Άρειος Πάγος 889/2017: «περί ετήσιας άδειας και δανεισμού μισθωτού σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας»

Η διάταξη περί οφειλής προσαυξήσεως 100% στις αποδοχές αδείας όταν ο εργοδότης αρνήθηκε την χορήγηση της αδείας στον μισθωτό έχει εφαρμογή και στις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας – Δεν είναι επιτρεπτή, ούτε με συμφωνία εργοδότου - μισθωτού η μεταφορά της αδείας στο επόμενο ή τα μεθεπόμενα έτη - Η αίτηση του μισθωτού προς λήψη αδείας δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος λήψεως αδείας – Κατά την Οδηγία ΕΕ και το ΠΔ 88/99 η άδεια (αυτουσία) μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσεως – Η διάταξη ισχύει για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος και δεν έχει την έννοια ότι ο μισθωτός μπορεί να δεχθεί την χορήγηση αυτουσίας αδείας σε επόμενο έτος μαζί με την άδεια του έτους αυτού – Ρύθμιση αδείας με τον Κανονισμό και την ΕΣΣΕ της ΔΕΗ – Δανεισμός μισθωτού – Η απόσπαση υπαλλήλων του Δημοσίου συνιστά δανεισμό μισθωτού – Μόνος υπόχρεος για την καταβολή του μισθού και των αποδοχών αδείας είναι ο αρχικός εργοδότης (αν δεν έχει καταρτισθεί αντίθετη συμφωνία).

 

Αρείου Πάγου 889/2017 - Τμ. Β2

Πρόεδρος: ΑΣΠΑΣΙΑ ΚΑΡΕΛΛΟΥ

Εισηγητής: Δ. ΚΟΚΟΤΙΝΗ (Έκθεση Ασπασίας Καρέλλου)

Δικηγόροι: Περ. Κατσαούνης - Κων/να Σκορδά

(...) 2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 και 3 εδ. β’ 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/45, 1 παρ. 1 στοιχ. ε’ της υπ’ αριθμ. 52/36 Διεθνούς Συμβάσεως «Περί κανονικών κατ’ έτος αδειών μετ’ αποδοχών», η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2081/52, 3 του ΝΔ 3755/57, με το οποίο προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 5 του ΑΝ 539/45, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του ΑΝ 539/45, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων αυτών δίνουν το δικαίωμα για ετήσια άδεια με αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον ΑΝ 539/45, που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται με το άρθρο 3 του ΝΔ 3755/57, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής και αφορά την υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε τη χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ’ έτος άδειάς του, μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%.(παρ. 3) Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 4 του ιδίου ως άνω ΑΝ 539/45, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του Ν. 4504/66, με την οποία ορίζεται ότι «Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήση την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ’ έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από της 1ης Μαΐου μέχρι 30ής Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις αδείαν μετ’ αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού», προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφοράτων ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη, στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης, ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σ’ αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ’ αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και τον συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν, ενώ η ως άνω προσαύξηση 100% αφορά μόνον στις αποδοχές και όχι στο επίδομα αδείας, αφού ο νόμος αναφέρεται ρητά στις αποδοχές αδείας και όχι στο επίδομα (Ολ. ΑΠ 32/05, ΑΠ 1683/12,(παρ. 4) 1240/12), η δε προβλεπόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ανωτέρω ΑΝ 539/45, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του Ν. 4504/66, υποβολή αιτήσεως του μισθωτού προς χορήγηση της άδειάς του το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτήν και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματός του λήψεως αυτής.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 679 του ΑΚ, με εκείνες των άρθρων 8 του Ν. 2112/20, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 του ΑΝ 537/36, 2 παρ. 1, 3 παρ. I και 25 παρ. 2 του Ν. 3239/55 και 5 παρ. 5 του αναφερόμενου και ανωτέρω ΑΝ 539/45, συνάγεται σαφώς ότι είναι ανίσχυρη η δήλωση του μισθωτού με την οποία παραιτείται(παρ. 5) από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του. Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων των εργαζομένων που προβλέπονται από το νόμο, τις ΕΣΣΕ ή άλλες κανονιστικές διατάξεις.

