Άρειος Πάγος 1899/2017: «περί προσαύξησης αμοιβής για νυχτερινή εργασία»

Περίληψη: Η προσαύξηση του νομίμου μισθού κατά 25% για απασχόληση κατά την νύκτα (10 μ.μ. - 6 π.μ.) οφείλεται και σε μισθωτούς που λόγω της φύσεως της εργασίας τους απασχολούνται αποκλειστικά κατά την νύκτα, εφόσον όμως οι καταβαλλόμενες αποδοχές δεν είναι αυξημένες σε σχέση προς τα προβλεπόμενα από τις οικείες διατάξεις κατώτατα όρια κατά ποσοστό τουλάχιστον 25% – Όταν η αύξηση είναι μικρότερη από 25%, καταβάλλεται η διαφορά –– Κρίση ότι αρτοποιός (αρτεργάτης) ο οποίος απασχολείτο επί έξι ημέρες την εβδομάδα κατά την νύκτα, αμειβόμενος με τα κατώτατα όρια των ΕΓΣΣΕ δικαιούται της προσαυξήσεως 25% επί των κατωτάτων αυτών ορίων για νυκτερινή εργασία.

 

Αρείου Πάγου 1899/2017 - Τμ. Β1

Πρόεδρος: ΕΥΦΗΜΙΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ

Εισηγητής: Ν. ΤΣΑΚΟΣ

Δικηγόροι: Αν. Ταρπινίδης - ερήμην αναιρεσιβλήτου

(...) Κατά την 18310/46 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την 25825/51 απόφαση των ίδιων Υπουργών και την Φ. 27019/53 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η κατά 25% προσαύξηση του μισθού ή του ημερομισθίου για εργασία που παρέχεται κατά τη νύκτα (10 μ.μ. - 6 π.μ.) οφείλεται και σε μισθωτούς που λόγω της φύσεως της εργασίας τους, απασχολούνται αποκλειστικά κατά τη νύκτα (όπως είναι και οι αρτοποιοί), εφόσον όμως οι καταβαλλόμενες σε αυτούς αποδοχές δεν είναι αυξημένες σε σχέση προς τα από τις οικείες διατάξεις προβλεπόμενα ελάχιστα όρια κατά ποσοστό τουλάχιστον 25%, και μόνον αν η αύξηση αυτή είναι μικρότερη του 25% καταβάλλεται η διαφορά. Εξ άλλου κατά την έννοια των ως άνω υπουργικών αποφάσεων, η βάσει αυτών οφειλόμενη προσαύξηση για νυκτερινή εργασία υπολογίζεται στο σύνολο των νομίμων αποδοχών του μισθωτού, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα από το νόμο οριζόμενα επιδόματα (Ολ. ΑΠ 209/81),(παρ. 9) δεν επιτρέπεται δε παραίτηση από την εν λόγω προσαύξηση, διότι οι διατάξεις που την προβλέπουν αφορούν στη δημοσία τάξη (ΑΠ 265/99).(παρ. 10)

