Άρειος Πάγος 1833/2017: «περί μεταβίβασης επιχείρησης»

Περίληψη: Έννοια μεταβιβάζοντος και διαδόχου εργοδότη στην Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Σκοπός και ερμηνεία της Οδηγίας – Οι εργαζόμενοι οφείλουν να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στον διάδοχο εργοδότη – Δεν είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων – Διχογνωμία ως προς την έννοια της «οικονομικής οντότητας» - Αναβολή της εκφοράς οριστικής κρίσης μέχρι την έκδοση απόφασης του ΔΕΕ επί του ήδη υποβληθέντος με την ΑΠ 1831/17 προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ για την αληθή έννοια του όρου «οικονομική οντότητα» – Έννοια «εκπροσώπων των εργαζομένων» – Κρίση του Εφετείου ότι έχει τηρηθεί η υποχρέωση πληροφόρησης και διαβούλευσης εν όψει της μεταβιβάσεως.

 

Αρείου Πάγου 1833/2017 - Τμ. Β1

Πρόεδρος: ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ

Εισηγητής: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ (έκθεση Ν. Πάσσου)

Δικηγόροι: Κων/νος Χριστοδούλου - Δ. Ζερδελής

(...) 3. Με τις διατάξεις του ΠΔ 178/02 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) έχουν ληφθεί «μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου». Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του ΠΔ 178/02, καταργήθηκε το προϊσχύσαν ΠΔ 572/88, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ (η οποία τροποποιήθηκε με την ως άνω και, τελικά, κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΠΔ 178/02, η συμμόρφωση προς την Οδηγία (όπως και η ίδια η Οδηγία), αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων κλπ. Έτσι, οι διατάξεις του ΠΔ 178/02 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχεία α’ και γ’ ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως «μεταβίβαση» θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως «μεταβιβάζων» («εκχωρητής», κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως «διάδοχος» («εκδοχέας», κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κ.λπ. (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο α’ και β’). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η «υπόστασή» τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το «περιεχόμενό» τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης (απόφαση ΔΕΚ της 17-12-1987 υπόθεση 287/86 [Ny Molle Kro], Συλλογή 1987, σ. 5465, 5479). Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή, ο οποίος ευνοεί την κατάφαση «μεταβίβασης» ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες αυτή εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί (ενδεικτικά: απόφαση ΔΕΚ της 2-12-1999 υπόθεση C-234/98 [Allen κ.λπ.] Συλλογή 1987 σ. Ι-8643, απόφαση ΔΕΚ της 11-3-1997 υπόθεση C-13/95 [Suzen] Συλλογή 1997 σ. Ι-1259, απόφαση ΔΕΚ της 19-9-1995 υπόθεση C-48/94 [Rygaard] Συλλογή 1995 σ. Ι-2745). Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια «οικονομική οντότητα». Πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή ακόμη και ενός τμήματος επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα («οικονομική οντότητα») την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας (πρβλ. ΑΠ 1319/15, ΑΠ 14/12).

4. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΠΔ 178/02, δια της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως κ.λπ. και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο (παρ. 1 εδ. α’). Οπότε, επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/20 και 9 παρ. 1 του ΒΔ της 16/18-7-1920 «περί επεκτάσεως του Ν. 2112 και επί των εργατών κ.λπ.» (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/55). Η μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κ.λπ., για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Για την εξασφάλιση των εργαζομένων, των οποίων οι θέσεις εργασίας μεταφέρονται στο νέο φορέα της επιχείρησης κ.λπ., ο μεταβιβάζων εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (άρθρο 4 παρ. 1 εδ. β’ του ΠΔ 178/02). Μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΠΔ 178/02, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων (παρ. 1 εδ. α’). Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ. β’). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΠΔ 178/02, οι ως άνω συνέπειες μιας μεταβίβασης, όπως καθορίζονται στα άρθρα 4 και 5 του διατάγματος αυτού, δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση κατά την οποία ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη, ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας (παρ. 1). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως κ.λπ. οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ’ αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται). Όπως αναφέρθηκε, όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας.(...)

6. Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι (1) η «...», που ήλεγχε την «ΕΝΑΕ» και ήταν αμιγώς προσανατολισμένη στη ναυπηγική δραστηριότητα, έλαβε την απόφαση να διαχωρίσει τον κλάδο που αφορούσε στην κατασκευή, επισκευή, συναρμολόγηση και εμπορία τροχαίου υλικού, τον οποίο θεωρούσε μη κερδοφόρο και για το λόγο αυτό, αφού τήρησε τις προβλεπόμενες στο άρθρο 8 του ΠΔ 172/02 υποχρεώσεις πληροφόρησης των εργαζομένων, από 1-10-2006 μεταβίβασε τον κλάδο αυτό στη θυγατρική της και ήδη υφισταμένη «ΕΤΥΕ», (2) ο κλάδος τροχαίου υλικού, που ήταν οργανωμένος ως αυτοτελής διεύθυνση της «ΕΝΑΕ», συνιστούσε οικονομική οντότητα κατά την έννοια του ΠΔ 172/02, διότι (α) είχε απόλυτα διακριτή δραστηριότητα από τις λοιπές, κύριες δραστηριότητες της «ΕΝΑΕ», οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, αφορούσαν στη ναυπήγηση και επισκευή πλοίων του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού και υποβρυχίων, (β) διέθετε ιδιαίτερες κτιριακές εγκαταστάσεις μέσα στον ευρύτερο χώρο των ναυπηγείων, (γ) διέθετε ιδιαίτερο και ειδικό μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό και (δ) απασχολούσε κατά το χρόνο της μεταβίβασης ιδιαίτερο προσωπικό, ήτοι 198 εργαζομένους (στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες) με τεχνογνωσία και εξειδίκευση στη συγκεκριμένη βιομηχανική δραστηριότητα και (3) μετά την 1-10-2006 η «ΕΤΥΕ», ως διάδοχος της «ΕΝΑΕ», συνέχισε πραγματικά τη λειτουργία του μεταβιβασθέντος, διακριτού κλάδου της αρχικής, ενιαίας επιχείρησης και εκτέλεσε όχι μόνο τα έργα, τα οποία της είχε αναθέσει συμβατικά η τελευταία, αλλά και εκείνα που η ίδια ανέλαβε, στη συνέχεια, όπως η κατασκευή 200 βαγονιών για λογαριασμό της ελβετικής εταιρίας «...», για την εκτέλεση των οποίων απασχόλησε, πραγματικά και όχι τυπικά, όλους τους μισθωτούς (συνολικά 198, μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες), οι οποίοι εργάζονταν στο συγκεκριμένο κλάδο, τους οποίους από το Σεπτέμβριο 2006 εμφάνιζε στις καταστάσεις του προσωπικού που υπέβαλλε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και οι οποίοι διατήρησαν όλα τα δικαιώματα που είχαν πριν από τη μεταβίβαση του συγκεκριμένου κλάδου της όλης επιχείρησης της «ΕΝΑΕ», προς την «ΕΤΥΕ». Κατόπιν αυτών, έκρινε το Εφετείο ότι, από 1-10-2006, επήλθε διαδοχή εργοδότη για όλους τους εργαζόμενους που απασχολούντο στη διεύθυνση τροχαίου υλικού της «ΕΝΑΕ», διότι μεταβιβάσθηκε ολόκληρος ο συγκεκριμένος κλάδος, που συνιστούσε «τμήμα» επιχείρησης κατά την έννοια του ΠΔ 178/02, ήτοι οργανωτική και οικονομική οντότητα (και όχι μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία), η οποία διατήρησε την ταυτότητά της, επιδιώκοντας, αληθώς, τον ίδιο οικονομικό σκοπό. Και ότι η κρίση αυτή δεν αποκλείεται ούτε από το ότι η «ΕΤΥΕ» μίσθωσε από την «ΕΝΑΕ», για ορισμένο χρόνο και έναντι ορισμένου μισθώματος, τις διοικητικές, οικονομικές και λοιπές υπηρεσίες, τις οποίες είχε ανάγκη για τη λειτουργία της, αντί να προσλάβει αντίστοιχους δικούς της υπαλλήλους, διότι η «ΕΤΥΕ», ως ο διάδοχος φορέας στην άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, είχε την εξουσία να την οργανώσει με κριτήρια που αυτή καθόριζε ως πλέον αποτελεσματικά για τους επιχειρηματικούς της στόχους, ούτε από το ότι μετά την μεταβίβαση και συγκεκριμένα την 26-9-2008, η «ΕΝΑΕ» δάνεισε στην «ΕΤΥΕ» το ποσό των 594.299,05€, καθόσον είναι συνήθης η χρηματοδότηση μιας επιχείρησης από άλλη. Μετά τις ως άνω παραδοχές και κρίσεις, το Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας («ΕΝΑΕ»), εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 1661/09 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αρνητικά ως προς την ύπαρξη μεταβίβασης κατά την έννοια του ΠΔ 178/02 με συνέπεια να έχει κάνει εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και, αφού δίκασε εκ νέου κατ’ ουσία, απέρριψε ως αβάσιμη την από 19-2-2008 αγωγή των εναγόντων, εκεί εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, που είχε ως αίτημα την αναγνώριση του ότι η εναγομένη εξακολουθούσε να παραμένει ο μόνος και αληθής εργοδότης των εναγόντων με όλες τις εκ της σχέσεως αυτής έννομες συνέπειες.

