Άρειος Πάγος 1247/2017: «περί ζημίας εργοδότη από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων μισθωτού»

Περίληψη: Εάν ο εργαζόμενος εκπληρώνει πλημμελώς εκ δόλου ή εξ αμελείας τις υποχρεώσεις του από την σύμβαση εργασίας, υποχρεούται να αποζημιώσει τον εργοδότη για την προξενηθείσα ζημία – Το πταίσμα του εργαζομένου τεκμαίρεται. Συνεπώς, προκειμένου να απαλλαγεί ο μισθωτός από την ευθύνη, πρέπει κατ’ ένστασιν να επικαλεσθεί ανυπαρξία πταίσματος και ότι κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια.

 

Αρείου Πάγου 1247/17 - Α2 Τμ.

Πρόεδρος: Γ. ΣΑΚΚΑΣ

Εισηγητής: ΙΩΣΗΦ ΤΣΑΛΑΓΑΝΙΔΗΣ

Δικηγόροι: Ευγενία Μαζαράκη - ερήμην αναιρεσιβλήτου

(...) Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ’ αυτήν της υπαγωγής των εκτιθεμένων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εξ επαγγέλματος εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρ. 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος εκπληρώνει πλημμελώς από δόλο ή αμέλεια τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με τη σύμβαση εργασίας, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εργοδότη για τη ζημιά που του προξένησε. Ο εργοδότης, που αξιώνει αποζημίωση κατά του μισθωτού με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, οφείλει να επικαλεστεί την παράβαση της υποχρεώσεως του μισθωτού, τη ζημία του, ως και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβάσεως και της ζημίας. Το πταίσμα του μισθωτού, όπως σε κάθε περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης, τεκμαίρεται, ούτως ώστε προκειμένου να απαλλαγεί ο μισθωτός από την ευθύνη πρέπει κατ’ ένσταση να επικαλεσθεί ανυπαρξία πταίσματός του, και ειδικότερα ότι κατέβαλε την επιμέλεια που όφειλε και στο βαθμό που όφειλε σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 652 παρ. 2 ΑΚ (ΑΠ 1642/12, 929/06).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) συνεταιρισμός εξέθετε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος και κατ’ εκτίμηση του οικείου δικογράφου, τα ακόλουθα: Ότι ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) είχε προσληφθεί από το προηγούμενο διοικητικό συμβούλιο του Συνεταιρισμού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως αποθηκάριος - διαχειριστής, προκειμένου να εκτελεί κάθε διαχειριστική εργασία σχετική με τη ζύγιση του ελαιοκάρπου των παραγωγών - μελών του, την παραλαβή του ελαιολάδου αμέσως μετά την έκθλιψη του καρπού, την αποθήκευσή του στις δεξαμενές του συνεταιρισμού και την παράδοσή του στη συνέχεια στους εμπόρους και τους παραγωγούς. Ότι ύστερα από διενεργηθέντα έλεγχο από το νέο διοικητικό συμβούλιο μετά την 1-12-2003, διαπιστώθηκε έλλειμμα στις ποσότητες ελαιολάδου περιόδου 2002 - 2003, δηλαδή από Σεπτέμβριο 2002 έως Φεβρουάριο - Μάρτιο 2003, που ανερχόταν σε 26.708 κιλά για τους παραγωγούς, θεματοφύλακας των οποίων ήταν ο συνεταιρισμός, και σε 2.301 κιλά ως εκθλιπτικό δικαίωμα του ίδιου του συνεταιρισμού, αξίας 2,50 ευρώ ανά κιλό ελαιολάδου και συνολικής αξίας 70.221,50 ευρώ. Ότι σε κάθε περίπτωση η απώλεια των ποσοτήτων αυτών του ελαιολάδου οφειλόταν σε αμέλεια του εναγομένου περί την εκτέλεση των καθηκόντων της εργασίας που του είχε ανατεθεί. Με βάση τα περιστατικά αυτά, και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ενάγων συνεταιρισμός ζητούσε, ως προς την επικουρική βάση, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη), το ποσό των 70.221,50 ευρώ ως θετική ζημία νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει επαρκώς ως προς την επικουρική της βάση όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, για τη νομική θεμελίωσή της κατά του αναιρεσίβλητου επί των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 330, 648 και 652 ΑΚ. Συγκεκριμένα, προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής με σαφήνεια και πληρότητα τα απαιτούμενα από τις ρηθείσες διατάξεις στοιχεία για την αξίωσή του προς αποζημίωση από τη σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα, εκτίθενται στην αγωγή η παράβαση της υποχρεώσεως του μισθωτού, η ζημία του εργοδότη, ως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως και της ζημίας. Κατ’ ακολουθίαν τούτων και κατ’ εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η υπαιτιότητα του εργαζομένου δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής με την οποία ο εργοδότης ζητεί αποζημίωση από τον εργαζόμενο για τη ζημία που προκάλεσε ο τελευταίος με την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του από τη σύμβαση εργασίας, εναπόκειται δε στον εργαζόμενο να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η προκληθείσα ζημία δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Το Εφετείο, ερευνώντας την επικουρική βάση της από 10-4-2007 αγωγής αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού, ως προς την οποία και μόνο είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση ενώπιόν του με την από 19-5-2010 έφεση του αναιρεσίβλητου, έκρινε ότι αυτή ήταν αόριστη, «γιατί δεν διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο τα συγκεκριμένα εκείνα γεγονότα που συνιστούν είτε θετική πράξη αμέλειας, είτε συγκεκριμένες υποχρεώσεις εκ της συμβάσεως του εναγομένου, τις οποίες ο τελευταίος δεν εκτέλεσε από αμέλεια, παρά μόνο γίνεται μια ασαφής και γενική αναφορά στο γεγονός της απώλειας του ελαιολάδου σε συνδυασμό με τη θέση αυτού ως αποθηκάριου», και κατ’ αποδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο έσφαλε ως προς την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 652 ΑΚ, που δεν απαιτεί ως στοιχείο της αγωγής για αποζημίωση από την πλημμελή εκπλήρωση της ενοχής από σύμβαση εργασίας την υπαιτιότητα του εργαζομένου, και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως μόνο από το άρθρο 559 αρ. 1 και όχι από τον αρ. 14 ΚΠολΔ, (κατ’ ορθή εκτίμηση) είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα του δευτέρου λόγου της ίδιας αιτήσεως.