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: «Ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων] διατηρεί από τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2003 αρτοποιείο στη ...... Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε προφορικά στις 3-9-2003 προσέλαβε τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο], κάτοχο... βιβλιαρίου υγείας... για να τον απασχολήσει στην άνω επιχείρησή του ως αρτοποιό... Κατά την κατάρτιση της ως άνω εργασιακής σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να παρέχει ο ενάγων τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του, εργαζόμενος έξι... ημέρες την εβδομάδα και συγκεκριμένα από την Κυριακή το βράδυ μέχρι και το Σάββατο το πρωί κατά τις ώρες από τις 22.00 έως τις 06.00. Αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου, εργαζόμενος, όπως συμφωνήθηκε, έξι... ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από την Κυριακή το βράδυ μέχρι και το Σάββατο το πρωί, αλλά κατά τις ώρες από 22.00 μέχρι 06.30. Ο ενάγων δηλαδή εργαζόταν 8,5 ώρες ημερησίως, από τις οποίες οι οκτώ... και δη από 22.00 μέχρι 06.00 συνέπιπταν με νυκτερινή εργασία. Οι ως άνω ώρες εργασίας του ενάγοντος στην επιχείρηση αρτοποιείου του εναγομένου ήταν για την κάλυψη της παραγωγής των προϊόντων της... δεδομένου ότι το αρτοποιείο του εναγομένου προμήθευε ψωμιά σε άλλα δύο πρατήρια που διατηρούσε ο εναγόμενος, ενώ ορισμένες φορές προμήθευε με ψωμιά και άλλα πρατήρια... Έπρεπε δηλαδή να εξασφαλίζεται καθημερινά η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων των προϊόντων τα οποία διέθετε το αρτοποιείο του εναγομένου από το δικό του κατάστημα, αλλά προμήθευε και τα ανωτέρω πρατήρια και καταστήματα. Μάλιστα τα άνω προϊόντα αρτοποιείου έπρεπε να είναι έτοιμα προς πώληση ή προμήθεια των πρατηρίων άλλων καταστημάτων το αργότερο μέχρι τις 06.30, διότι αμέσως μετά, ήτοι μέχρι τις 07.00, άρχιζε η λειτουργία των άνω καταστημάτων... Περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε (ούτε άλλωστε ο ίδιος ο ενάγων επικαλείται) ότι τόσο αυτός όσο και ο εναγόμενος είναι μέλη κάποιας από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που συμβλήθηκαν για την κατάρτιση των επικαλούμενων από τον ενάγοντα συλλογικών συμβάσεων εργασίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των αρτοποιών - αρτεργατών», καθώς και ότι οι συλλογικές αυτές συμβάσεις εργασίας έχουν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού Εργασίας, ώστε να μπορούν να τύχουν εφαρμογής και στην περίπτωση του ενάγοντα για τον προσδιορισμό με βάση αυτές των όρων της αμοιβής του. Ο ισχυρισμός δε του ενάγοντος ότι, κατά την κατάρτιση της επίδικης εργασιακής του σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να αμείβεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες πιο πάνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των αρτοποιών - αρτεργατών», είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι με την προαναφερόμενη από 3-9-2003 ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έγινε ρητή συμφωνία και παραπομπή στους κανονιστικούς όρους των πιο πάνω συγκεκριμένων συλλογικών συμβάσεων εργασίας... Με βάση τα παραπάνω οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος καθορίζονται από τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που προβλέπουν τα κατώτατα όρια ημερομισθίων για εβδομαδιαία εργασία έξι... ημερών για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Επομένως οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος, εγγάμου, χωρίς προϋπηρεσία... ανέρχονταν στα εξής ποσά: (...) Σύμφωνα λοιπόν με τα προεκτεθέντα και ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε καθημερινά νυκτερινή εργασία οκτώ... ωρών, ήτοι από 22.00 έως 06.00, δικαιούται τη νόμιμη προσαύξηση από 25% επί του ωρομισθίου του... παρότι... η φύση της εργασίας του επιβάλλει την παροχή αυτής (εργασίας) αποκλειστικά κατά τη νύκτα. Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που αφορούν τον υπολογισμό των οφειλόμενων για την πιο πάνω αιτία (προσαύξηση του ημερομισθίου του λόγω νυκτερινής εργασίας) ποσών, συμποσούμενων σε 14.141,20 ευρώ, το Εφετείο απέρριψε τους λόγους της έφεσης του εναγομένου με τους οποίους αυτός παραπονείτο για την επιδίκαση με την εκκαλούμενη απόφαση στον ενάγοντα των ίδιων ποσών για την ίδια αιτία. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 της ΚΥΑ 25825/51. Τούτο διότι δέχθηκε ότι οι καταβαλλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές ήταν οι κατώτατες προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, παραδοχή από την οποία ευθέως συνάγεται ότι αυτές (οι καταβαλλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές) δεν ήταν αυξημένες σε σχέση προς τα από τις οικείες διατάξεις προβλεπόμενα ελάχιστα όρια κατά ποσοστό τουλάχιστον 25% και ότι συνακόλουθα ο ενάγων εδικαιούτο την προσαύξηση(...)