7. Με την κρίση αυτή και κατά τη γνώμη τριών μελών του δικαστηρίου και συγκεκριμένα της αντιπροέδρου Χρυσούλας Παρασκευά και των αρεοπαγιτών Σοφίας Καρυστηναίου και Μαρίας Νικολακέα, το Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στις νομικές σκέψεις της παρούσας (βλ. παραπάνω, αρ. 3 και 4) και υπήγαγε σ’ αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αληθινά (βλ. παραπάνω, αρ. 5) και τα οποία ανεπαρκώς αιτιολογούν την απόφασή του. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ο νέος φορέας («ΕΤΥΕ»), προς τον οποίο φέρεται ότι έγινε η μεταβίβαση της διεύθυνσης τροχαίου υλικού της αναιρεσίβλητης («ΕΝΑΕ») δεν είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει την επιχειρηματική δραστηριότητα, την οποία ανέλαβε, καθ’ όσον ούτε αυτός διέθετε από πριν οποιαδήποτε υλική ή τεχνική υποδομή ούτε το τμήμα, που φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε, μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς την υποστήριξη των λεγομένων «παραγωγικών» τμημάτων της μητρικής επιχείρησης και των διοικητικών υπηρεσιών αυτής. Και σε επίρρωση της κρίσης αυτής έρχεται η παραδοχή ότι, κατά τα δυόμισυ χρόνια της λειτουργίας της μετά τη μεταβίβαση, η «ΕΤΥΕ» δεν παρήγαγε κανένα έργο για δικό της λογαριασμό ή, σε κάθε περίπτωση, το έργο που παρήγαγε υπήρξε μηδαμινό και την οδήγησε σε παύση πληρωμών. Γεγονός που ενισχύει την άποψη των αναιρεσειόντων εργαζομένων ότι, στην πραγματικότητα, η εμφανισθείσα μεταβίβαση απέβλεπε στην κατάργηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, στην απώλεια των θέσεων εργασίας που συνδέονταν με αυτήν και στην απόλυση τού τότε απασχολούμενου προσωπικού, χωρίς οικονομικές συνέπειες για την «ΕΝΑΕ». Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη των τριών μελών του δικαστηρίου, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος από τους κύριους λόγους της αιτήσεως, καθώς και οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος από τους πρόσθετους λόγους, με τους οποίους προβάλλονται τα εν λόγω σφάλματα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, θα πρέπει να θεωρηθούν βάσιμοι.

8. Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών του δικαστηρίου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη και του αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, από τις νομικές διατάξεις που ήδη έχουν παρατεθεί προηγουμένως (βλ. παραπάνω, αρ. 3 και 4) συνάγονται και τα εξής: Όταν μεταβιβάζεται ένα τμήμα επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή μια δευτερεύουσα δραστηριότητα, τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της οικονομικής οντότητας μπορούν, ευλόγως, να είναι λιγότερα ή υποδεέστερα από εκείνα, τα οποία συγκροτούν την ίδια έννοια στην περίπτωση της μεταβίβασης μιας ολόκληρης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή μιας κύριας δραστηριότητας. Οπότε, ως «ενδείκτες» για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό μεταβίβασης σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθούν, προεχόντως, το αντικείμενο της δραστηριότητας, που φέρεται ότι μεταβιβάζεται, η πραγματική δυνατότητα να αποτελέσει το αντικείμενο αυτό το σκοπό μιας αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας και το εφικτό της λυσιτελούς οργάνωσης των συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, μηχανολογικού κ.λπ. εξοπλισμού, εργατικού δυναμικού και υπηρεσιών υποστήριξης) για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού. Εφ’ όσον συντρέχουν οι «ενδείκτες» αυτοί (των οποίων η διαπίστωση ή μη ενδέχεται να έχει διαφορετική βαρύτητα κατά περίπτωση), από και δια της μεταβιβάσεως ο μέχρι πρότινος εργοδότης αποβάλλει την ιδιότητα αυτή, την οποία αποκτά ο προς ον η μεταβίβαση. Η νομική μορφή της μεταβίβασης, τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως μεταβιβάζοντος και διαδόχου, η μετά τη μεταβίβαση επιχειρηματική πορεία της οικονομικής οντότητας που μεταβιβάσθηκε και ο τρόπος με τον οποίο ο διάδοχος εξασφάλισε ή απέτυχε να εξασφαλίσει την (εφικτή, πάντως) οργάνωση των συντελεστών παραγωγής δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως «ενδείκτες» για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό μεταβίβασης, διότι συνιστούν εν πολλοίς ρευστά ή όψιμα μεγέθη των οποίων η εκάστοτε (υποκειμενική, ενδεχομένως) αξιολόγηση θα διατάρασσε την ασφάλεια δικαίου (πρβλ. ΑΠ 193/90, ΑΠ 187/79). Περαιτέρω, με δεδομένο το ότι η μεταβίβαση συνιστά σε κάθε περίπτωση μονομερή μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης εργασίας, εφ’ όσον κάποιοι εργαζόμενοι θεωρούν ότι η εν λόγω μεταβολή είναι βλαπτική για τα συμφέροντά τους, διατηρούν την ευχέρεια να την εκλάβουν ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του μεταβιβάζοντος εργοδότη (άρθρο 7 του Ν. 2112/20) και, αφού μέσα σε εύλογο χρόνο από τη γνώση της μεταβίβασης (είτε της συντέλεσης αυτής είτε και μόνο της εξαγγελίας της) προβούν στη σχετική δήλωση προς το μεταβιβάζοντα εργοδότη, να επιδιώξουν μέσα στην εξάμηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/55 την εκ μέρους αυτού καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Είναι προφανές ότι ζήτημα διατήρησης της σύμβασης εργασίας με τον αρχικό εργοδότη δεν μπορεί να τεθεί, αφού δια της μεταβιβάσεως οι θέσεις εργασίας δεν υφίστανται πλέον στη δική του υπηρεσία, αλλά στην υπηρεσία του διαδόχου του, στην οποία οι εργαζόμενοι δεν επιθυμούν να ενταχθούν. Η οικονομική κατάσταση του νέου εργοδότη δεν αποτελεί «ενδείκτη» για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό μεταβίβασης, αλλά για την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού των εργαζομένων περί του ότι η επερχόμενη μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας είναι βλαπτική γι’ αυτούς. Σύμφωνα, λοιπόν, με την ερμηνευτική γνώμη των δύο μελών του δικαστηρίου, το Εφετείο Αθηνών, εκφέροντας την κρίση που ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ. 6), ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του ΠΔ 178/02, ενώ, επίσης, σωστά χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς όλα τα στοιχεία του πραγματικού τους, όπως προκύπτει από τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια και επάρκεια δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταβιβάσθηκε ένας αυτοτελής κλάδος της όλης επιχείρησης, την οποία κατά το χρόνο της μεταβίβασης ασκούσε η αναιρεσίβλητη (ήτοι, «τμήμα» αυτής κατά την έννοια του ΠΔ 178/02), ο οποίος επιδίωκε ιδιαίτερο σκοπό και ο οποίος μετά τη μεταβίβασή του εξακολούθησε να επιδιώκει τον ίδιο σκοπό υπό τη διεύθυνση του νέου φορέα. Το γεγονός δε ότι, κατά την πρώτη χρονική περίοδο μετά τη μεταβίβαση, ο νέος φορέας ήταν θυγατρική εταιρία του αρχικού φορέα και υποστηριζόταν από εκείνον κατά την άσκηση της δραστηριότητας, την οποία απέκτησε, δεν αποκλείει την κατάφαση της μεταβίβασης σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, κατά την αναζήτηση της οποίας λαμβάνονται υπ’ όψη οι σύγχρονες μορφές του «επιχειρείν», όπου ο παραγωγός ενός τελικού προϊόντος δεν είναι απαραίτητο να δραστηριοποιείται σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, ούτε να χρησιμοποιεί υπηρεσίες προσφερόμενες αποκλειστικά από το εργατικό δυναμικό που ο ίδιος απασχολεί, ούτε να παράγει ο ίδιος άπαντα τα εξαρτήματα που είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση του τελικού προϊόντος. Και, παρομοίως, δεν μπορεί να εξαρτηθεί η μεταβίβαση από το αν ο νέος φορέας έλαβε ή δεν έλαβε την απαιτούμενη διοικητική άδεια νόμιμης λειτουργίας, ούτε από το αν κατά τη λειτουργία του τμήματος που απέκτησε παρήγαγε προϊόντα ως εργολάβος ή υπεργολάβος, ούτε από το αν διαχειρίσθηκε επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, μετά τη μεταβίβαση, τα μέσα παραγωγής που απέκτησε και είχε στη διάθεσή του. Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη των δύο μελών, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος από τους κύριους λόγους της αιτήσεως, καθώς και οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος από τους πρόσθετους λόγους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, θα πρέπει να θεωρηθούν αβάσιμοι.

9. Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στις σκέψεις που προηγήθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ. 7 και 8), στους κόλπους του δικάζοντος τμήματος του Αρείου Πάγου εμφιλοχώρησε ερμηνευτική διαφωνία ως προς την αληθινή έννοια του όρου «οικονομική οντότητα», η συνδρομή του οποίου, σύμφωνα με την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου και το ΠΔ 178/02 της Ελληνικής Δημοκρατίας, που την ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο, αποτελεί προϋπόθεση για την κατάφαση της μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, προκειμένου να επέλθουν οι συνέπειες από την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετημάτων. Ειδικότερα, η διαφωνία έγκειται στο αν κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι υφίσταται μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως ή επιχειρήσεως, ως «οικονομική οντότητα» νοείται μια τελείως αυτοδύναμη παραγωγική μονάδα, η οποία είναι δυνατόν να λειτουργήσει για την επίτευξη του οικονομικού σκοπού της χωρίς οποιαδήποτε αναζήτηση (με αγορά, δανεισμό, μίσθωση κ.λπ.) συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, εργατικού δυναμικού, μηχανολογικού εξοπλισμού, εξαρτημάτων, υπηρεσιών υποστήριξης, οικονομικών πόρων κ.λπ.) από τρίτους. Ή αν, αντιθέτως, για την κατάφαση της έννοιας «οικονομική οντότητα» είναι αρκετή η διακριτότητα του αντικειμένου της δραστηριότητας, η πραγματική δυνατότητα να αποτελέσει το αντικείμενο αυτό το σκοπό μιας οικονομικής προσπάθειας και το εφικτό της λυσιτελούς οργάνωσης των συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, μηχανολογικού κ.λπ. εξοπλισμού, εργατικού δυναμικού και υπηρεσιών υποστήριξης) για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, χωρίς να ασκεί επιρροή η εκ μέρους του φορέα της δραστηριότητας αναζήτηση συντελεστών παραγωγής και έξω από αυτήν. Και πέραν τούτου, η διαφωνία έγκειται στο αν η ύπαρξη μεταβίβασης αποκλείεται ή όχι στην περίπτωση, κατά την οποία ως προοπτική του μεταβιβάζοντος ή του διαδόχου ή και αμφοτέρων υπάρχει όχι μόνο η επιτυχής συνέχιση της λειτουργίας υπό το νέο φορέα, αλλά και η μελλοντική κατάργηση και εκκαθάριση της συγκεκριμένης επιχείρησης. Περαιτέρω, όπως είναι ήδη γνωστό από προηγούμενη διαδικαστική ενέργεια του δικαστηρίου επί της από 29-8-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της εδώ αναιρεσίβλητης («ΕΝΑΕ») κατά ετέρων εργαζομένων και κατά της 3263/13 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 1831/17 απόφαση του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικό ερώτημα σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, προς άρση της ως άνω διαφωνίας και της ερμηνευτικής αμφιβολίας, η οποία την προκάλεσε. Επομένως, το δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι να εκδοθεί απόφαση του ΔΕΕ επί του εν λόγω προδικαστικού ερωτήματος, μετά την έκδοση της οποίας η υπόθεση θα έχει καταστεί ώριμη για την εκφορά αναιρετικής κρίσης επί των λόγων που αναφέρονται στο τέλος των σκέψεων αρ. 7 και 8 της παρούσας. Με την ίδια αιτιολογία, πρέπει να αναβληθεί η εκφορά οριστικής κρίσης και επί των αναιρετικών λόγων εβδόμου και δεκάτου του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι δεν αιτιολογήθηκε η απόρριψη του ισχυρισμού των εναγόντων, εκεί εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο η μεταβίβαση επιχείρησης, την οποία επικαλείται η εναγομένη, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που λόγω της μεταβίβασης αποποιείται την ιδιότητα του εργοδότη έναντι των εναγόντων, έγινε στο πλαίσιο ενός σχεδίου που αποσκοπούσε στη μεταφορά ενός μέρους του προσωπικού της «ΕΝΑΕ» προς την «ΕΤΥΕ», προκειμένου η πρώτη να απαλλαγεί από την υποχρέωση πληρωμής των αποζημιώσεων, τις οποίες άλλως θα έπρεπε να καταβάλει, εάν απέλυε το προσωπικό αυτό. Διότι από την αναμενόμενη απάντηση του ΔΕΕ θα εξαρτηθεί και το εάν ο ως άνω ισχυρισμός είναι ή δεν είναι ουσιώδης ως προς την κατάφαση της μεταβίβασης τμήματος επιχειρήσεως κατά την έννοια της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου και του ΠΔ 178/02 της Ελληνικής Δημοκρατίας.

10. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς του ΠΔ 178/02, ως «εργαζόμενος», νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση, που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω διατάγματος (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο δ’). Ως «εκπρόσωποι των εργαζομένων», νοούνται αυτοί που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 1767/88 «Συμβούλια Εργαζομένων Επιχειρήσεων κ.λπ.», όπως ισχύει κάθε φορά (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο γ’). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 1767/88, οι εργαζόμενοι κάθε επιχείρησης, που απασχολεί τουλάχιστον πενήντα (50) άτομα, έχουν δικαίωμα να εκλέγουν και να συγκροτούν συμβούλια εργαζομένων, για την εκπροσώπησή τους στην επιχείρηση. Τα συμβούλια αυτά εκλέγονται σύμφωνα με την αριθμητική αναλογία και τον τρόπο που καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ν. 1767/88 και θεωρούνται ως αντιπρόσωποι των εργαζομένων, κατά την έννοια του άρθρου 3 της 135 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ΠΔ 178/02, στις περιπτώσεις μεταβίβασης επιχειρήσεως κ.λπ., ο μεταβιβάζων και ο διάδοχος υποχρεούνται να πληροφορούν τους εκπροσώπους των εργαζομένων που θίγονται από αυτήν, για τα ακόλουθα σημεία: α) την ημερομηνία ή την προτεινόμενη ημερομηνία μεταβίβασης, β) τους λόγους της μεταβίβασης, γ) τις νομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για τους εργαζόμενους από τη μεταβίβαση και δ) τα προβλεπόμενα μέτρα όσον αφορά τους εργαζόμενους. Ο μεταβιβάζων υποχρεούται να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων του, εγκαίρως, πριν από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης. Ο διάδοχος υποχρεούται να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων εγκαίρως και, οπωσδήποτε, πριν οι εργαζόμενοί του θιγούν άμεσα από τη μεταβίβαση, ως προς τις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας τους. Η ενημέρωση, τέλος, πρέπει να γίνεται εγκαίρως και συγχρόνως προς όλους τους εργαζόμενους (άρθρο 8 παρ. 1 και 6). Για την παραβίαση των ως άνω υποχρεώσεων πληροφόρησης και διαβούλευσης, προβλέπεται η επιβολή διοικητικών κυρώσεων στον μεταβιβάζοντα την επιχείρηση κ.λπ., το διάδοχό του ή τους εκπροσώπους τους (άρθρο 9 παρ. 1 του ΠΔ 178/02). Πέραν των διοικητικών κυρώσεων, η τυχόν παραβίαση των εν λόγω υποχρεώσεων δεν επηρεάζει το κύρος της μεταβίβασης και δεν ανατρέπει τις συνέπειες αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε σαφώς με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. παραπάνω αρ. 5) ότι πριν από τη μεταβίβαση προς την «ΕΤΥΕ» του κλάδου τροχαίου υλικού της «ΕΝΑΕ» (1-10-2006), που ως αυτοτελής κατ’ αντικείμενο και οργάνωση συνιστούσε «οικονομική οντότητα» (βλ. παραπάνω, αρ. 6), έγιναν εκτενείς συζητήσεις, γραπτώς και προφορικώς, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων αυτής και των εργαζομένων, οι οποίοι εκπροσωπούνταν από το μοναδικό συνδικαλιστικό σωματείο που λειτουργούσε στο χώρο της «ΕΝΑΕ». Και ότι οι συζητήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα το να καμφθούν οι αρχικές επιφυλάξεις των εργαζομένων, να αποδεχθούν αυτοί τη μεταβίβαση, να καταρτίσουν με το νέο φορέα της επιχείρησης την από 13-5-2008 ΕΣΣΕ και να επιτύχουν την από κοινού, μελλοντική εκπροσώπησή τους από τον ίδιο συνδικαλιστικό φορέα. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο έκρινε ότι τηρήθηκε η υποχρέωση πληροφόρησης και διαβούλευσης των εργαζομένων εν όψει της μεταβίβασης, η παράλειψη της οποίας, πάντως, δεν μπορούσε να έχει επιρροή στο κύρος της μεταβίβασης, αλλά απλώς να επισύρει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε σωστάτις ως άνω διατάξεις, κατά την αληθινή έννοια των οποίων, νομικώς αξιόλογο κριτήριο ως προς την τήρησή τους είναι το εάν υπήρξε ουσιαστική ενημέρωση των εργαζομένων εν όψει μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως κ.λπ. και όχι το εάν αυτή έγινε προς πρόσωπα τα οποία είχαν την ιδιότητα του εκπροσώπου των εργαζομένων ως μέλη «συμβουλίου εργαζομένων» του Ν. 1767/88 ή ως μέλη της διοίκησης του ενός και μοναδικού συνδικαλιστικού φορέα απάντων των εργαζομένων της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος από τους κυρίους λόγους της αιτήσεως, καθώς και ο πρώτος από τους πρόσθετους λόγους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

