Άρειος Πάγος 1898/2017: «περί του εφαρμοστέου πλαισίου προσλήψεων στην ΟΤΕ Α.Ε.»

Περίληψη: Η ΟΤΕ ΑΕ ως εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΠΔ 164/2004 ούτε στις διατάξεις του ν. 2190/94 σχετικά με τις προσλήψεις του προσωπικού της, αλλά υπάγεται στις ρυθμίσεις του ΠΔ 81/2003. Οι απαγορεύσεις που προβλέπονται στον Γενικό Κανονισμό του ΟΤΕ αναφέρονται προδήλως σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για την κάλυψη δήθεν απροβλέπτων, πρόσκαιρων ή επειγουσών αναγκών, πλην στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του κανονισμού ΟΤΕ, αλλά αυτές που ρυθμίζουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

 

Α.Π. 1898/2017

Πρόεδρος: Η κ. Ευφημία Λαμπροπούλου

Εισηγητής: Ο κ. Νικ. Τσάκος

Δικηγόροι: Ο κ. Παναγ. Ηλιοπιερέας – Πιερράκος, η κ. Ελένη Κατσαντωνοπούλου

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 Α.Κ. και 1 ν. 2112/1920 προκύπτει ότι: α) σύμβαση εργασίας Αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας και β) σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 671 Α.Κ.: «Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης», κατά δε το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920: «Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου».

Οι τελευταίες αυτές διατάξεις (των άρθρων 671 Α.Κ. και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη σύμβα σης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.

Περαιτέρω, κατά το π.δ. 81/2003, το οποίο, κατά το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ. του Συμβουλίου της 28.6.1999 σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου η ισχύς, κατά το άρθρο 9 αυτού, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2.4.2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ: Στο άρθρο 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 180/2004, ότι: «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 164/2004 (Α’ 134), το παρόν προεδρικό διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ’ αυτού».

Με την τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 3 π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι: «Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος νοείται ως: α… β… γ.  «Δημόσιος τομέας», ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (Φ.Ε.Κ. Α’ 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003…».

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ’ αυτού ούτε στις διατάξεις του ν. 2190/1994 σχετικά με τις προσλήψεις προσωπικού της, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003 αλλά και σε εκείνες του άρθρου 8 ν. 2112/1920, αποτελεί και η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε.» (Ο.Τ.Ε.).

Εξ άλλου, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Ο.Τ.Ε. (Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε.), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ’ α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β’ 568), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 14/1998), στη συνέχεια αναμορφώθηκε και τέθηκε σε ισχύ με την από 10.6.1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (όρος 21 της εν λόγω ε.σ.σ.ε. – άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990).

Στον αναμορφωμένο αυτόν Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε. ορίζονται: α) στο άρθρο 1 ότι αυτός «περιλαμβάνει τους κανόνες οι οποίοι διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του Μόνιμου και Δόκιμου προσωπικού που συνδέεται με τον Ο.Τ.Ε. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας…», β) στο άρθρο 2 ότι: «1. Το υπαγόμενο στον παρόντα Κανονισμό προσωπικό διακρίνεται σε Μόνιμο και Δόκιμο. Μόνιμο είναι το προσωπικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες. Δόκιμο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας ενός έτους, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του παρόντος Κανονισμού. 2. Ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης. Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό», και γ) στο άρθρο 50 παρ. 6 ότι: «Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από την υπογραφή της σχετικής ε.σ.σ.ε., εκτός αν άλλως ορίζεται». Τέλος, στον όρο 23 της ως άνω από 10.6.1999 ε.σ.σ.ε. ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων αυτής αρχίζει από την υπογραφή της (10.6.1999), εκτός αν άλλως ορίζεται σ’ αυτές.

Οι εν λόγω απαγορεύσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό του Ο.Τ.Ε. αναφέρονται προδήλως σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έγιναν πράγματι για την κάλυψη πρόσκαιρων, απροβλέπτων ή επειγουσών αναγκών, οπότε μόνο επιτρέπεται και η σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου, δεν αναφέρεται δε και σε συμβάσεις που έγιναν για την απασχόληση σε μη προβλεπόμενες οργανικές θέσεις για την κάλυψη όχι τέτοιων αναγκών αλλά παγίων και διαρκών αναγκών, οπότε η σύναψή τους για ορισμένη χρονική διάρκεια έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων που ορίζουν πότε επιτρέπονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς, στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για την κάλυψη δήθεν απροβλέπτων, πρόσκαιρων ή επειγουσών αναγκών, πλην στην πραγματικότητα για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, δεν έχουν εφαρμογή οι εν λόγω διατάξεις του κανονισμού Ο.Τ.Ε., αλλά αυτές που ρυθμίζουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Α.Π. 1391/2013).

Επομένως, από την απαγόρευση «μετατροπής» των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης εργασιακής σχέσης, που δεν είναι «μετατροπή» αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης αυτής σχέσης κατά τη δικαστική ή διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. (Ολ.Α.Π. 18/2006).

Εξάλλου, ο ορθός χαρακτηρισμός της σχέσης ως αορίστου χρόνου προκειμένου να αποκλεισθεί η εφαρμογή διατάξεων που έρχονται σε αντίθεση με τους σκοπούς της ως άνω Οδηγίας και των σε εκτέλεση αυτής εκδοθέντων κατά τα άνω προεδρικών διαταγμάτων, δεν προσκρούει στη συνταγματική επιταγή της πρόσληψης στο δημόσιο τομέα με σύμβαση αορίστου χρόνου μόνο σε οργανικές θέσεις, καθώς και με διαγωνισμό ή επιλογή υπό τους όρους του νόμου, εφόσον η Οδηγία αναφέρεται όχι μόνο σε συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν εγκύρως αλλά και σε «σχέσεις εργασίας», στις πραγματικές δηλαδή εργασιακές σχέσεις που υπάρχουν, έστω και αν δεν έχει συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως προς τις οποίες επίσης είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920.

Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας έννομης σχέσης, δηλαδή η αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της, αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που δίδουν σ’ αυτήν (έννομη σχέση) ο νόμος ή τα συμβαλλόμενα μέρη (Α.Π. 1391/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από . 27.7.2004 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε τα εξής: Ότι στις 3.7.1989 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που έληγε στις 31.8.1989, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνίτης στα τεχνικά συνεργεία επίβλεψης, συντήρησης και επιδιόρθωσης αυτής του διαμερίσματος…, απασχολήθηκε δε σ’ αυτήν με διαδοχικώς ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τις 30.4.2004. Ότι ο καθορισμός συγκεκριμένης διάρκειας στις ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας δεν εδικαιολογείτο από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ούτε υπαγορευόταν από κάποιο άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών της εναγομένης, αλλά αντιθέτως η πρόσληψή του κατά τον ανωτέρω τρόπο έγινε στην πραγματικότητα προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον αυτός δεν κάλυπτε πρόσκαιρες αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, οι οποίες συνίσταντο στην παροχή εκ μέρους του εξειδικευμένων υπηρεσιών. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές του. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671, 672 Α.Κ., 1 και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920.

Ενόψει όλων αυτών το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το μόνο λόγο της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τον οποίο η τελευταία παραπονούνταν ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είχε κριθεί νόμιμη η αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 2 παρ. 2 Γ.Κ.Π./Ο.Τ.Ε., 2 και 5 παρ. 1 της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ. Επομένως ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).