιο 2012). Κατά την εναγόμενη η μείωση του συμβατικού μισθού της ενάγουσας έγινε στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματός της με σκοπό τη μείωση των λειτουργικών εξόδων της, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4046/12 και του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/12 «Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/12», σύμφωνα με τις οποίες η ισχύς της πιο πάνω ΣΣΕ διατηρήθηκε έως την 4-5-2012 και έκτοτε από τους κανονιστικούς της όρους διατηρούνται σε ισχύ (μετενεργούν) μόνο εκείνοι που αφορούν το βασικό μισθό και προκειμένου για την ενάγουσα, το επίδομα προϋπηρεσίας και γάμου. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με τις διατάξεις του Ν. 4046/12 και του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/12 περιορίζονται μόνο οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ που διατηρούνται σε ισχύ κατά το χρόνο της μετενέργειάς τους, δηλαδή αυτοί που ρυθμίζουν τα κατώτατα όρια του βασικού μισθού και τα τέσσερα επιδόματα και δεν επηρεάζονται οι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας που καθορίζουν μισθό υπέρτερο του νομίμου, ο οποίος καθορίστηκε όχι με βάση τα όρια που ρυθμίζονται από την οικεία ΣΣΕ αλλά κατόπιν ελεύθερης διαπραγματεύσεως μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, στα πλαίσια της ελεύθερης σύναψης των συμβάσεων.(παρ. 32) Εφόσον ο υπέρτερος μισθός αποτελεί ευνοϊκότερη συμφωνία δεν εντάσσεται στην έννοια και το πλαίσιο των κανονιστικών όρων και επομένως η διατήρησή της βρίσκεται εκτός πλαισίου μετενέργειας, αφού ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 361 και 653 του ΑΚ. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε και θα δικαιολογούσε την αυτόματη εκ νέου και εκ του νόμου τροποποίηση της ευνοϊκής συμφωνίας, αντίθετα από τη βούληση των συμβαλλομένων μερών και κυρίως του πιο αδύνατου εργαζόμενου. Αυτό θα αποτελούσε καταφανή παρέμβαση στην ατομική σύμβαση και φαλκίδευση των δικαιωμάτων του εργαζόμενου. Επομένως η αυθαίρετη μονομερής από την εναγόμενη μείωση συμφωνηθέντος μισθού, που προσφέρεται ως αντάλλαγμα της εργασίας της ενάγουσας, χωρίς να αποδεικνύεται ότι είχε επιφυλάξει στον εαυτό της τέτοιο δικαίωμα, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών όρων της ενάγουσας. Τη μονομερή αυτή μεταβολή η ενάγουσα αμέσως απέκρουσε τόσο προφορικά προς τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εναγόμενης, όσο και εγγράφως με την αποστολή προς αυτόν ηλεκτρονικού μηνύματος την 2-6-12, όπου διαμαρτυρόταν ρητά για τη μονομερή μείωση του μισθού της, καλούσε την εναγόμενη να της καταβάλει το σύνολο των δικαιούμενων μηνιαίων αποδοχών της και την ενημέρωνε ότι αν δεν συμμορφωνόταν στις υποχρεώσεις της εντός 5 ημερών, θα προέβαινε σε κάθε μέσο για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της. Η επιμονή της εναγόμενης να της καταβάλλει μειωμένο μισθό ανάγκασε την ενάγουσα να απευθυνθεί την 7-6-2012 στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενώπιον του αρμόδιου οργάνου της οποίας, η μεν εναγόμενη και με το από 12-7-2012 υπόμνημά της, ισχυρίστηκε ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4046/12 δικαιούται να μειώσει το μισθό της ενάγουσας στο ανωτέρω ποσό και μάλιστα χωρίς τη συγκατάθεσή της, η δε ενάγουσα με το από 27-7-2012 υπόμνημά της επέμεινε στην απόκρουση της μεταβολής των όρων εργασίας της και δήλωσε ότι εμμένει στους συμφωνηθέντες όρους. Έκτοτε η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει την εργασία της στη εναγόμενη έως την 28-9-2012, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας, καταβάλλοντάς της αντί μηνιαίου μισθού 1.800 ευρώ, τον Μάιο, το ποσό των 1.557,12 ευρώ, σύμφωνα με την αγωγή και σε κάθε ένα των λοιπών μηνών (Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο) το ποσό των 1.294 ευρώ και ως επίδομα άδειας 2012 αντί του δικαιούμενου ποσού των 900 ευρώ, το ποσό των 647 ευρώ και επομένως της κατέβαλε τις αποδοχές της μειωμένες κατά το συνολικό ποσό των 2.519,88 ευρώ. Η μονομερής μείωση του μισθού της είχε συνέπεια να της καταβληθεί και ελλιπής αποζημίωση για την καταγγελία, συνολικού ποσού 15.096,67 ευρώ [1.294 ευρώ X 10 μήνες = 12.940 ευρώ + (12.940 X 1/6)]. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η μείωση του μισθού της ενάγουσας εντάσσεται στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης, προκειμένου να μειωθούν τα λειτουργικά της έξοδα, ενόψει της ραγδαίας μείωσης των κερδών της το έτος 2011 σε σχέση με τα αντίστοιχα κέρδη του έτους 2010 και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του Ν. 4046/12 και του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/12, με τις οποίες οι αποδοχές της ενάγουσας περιορίστηκαν στο βασικό μισθό που όριζε η λήξασα οικεία ΣΣΕ και ανακλήθηκαν οι υπέρτερες των κατώτατων ορίων αποδοχές της ενάγουσας, και, ακολούθως, απέρριψε τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η καταγγελία ήταν άκυρη λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, με την αιτιολογία ότι της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση στο σύνολό της, σύμφωνα με τις νομίμως μειωμένες αποδοχές της, απορρίπτοντας σιωπηρά το αίτημα για τη καταβολή του ποσού των 2.519,88 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις (...)

Ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που απέρριψε τα κύρια αγωγικά αιτήματα της ενάγουσας, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της σύμβασης εργασίας λόγω της καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης και να της καταβληθεί η πιο πάνω μισθολογική διαφορά και, αφού κρατηθεί η υπόθεση, να ερευνηθεί η κύρια βάση της αγωγής ως προς όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα προς οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η καταλυτική της αγωγής ένσταση περί της συγγνωστής πλάνης της εναγόμενης ως προς το ύψος των αποδοχών της ενάγουσας βάσει των οποίων υπολογίστηκε η αποζημίωση, την οποία η εναγόμενη είχε προβάλει νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και παραδεκτά επαναφέρει με τις προτάσεις της και στο παρόν Δικαστήριο, για την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας των οποίων το παρόν Δικαστήριο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, καθίσταται αρμόδιο κατά τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΕφΘρακ 321/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 181/15 ΝΟΜΟΣ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του Ν. 2112/20, 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55 και 288 του ΑΚ, προκύπτει ότι η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Επομένως, είναι άκυρη η καταγγελία αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απόλυσης, που, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 2 του Ν. 2112/20 και 5 παρ. 1 του Ν. 3198/58, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου, κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ή όταν καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, μειωμένη αποζημίωση. Η ελλιπής όμως από τον εργοδότη καταβολή της αποζημιώσεως αυτής δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της. Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως (ΑΠ 261/16 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1239/14 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 249/12 ΝΟΜΟΣ).