11. Με τον όγδοο από τους πρόσθετους λόγους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι α) δεν έλαβε υπ’ όψη πράγμα (ΚΠολΔ 559 αρ. 8), ήτοι το περιστατικό ότι ακόμη και μετά τη φερόμενη ως συντελεσθείσα μεταβίβαση της διεύθυνσης τροχαίου υλικού στο νέο φορέα («ΕΤΥΕ»), οι εργαζόμενοι εξακολούθησαν να παρέχουν εργασία στον αρχικό εργοδότη («ΕΝΑΕ») και β) δέχθηκε το αντίθετο χωρίς απόδειξη (ΚΠολΔ 559 αρ.10), ήτοι το ότι η παροχή εργασίας εκ μέρους 85 εργαζομένων της «ΕΤΥΕ» για λογαριασμό της «ΕΝΑΕ» έγινε με σύμβαση δανεισμού και κατόπιν συναινέσεως των ιδίων εργαζομένων. Ο εξεταζόμενος λόγος ως προς το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στην επίκληση αυτοτελούς ισχυρισμού («πράγματος»), αλλά στην προβολή ανταποδεικτικού επιχειρήματος. Ο ίδιος λόγος, ως προς το δεύτερο μέρος του είναι προεχόντως απαράδεκτος με την ίδια αιτιολογία και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, αφού το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από πλήθος αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία γενικώς, αλλά κατά περίπτωση και ειδικώς, μνημονεύει.

12. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, το οποίο αποτελεί ουσιώδη, θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό όχι μόνο της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, αλλά και ενός εκάστου από τους λόγους αυτής και το οποίο πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ο αναιρεσείων, ερευνάται αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο. Για την κατάφαση εννόμου συμφέροντος απαιτείται βλάβη του αιτούντος την αναίρεση διαδίκου, η οποία απορρέει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και υφίσταται όταν απορρίπτονται οι αιτήσεις αυτού έναντι του αντιδίκου του ή γίνονται δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του τελευταίου, εν όλω ή εν μέρει. Ως εκ τούτου, η βλάβη του αναιρεσείοντος νοείται μόνο σε σχέση με τον αντίδικό του και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αποβλέπει λυσιτελώς στην ανατροπή της. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο από τους πρόσθετους λόγους προβάλλεται ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε το απαράδεκτο (ΚΠολΔ 559 αρ. 14) της έφεσης της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν και κατά του συνδικαλιστικού σωματείου των εργαζομένων σ’ αυτή με το διακριτικό τίτλο «...», το οποίο είχε παρέμβει προσθέτως στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας υπέρ των εναγόντων, εκεί εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, για το λόγο ότι στην τότε εκκαλούμενη απόφαση δεν υπήρχε ευμενής διάταξη υπέρ αυτού του σωματείου. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον, και δη έναντι της αναιρεσίβλητης, να προβάλουν τέτοιο λόγο αναίρεσης, καθόσον και αυτοί ουδεμία βλάβη επικαλούνται ή φαίνεται να έχουν υποστεί από τη μη κήρυξη του ως άνω απαραδέκτου της εφέσεως. Άλλωστε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 3, 82 εδ. γ’ και 517 ΚΠολΔ, είναι μεν αληθές ότι η έφεση δεν πρέπει να απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην πρωτοβάθμια δίκη, διότι αυτός δεν αποκτά την ιδιότητα κυρίως διαδίκου, αλλά, με δεδομένο το ότι πρέπει και αυτός να καλείται στη συζήτηση της έφεσης και κατ’ ορθή εκτίμηση του σχετικού δικογράφου, εκτιμάται ότι με την έννοια αυτή καταχωρήθηκε στην επικεφαλίδα του και η επωνυμία του παρεμβάντος σωματείου.

*

Αναβάλλει την εκφορά οριστικής κρίσης επί των αναιρετικών λόγων πρώτου, δευτέρου και τρίτου της αιτήσεως, καθώς και δευτέρου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτου, έκτου, εβδόμου και δεκάτου του δικογράφου των προσθέτων, μέχρι να εκδοθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) η απάντηση επί του προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί σ’ αυτό με την προεκδοθείσα 1831/17 απόφαση του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου, επί συναφούς αιτήσεως αναιρέσεως. (Τα προδικαστικά ερωτήματα αναφέρονται ανωτέρω στην παρ. 9 της αποφάσεως).