Εξ άλλου, η υπ’ αριθμ. 93/104/ΕΚ οδηγία εκδόθηκε με βάση το άρθρο 11 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ έχουν αντικατασταθεί από τα άρθρα 136 έως 143 ΕΚ) και καθορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1, τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας, όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Το τμήμα II της οδηγίας προβλέπει τα μέτρα που υποχρεούνται να λαμβάνουν τα κράτη μέλη, ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει ελάχιστη περίοδο ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης, καθώς και ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Ρυθμίζει, επίσης, το χρόνο διαλείμματος και την ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας. Όσον αφορά την ετήσια άδεια, το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζόμενους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης». Περαιτέρω, το άρθρο 17 της οδηγίας προβλέπει την ευχέρεια παρεκκλίσεων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από διάφορες διατάξεις της οδηγίας αυτής, χωρίς να αναφέρει σχετικώς το άρθρο 7. Η οδηγία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την 2 Αυγούστου 2004 από την οδηγία 2003/88/ΕΚ της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Το άρθρο 7 της οδηγίας παρέμεινε αμετάβλητο. Ταυτόσημη είναι και η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 7 παρ. 2 του ΠΔ 88/99,(παρ. 6) με το οποίο η άνω οδηγία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό μας δίκαιο, σύμφωνα με την οποία η ελάχιστη περίοδος της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.Από τη σαφή γραμματική διατύπωση, αλλά και από το πνεύμα και το σκοπό των ανωτέρω διατάξεων, δηλαδή τόσο του άρθρου 7 της οδηγίας 93/104/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο άρθρο 7 παρ. 2 του ΠΔ 88/99 όσο και του ΠΔ αυτού, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση που θεσπίζει η διάταξη αυτή, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεών του, κάθε έτος, για το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί δε να συναχθεί από τη συγκεκριμένη διάταξη συμπέρασμα ότι στην περίπτωση που δεν χορηγηθεί άδεια μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο αφορά, ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχθεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της άδειας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β’ του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ΝΔ 3755/55, «επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ’ ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%». Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής), όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε (ΑΠ 434/11,(παρ. 7) ΑΠ 455/10).(παρ. 8)

Περαιτέρω, περί της άδειας αναπαύσεως προβλέπει και η από 10-4-2002 ΕΣΣΕ του προσωπικού της ΔΕΗ, στο άρθρο 3 παρ. 4 της οποίας αναφέρεται ότι «Οι κανονικές άδειες καθώς και οι ειδικές άδειες που προβλέπονται από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, τις ΕΣΣΕ/ΔΕΗ, τις αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΕΗ και την εργατική νομοθεσία, εγκρίνονται από το Γενικό Διευθυντή του Οργανισμού ή από εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο αυτού». Το άρθρο αυτό της ανωτέρω ΕΣΣΕ ομιλεί περί εγκρίσεως και όχι χορηγήσεως των κανονικών και ειδικών αδειών, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4-10-1973 ειδική ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 3239/55, δημοσιεύθηκε με την 2842/442/73 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β’ 1274), κυρώθηκε με το ΝΔ 210/74 (ΦΕΚ Α’ 364) και έχει ισχύ νόμου, στον οποίο, ως προς τα μη ρυθμιζόμενα από αυτή θέματα, παραπέμπει με το άρθρο 1 η ως άνω ΕΣΣΕ, χορηγούνται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή.

Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 651 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι «αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη συμφωνία ή από τις περιστάσεις, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει αυτοπροσώπως την υποχρέωσή του και η αξίωση του εργοδότη στην εργασία είναι αμεταβίβαστη», σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 361 και 648 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλον εργοδότη την υπηρεσία του συνδεόμενου με αυτόν με σύμβαση εργασίας μισθωτού κατόπιν συναινέσεως τούτου, οπότε η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση των τριών μερών και ο παραχωρήσας εργοδότης, εκτός διαφορετικής ειδικής συμφωνίας, είναι και ο μόνος υπόχρεος στην καταβολή του μισθού και τη χορήγηση άδειας αναψυχής, λόγω της μη μεταβολής της συμβάσεως εργασίας ως προς τις υποχρεώσεις αυτού έναντι του μισθωτού (ΑΠ 1130/15, 1574/14, 718/13, 17/12, 923/08,(παρ. 9) 1162/06).