Εν προκειμένω από τα πιο πάνω εκτεθέντα αποδεικνύεται ότι με βάση το χρόνο που διήρκεσε η εργασιακή σχέση της ενάγουσας (14 έτη και 6 μήνες) αυτή δικαιούται αποζημίωση, εξαιτίας της καταγγελίας, ποσού 21.000 ευρώ [1.800 ευρώ X 10 μήνες = 18.000 ευρώ + (18.000 X 1/6)], αντί του οποίου η εναγόμενη της κατέβαλε, όπως ανωτέρω ελέχθη, αποζημίωση ποσού 15.096,67 ευρώ, η οποία υπολειπόταν της νόμιμης κατά το ποσό των 5.903,33 ευρώ, διότι αυτή υπολογίστηκε με βάση το μειωμένο μισθό της και όχι το συμβατικό μισθό. Η καταβολή όμως της ελλιπούς αποζημίωσης, ως συνέπεια της μη νόμιμης μείωσης του μισθού της, δεν καθιστά την καταγγελία άκυρη, διότι ο εσφαλμένος υπολογισμός του ύψους της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη της εναγόμενης, συνιστάμενη στο γεγονός ότι καλόπιστα είχε την πεποίθηση ότι είχε δικαίωμα να μειώσει το μισθό της ενάγουσας κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4046/12 και 2 της ΠΥΣ 6/12, ακολουθώντας προφανώς και τις νομικές γνωμοδοτήσεις των νομικών συμβούλων της, οι οποίοι ερμήνευσαν ως ανωτέρω τις διατάξεις αυτές εν όψει και του σκοπού των νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων που είναι η μείωση του κόστους εργασίας και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Επομένως δεκτής γενομένης και ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης κατά τα ανωτέρω σχετικής ένστασης που η εναγόμενη προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (σελ. 18, 19) και παραδεκτά επανέφερε κατ’ άρθρο 240 του ΚΠολΔ με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου αυτού, πρέπει το κύριο αίτημα της αγωγής ότι η καταγγελία είναι άκυρη διότι δεν καταβλήθηκε ολόκληρη η αποζημίωση που η ενάγουσα δικαιούτο, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Επικουρικά η ενάγουσα ισχυρίστηκε στην αγωγή της ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη διότι η εναγόμενη προέβη σ’ αυτή κατά κατάχρηση του δικαιώματος της, καθόσον οφείλεται σε εμπάθεια και σε λόγους εκδίκησης της εναγόμενης προς το πρόσωπό της, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στην εναγόμενη συμπεριφοράς της. Συγκεκριμένα η ενάγουσα εξιστορεί δυο περιστατικά μεταξύ αυτής και του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγόμενης, Θ. Μ., επικαλούμενη ότι από αυτά δημιουργήθηκε η εκδικητική διάθεση του τελευταίου προς αυτή. Το πρώτο συνέβη τον Απρίλιο του έτους 2012 οπότε ο τελευταίος εκνευρίστηκε όταν η ενάγουσα στα πλαίσια συνήθους συνεργασίας τους τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα και αφού την κάλεσε στο γραφείο του την παρατήρησε έντονα και της τόνισε με προσβλητικό τρόπο ότι πρέπει να τον αποκαλεί «κύριο Θεόδωρο», της επισήμανε ότι η συμπεριφορά της αποτελεί λόγο απόλυσης και ζήτησε να υποβάλει την παραίτησή της, που η ενάγουσα αρνήθηκε. Το δεύτερο συνέβη λίγες ημέρες αργότερα, αρχές Μάίου, οπότε η ενάγουσα κατόπιν ερευνών της επισήμανε στο Θ. Μ. ότι υπεύθυνος για την απώλεια ενός φορτίου, που απεστάλη από την ανήκουσα στον ίδιο όμιλο με την εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «Ι», με προορισμό την Ιταλία, ήταν ο διευθυντής της και συγγενής του Θ. Μ., Η. Κ., επισήμανση που προκάλεσε την αντίδραση του εργοδότη της, ο οποίος της ζήτησε να αναλάβει τη θέση της υπεύθυνης εξαγωγών και της «Ι», αλλιώς να υποβάλει την παραίτησή της, πρόταση που επίσης η ενάγουσα αρνήθηκε. Τα ως άνω όμως μεμονωμένα περιστατικά ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συνέβησαν όπως τα επικαλείται η ενάγουσα δεν αρκούν για να δημιουργήσουν στο Θ. Μ. τόσο έντονα αισθήματα εμπάθειας και εκδικητικότητας σε βάρος της που να του προκαλέσουν την απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, η οποία ήταν πολύπειρη και πολύτιμη για την εύρυθμη λειτουργία της εναγόμενης, την οποία έως τότε εμπιστευόταν απόλυτα, όπως άλλωστε και η ίδια ισχυρίζεται. Εξάλλου αίσθημα εμπάθειας δεν ήταν δυνατόν να προκάλεσε η εντός των νομίμων δικαιωμάτων της αφενός μεν άρνησή της να αποδεχθεί τη μείωση του μισθού της και αφετέρου απεύθυνσή της στην Επιθεώρηση Εργασίας για την επίλυση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς που προέκυψε εξαιτίας της μειώσεως του μισθού, αφού από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε, ούτε η ενάγουσα επικαλέστηκε ότι μετά την άσκηση των ανωτέρω νόμιμων δικαιωμάτων της η ενάγουσα περιέπεσε σε δυσμένεια από την εναγόμενη ή παροπλίστηκε με την αφαίρεση από αυτή καθηκόντων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ίδια δέχθηκε ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας οφείλεται στην επιχειρηματική απόφαση της εναγόμενης, που λήφθηκε στα πλαίσια της διεύθυνσης και οργάνωσης της επιχείρησής της, για τη μείωση του προσωπικού της, με συνέπεια την απόλυση της ενάγουσας και υπαγορεύθηκε από οικονομικοτεχνικούς λόγους και από δικαιολογημένο συμφέρον της εναγόμενης, προκειμένου να μειώσει τα λειτουργικά της έξοδα και να αντιμετωπίσει τη μείωση των εσόδων της επιχείρησής της. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι σύμφωνα με τον ισολογισμό της 31-12-2011 που αφορά την εταιρική χρήση από την 1-1-2011 έως την 31-12-2011 παρατηρείται ραγδαία μείωση των κερδών της από το ποσό των 791.608,512 ευρώ, που ανήλθε στην προηγούμενη εταιρική χρήση, στο ποσό των 52.297,34 ευρώ, σημειώνοντας μείωση της τάξης του 93,39% και ότι για την εξυπηρέτηση του ανωτέρω επιχειρηματικού σχεδίου η εναγόμενη αναγκάστηκε να καταγγείλει τις εργασιακές συμβάσεις είκοσι ενός άλλων (ττλην της ενάγουσας) εργαζομένων εντός του χρονικού διαστήματος από την 13-1-2012 έως και την 28-12-2012, ενώ σε πενήντα έξι άλλους εργαζομένους μείωσε τις αποδοχές τους από την 1-11-2012 μετά από τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας τους. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν συνέτρεχαν οικονομικοτεχνικοί λόγοι για την απόλυσή της, διότι η εναγόμενη διατηρούσε την οικονομική ευρωστία της, καθόσον από τον Ιούνιο του έτους 2011 έως τον Αύγουστο του έτους 2013 προέβη σε προσλήψεις συνολικά δέκα τριών εργαζομένων σε διάφορους τομείς της επιχείρησής της, δεν αποδεικνύεται βάσιμος, όχι μόνο διότι η ραγδαία συρρίκνωση των κερδών της, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, είναι δεδομένη, αλλά και διότι μόνη η πρόσληψη των εργαζομένων αυτών από τους οποίους, σύμφωνα με τον ίδιο ισχυρισμό της ενάγουσας, οι τέσσερις προσλήφθηκαν σε αντικατάσταση ισάριθμων απολυμένων εργαζομένων, χωρίς να προκύπτει αν οι αποδοχές τους ήταν όμοιες με αυτές των εργαζομένων που απολύθηκαν, δεν αναιρεί την οικονομική δυσπραγία της εναγόμενης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν υπαγορεύτηκε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας προς την ενάγουσα αλλά οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο έκτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον περί αντιθέτου ισχυρισμό της και οι δέκατος και ενδέκατος λόγοι της ίδιας έφεσης, με τους οποίους παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η εναγόμενη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης περί της προσλήψεως εργαζομένων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Περαιτέρω, όσον αφορά τον επικουρικά προβαλλόμενο ισχυρισμό της ενάγουσας για την μη ορθή επιλογή της προς απόλυση, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα κατά το χρόνο της απόλυσής της (28-9-2012) ήταν ηλικίας 53 ετών, διαζευγμένη, μητέρα τριών θηλέων τέκνων, ηλικίας 