Εξάλλου, με το άρθρο 58 παρ. 1 του Ν. 1943/91, με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 150 του Υπαλληλικού Κώδικα (ΠΔ 611/77),(παρ. 10) ορίζονται τα εξής: «Με απόφαση των οικείων Υπουργών επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων υπουργείων, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, Τραπεζών ελεγχόμενων από το κράτος, καθώς και λοιπών εποπτευόμενων από το κράτος νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή επιχειρήσεων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε άλλα Υπουργεία ή ΝΠΔΔ για αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών, κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών διατάξεων, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της Υπηρεσίας στην οποία αποσπάται ο υπάλληλος. Οι αποσπάσεις είναι υποχρεωτικές για τους αποσπώμενους υπαλλήλους, καθώς και για τις Υπηρεσίες που ανήκουν. Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για κάθε συνέπεια. Η απόσπαση υπαλλήλων από τους ΟΤΑ, τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ και τις Τράπεζες, που ελέγχονται από το κράτος, γίνεται μόνο με αίτηση των υπαλλήλων, εκτός αν με αίτησή του παρατάθηκε η απόσπασή του. Η χρονική διάρκεια της απόσπασης ορίζεται σε ένα έτος με δυνατότητα παράτασης έως ένα έτος ακόμη, με τη συμπλήρωση των οποίων η απόσπαση λήγει αυτοδικαίως και ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία, εκτός αν με αίτησή του παρατάθηκε η απόσπασή του. Η μισθοδοσία εν γένει των αποσπώμενων βαρύνει τις Υπηρεσίες και τους Φορείς από τους οποίους αποσπώνται». Με τις ανωτέρω διατάξεις, που ίσχυσαν έως 31-12-2000, αφού έκτοτε άρχισε να ισχύει το άρθρο 17 παρ. 4 του Ν. 2527/97 (κατ’ άρθρο 20 παρ. 3 του Ν. 2592/98), με τις διατάξεις του οποίου αντικαταστάθηκαν αυτές, ρυθμιζόταν υποχρεωτικά η απόσπαση υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε Υπηρεσίες του Δημοσίου για εξυπηρέτηση δημοσίων αναγκών κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης που ίσχυε. Το Δημόσιο είχε δικαίωμα να απασχολεί τον υπάλληλο για κάθε νόμιμη υπηρεσία και για όσες ώρες ήταν από το νόμο επιτρεπτό, χωρίς να βαρύνεται να καταβάλει και αντίστοιχο μισθό στον τελευταίο ούτε για το βασικό χρόνο εργασίας του ούτε για την πρόσθετη νόμιμη απασχόλησή του, για την καταβολή των οποίων, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ήταν υπόχρεος ο φορέας από τον οποίο είχε αποσπασθεί. Πρόκειται,δηλαδή, για προβλεπόμενο από το νόμο δανεισμό μισθωτού, κατά τον οποίο, όπως και επί συμβατικού, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο αρχικός εργοδότης, με τον οποίο εξακολουθεί να υπάρχει η σύμβαση εργασίας, είναι ο μόνος υπόχρεος για την καταβολή του μισθού. Περαιτέρω, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του Ν. 2527/97, η οποία τελικά ίσχυσε από 1-1-2001, ορίζεται ότι «Από 1ης Ιανουαρίου 1998 οι αποδοχές της οργανικής θέσης των αποσπώμενων σε δημόσιες Υπηρεσίες ή ΝΠΔΔ υπαλλήλων βαρύνουν τους φορείς στους οποίους αποσπώνται. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση αυτή οι αποσπώμενοι στην Προεδρία της Δημοκρατίας και τη Βουλή των Ελλήνων, σε γραφεία μελών της Κυβέρνησης και γενικών ή ειδικών γραμματέων, στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για διάθεσή τους σε γραφεία κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή, βουλευτών ή Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο ΑΣΕΠ, στη Γενική Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, στο Συνήγορο του Πολίτη, στο Σώμα Ελεγκτών - Επιθεωρητών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και στο Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και οι περιπτώσεις για τις οποίες ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα των αποδοχών των αποσπώμενων από ισχύουσες κατά τη δημοσίευση του παρόντος διατάξεις. Στις διατάξεις της παραγράφου αυτής υπάγονται και οι ήδη αποσπασμένοι κατά την ανωτέρω ημερομηνία υπάλληλοι...». Ως αποδοχές, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, θεωρούνται και οι αποδοχές αδείας και οι εκ της υπαίτιας μη χορηγήσεώς τους ποινές (ΑΠ 429/17, 1791/12).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ΔΕΗ στις 16-3-1985 ως εργάτης με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, (...) Με απόφαση του ίδιου ως άνω γενικού Γραμματέα, ήρθη η ως άνω απόσπαση και από 2-2-2009 επέστρεψε και ανέλαβε υπηρεσία στη Διεύθυνση Υλικού Καυσίμων, Προμηθειών και Μεταφορών της εναγομένης και στις 1-6-2009 αποχώρησε από την υπηρεσία του. Ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα καταρτίσθηκε, με τη συναίνεση του ενάγοντος, σύμβαση δανεισμού μεταξύ της εναγομένης και του Ελληνικού Δημοσίου (Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης). Ότι η παραχώρηση των υπηρεσιών του ενάγοντος από μέρους της εναγομένης έγινε χωρίς αντάλλαγμα από μέρους του δευτερογενούς εργοδότη Ελληνικού Δημοσίου και η εναγομένη κατέβαλλε το μισθό κατά τη διάρκεια του δανεισμού του. Όσον αφορά στο θέμα της κανονικής άδειας αυτού, η εναγομένη με έγγραφα που κοινοποίησε, μεταξύ άλλων φορέων, και στον ως άνω φορέα από τον οποίο αποσπάσθηκε ο ενάγων, ανέφερε ότι οι αποσπασμένοι μισθωτοί της, οι οποίοι ως προς το χρόνο λήψεως άδειας μετέχουν του προγραμματισμού των αδειών από τους εργοδότες στους οποίους έχουν παραχωρηθεί μαζί με το προσωπικό των εργοδοτών αυτών, θα πρέπει να λαμβάνουν τη δικαιούμενη κανονική άδεια εντός του αντίστοιχου έτους και επεσήμανε ότι αυτή (εναγομένη) δεν θα έχει ευθύνη να καταβάλει χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα κανονική άδεια από μισθωτούς της κατά το χρόνο αποσπάσεώς τους εκτός της υπηρεσίας της. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι με το έγγραφο αυτό δεν καταρτίσθηκε ειδική συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και του δευτερογενούς εργοδότη ―Ελληνικού Δημοσίου― ότι σε περίπτωση μη λήψεως της κανονικής άδειας από μέρους του ενάγοντος υπεύθυνος για την καταβολή των αποδοχών αδείας και της αποζημίωσης θα είναι ο δευτερογενής εργοδότης. Ότι, επομένως, αποκλειστικά υπόχρεη για τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας του ενάγοντος παρέμεινε η εναγομένη. Ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της αποχώρησής του από την εναγομένη δεν είχε λάβει την κανονική του άδεια των ετών 2005 έως 2008 μέσα στο έτος που αφορούσε, μη επιτρεπομένης, ούτε και μετά από συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, της μεταφοράς αυτής είτε ολόκληρης, είτε μέρους της, στο επόμενο ή σε μεθεπόμενα έτη.

Συνεπώς καταλήγει το Εφετείο, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εναγομένη ως εργοδότρια δεν χορήγησε στον ενάγοντα τις αντίστοιχες ημέρες άδειάς του για τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2008, είναι υποχρεωμένη να καταβάλει σ’ αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας του (...) Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει (μόνο για το κονδύλιο των αποδοχών αδείας) και επιδίκασε στον ενάγοντα το ως άνω ποσό. Με την, κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 17 παρ. 4 του Ν. 2527/97, 20 παρ. 3 του Ν. 2592/98,361, 648, 651 ΑΚ, 12 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και 3 παρ. 4 της από 10-4-2002 ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ, τόσο για το ζήτημα της μη χορήγησης της ετήσιας κανονικής άδειας του ενάγοντος, όσο και για το ζήτημα του υπόχρεου για τη χορήγηση των αποδοχών αδείας των ως άνω ετών, που είναι η αναιρεσείουσα εναγομένη, ενόψει των παραδοχών ότι δεν καταρτίσθηκε ειδική συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και του δευτερογενούς εργοδότη Ελληνικού Δημοσίου ότι σε περίπτωση μη λήψεως της κανονικής άδειας εκ μέρους του ενάγοντος, υπεύθυνος για την καταβολή των αποδοχών αδείας θα είναι ο δευτερογενής εργοδότης και του γεγονότος ότι η περίπτωση του ενάγοντος υπάγεται στις εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 17 παρ. 4 του Ν. 2527/97, με αποτέλεσμα να είναι υπόχρεη η αναιρεσείουσα για την καταβολή των αποδοχών αδείας αυτού και όχι το Ελληνικό Δημόσιο (...)