24, 24 και 18 ετών αντίστοιχα, από τα οποία τα δυο πρώτα (δίδυμα) μόλις είχαν αποπερατώσει τις σπουδές τους και το τρίτο ήταν σπουδάστρια. Δεν είχε περιουσία, ούτε έσοδα από οποιαδήποτε άλλη πηγή και ήταν επιφορτισμένη με την οικονομική στήριξη των τέκνων της. Σε δύο έτη θεμελίωνε δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης. Κατά το χρόνο απόλυσης της ενάγουσας και μετά την καταγγελία την ίδια ημέρα, στο ίδιο τμήμα (εισαγωγών - εξαγωγών) εργαζόταν και η υπάλληλος Κ. Κ., ηλικίας 34 ετών, που προσλήφθηκε τον Ιούλιο του έτους 2002, έγγαμη χωρίς τέκνα, της οποίας ο σύζυγος ήταν εργαζόμενος στην εναγόμενη και κατείχε τη θέση του διευθυντή υποκαταστήματός της στην Πάτρα με μηνιαίες αποδοχές 3.060 ευρώ. Στο τμήμα αυτό η Κ. Κ. τοποθετήθηκε τον Ιούνιο του έτους 2012, προερχόμενη από άλλο τμήμα της εναγόμενης, την εκπαίδευση της οποίας για τα θέματα που αφορούν το τμήμα αυτό ανέλαβε η ενάγουσα. Με βάση τα περιστατικά αυτά, τα οποία δεν αρνείται η εναγόμενη, η ενάγουσα ήταν αρχαιότερη και μεγαλύτερης ηλικίας από την πιο πάνω εργαζόμενη σε όμοια με αυτή θέση εργασίας και είχε περισσότερα οικονομικά βάρη, ως διαζευγμένη, μητέρα τριών τέκνων. Εξάλλου, η απόδοση της ενάγουσας στην εργασία της ήταν άψογη, όπως ανωτέρω ελέχθη έχαιρε τις απεριόριστης εκτίμησης όχι μόνο του πρώην αλλά και του νυν προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγόμενης, η πολυετής εμπειρία της εργαζόμενης στην εναγόμενη 14 έτη και 6 μήνες την καθιστούσαν πολύτιμη πηγή γνώσεων για κάθε άλλο εργαζόμενο και διευθυντικό στέλεχος, όπως αποδεικνύεται πρωτίστως από το γεγονός ότι σε αυτήν εμπιστεύθηκε ο Δ. Μ. τον υιό του Θεόδωρο για την εκπαίδευσή του και κατατόπισή του στα θέματα του τμήματός της. Σε κάθε περίπτωση υπερτερούσε σε ικανότητες και εμπειρία σε σχέση με την Κ. Κ. που διατηρήθηκε στην εργασία. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η Κ. Κ. διέθετε μεταπτυχιακό δίπλωμα, που η ενάγουσα δεν κατείχε, ότι σε αντίθεση με την ενάγουσα ήταν γνώστης της ιταλικής γλώσσας, η οποία ήταν πολύ χρήσιμη διότι το μεγαλύτερο μέρος των εισαγόμενων προϊόντων προέρχεται από την Ιταλία και ότι μπορούσε να χειρίζεται το πολύ σημαντικό για τη λειτουργία του τμήματος εμπορικό σύστημα OVI, ενώ η ενάγουσα αδυνατούσε, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Κ. Κ. εργαζόταν στο σχετικό τμήμα μόλις τρεις μήνες πριν από την απόλυση της ενάγουσας, χρονικό διάστημα που οπωσδήποτε δεν θα μπορούσε να επιδείξει τέτοιες ικανότητες και αποτελεσματικότητα που να υπερτερούσε της ενάγουσας, ούτε το γεγονός ότι ουδέποτε διατυπώθηκε το παραμικρό παράπονο για την απόδοση της ενάγουσας. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας στην εργασία της είχε καταστεί προβληματική κατά τον τελευταίο χρόνο πριν από την απόλυση, διότι απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία της, παραμελούσε τα καθήκοντά της και δεν ενημέρωνε τον άμεσο προϊστάμενό της για τις άδειες που ελάμβανε και ότι το γεγονός αυτό λήφθηκε υπόψη κατά την επιλογή της ως απολυτέας. Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, αφού η εναγόμενη δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά αδικαιολόγητης απουσίας της ενάγουσας από την εργασία της, ούτε προσδιορίζει τις παραλείψεις της στη διεκπεραίωση της εργασίας της, ποια καθήκοντά της παρέλειπε να εκτελέσει και ποιες ήταν οι ημερομηνίες που έλαβε άδεια από την εργασία της χωρίς να έχει ενημερώσει, αποδείχθηκε αβάσιμος στην ουσία του, διότι δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Συνεπώς σύμφωνα με τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, η απόλυση της ενάγουσας δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και όπως επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον η εναγόμενη έπρεπε, συνεκτιμώντας τα παραπάνω υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια, να επιλέξει προς απόλυση αντί της ενάγουσας την εργαζόμενη στο ίδιο τμήμα Κ. Κ., ως προς την οποία το μέτρο θα ήταν λιγότερο επαχθές, αφού αυτή αντιμετώπιζε λιγότερα οικογενειακά βάρη και η πρόσληψή της από άλλον εργοδότη, ενόψει της ηλικίας της θα ήταν ευχερέστερη και συνακόλουθα, η επίδικη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας είναι άκυρη, ως καταχρηστική, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ και δεν επέφερε αυτή τη λύση της σύμβασης, που διατηρήθηκε σε ισχύ, με αποτέλεσμα η εναγόμενη, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας, να έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και να υποχρεούται για το λόγο αυτό να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για ολόκληρο το αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή χρονικό διάστημα, δηλαδή από την επομένη της καταγγελίας (1-10-2012) έως και την 31-12-2013 καθώς και να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ίδια δέχθηκε, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.

Κατόπιν τούτων ενόψει του ότι οι νόμιμες μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν κατά τον παραπάνω χρόνο της απόλυσής της στο ποσό των 1.800 ευρώ, σύμφωνα με όσα ανωτέρω έχουν εκτεθεί, δικαιούται αυτή για μισθούς υπερημερίας από την 1-10-2012 μέχρι 31-12-2013 το ποσό των 27.000 ευρώ (15 μήνες X 1.800 ευρώ). Επίσης δικαιούται για επίδομα Χριστουγέννων 2012 το ποσό των 1.800 ευρώ, για το επίδομα Πάσχα 2013 το ποσό των 900 ευρώ, για το επίδομα Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 1.800 ευρώ και για επίδομα άδειας 2013 το ποσό των 900 ευρώ. Συνολικά λόγω της υπερημερίας της η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 32.400 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι για την ανωτέρω αιτία η οφειλή της εναγόμενης ανέρχεται στο ποσό των 23.292 ευρώ εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο δωδέκατος σχετικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 22/14 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, της ηθικής μείωσης της τελευταίας από την ενέργεια της αντιδίκου της, που προσέβαλε την προσωπικότητά της και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (η μεν ενάγουσα είναι υπάλληλος με μοναδικό μέσο βιοπορισμού την εργασία της, η δε εναγόμενη ανώνυμη εταιρία παραγωγής και εμπορίας ειδών διατροφής), η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 500 ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των στοιχείων του άρθρου 932 ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που τα ίδια έκρινε και δέχθηκε εν μέρει το σχετικό αίτημα επιδικάζοντας το πιο πάνω ποσό, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.

Κατόπιν αυτών, πρέπει η έφεση της εναγόμενης να απορριφθεί (...) και η έφεση της ενάγουσας να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου (ΑΠ 748/84 ΕλλΔνη 26, 642, ΕφΠειρ 587/08 ΕΣυγκΔ 2009, 329, Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 2009, σελ. 447). Ακολούθως, πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί η αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 35.419,88 ευρώ με το νόμιμο τόκο για μεν τα ποσά των 32.400 ευρώ και 2.519,88 ευρώ από την επόμενη που κάθε επί μέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, για δε το ποσό των 500 ευρώ από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφλησή τους. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δυο βαθμούς της δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της ιδιαίτερα δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).