Άρειος Πάγος 773/2017: «περί συμφωνίας για την εφαρμογή ΣΣΕ σε μη δεσμευομένους»

Περίληψη: Από τις ΣΣΕ δεσμεύονται, καταρχήν, οι εργαζόμενοι και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων – Τους εργαζομένους και τους εργοδότες αυτούς καταλαμβάνει και η μετενέργεια των ΣΣΕ – Είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ρητή ή σιωπηρή συμφωνία περί αμοιβής προβλεπομένης από ΣΣΕ παρά το ότι ο εργοδότης και ο μισθωτός δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν την εν λόγω ΣΣΕ – Οι ΣΣΕ αυτές αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική ισχύ – Πρόσληψη μισθωτών και αμοιβή τους βάσει των ΣΣΕ Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και μετέπειτα μονομερής μείωση των αποδοχών από τον εργοδότη, εφαρμόζοντας εφεξής την κλαδική ΣΣΕ τυροκομικών επιχειρήσεων - Παραδοχή από το δικαστήριο ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εφαρμόζει σε αυτούς την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ των Αγροτικών Οργανώσεων – Σύναψη επιχειρησιακής ΣΣΕ και μείωση και των αποδοχών των συγκεκριμένων μισθωτών – Η ατομική σύμβαση περί αμοιβής με βάση τις αποδοχές ΣΣΕ των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΑΣΟ) εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη σύναψη της επιχειρησιακής ΣΣΕ και η μείωση συνιστά βλαπτική μεταβολή

Αρείου Πάγου 773/2017 - Τμ. Β2

Πρόεδρος: ΑΣΠΑΣΙΑ ΚΑΡΕΛΛΟΥ

Εισηγητής: ΠΑΝ. ΚΑΤΣΙΡΟΥΜΠΑΣ

Δικηγόροι: Ι. Ληξουριώτης - Άγις Παπαστεργίου

(...) Κατά το άρθρο 8 παρ. 2 και 3 του Ν. 1876/90 οι υπόλοιπες, πλην των εθνικών γενικών, συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του νόμου αυτού (παρ. 2). Εφ’ όσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται από τον εν λόγω εργοδότη (παρ. 3). Κατά δε το άρθρο 9 του ίδιου νόμου 1876/90, όπως αυτό ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του Ν. 4046/12 και της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθείσης υπ’ αριθ. 6/12 ΠΥΣ, «1. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. 2. Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια Υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. 3. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν για τη συλλογική σύμβαση εργασίας αναδρομική ισχύ έως την ημέρα της λήξης ή της καταγγελίας της προηγούμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας, από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται η διάρκειά της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων. 4. Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8. 5. Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας». Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, με αριθμό 6/28-2-2012 «Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του 4046/12» (ΦΕΚ Τεύχος Α’ 38/28-2-2012): «1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14-2-2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 1876/90 (Α’ 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/12. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/90 (Α’ 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις».

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι από τις ΣΣΕ δεσμεύονται κατ’ αρχήν οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τους εργαζομένους και τους εργοδότες αυτούς καταλαμβάνει και η μετενέργεια των ΣΣΕ. Από την διάταξη δε της παραγράφου 4 της ως άνω ΠΥΣ υπ’ αριθ. 6/12 συνάγεται επίσης ότι οι ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν εντός του τελευταίου εξαμήνου, πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4046/12, εξακολουθούν να ισχύουν για ένα τρίμηνο, ήτοι από τις 14-2-2012 έως τις 14-5-2012 και δεσμεύουν όπως προαναφέρθηκε τους εργαζομένους και τους εργοδότες που συμβλήθηκαν σ’ αυτές.

Εξ άλλου σύμφωνα με τη γενική «αρχή της εύνοιας» υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ. νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λπ.). Με βάση, λοιπόν, την «αρχή της εύνοιας» υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/90, «οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ’ όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους». Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι’ αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζόμενων. Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι «για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά», καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ’ ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η «αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων». Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/07, ΑΠ 692/14). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη, η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στον πρώτο την αμοιβή που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ που καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/14).  Τέλος κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/99, ΑΠ 242/15, 361/14).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε ότι: Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία, που δραστηριοποιείται στο χώρο της επεξεργασίας γάλακτος, από την ίδρυσή της είχε ως κύρια μέτοχο την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας, η συμμετοχή της οποίας προσέδιδε σε αυτήν το χαρακτήρα συνεταιριστικής εταιρίας, κατ’ άρθρο 39 παρ.1 και 2 του Ν. 2163/93 «περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων».Το έτος 2000 η εναγομένη περιήλθε με εξαγορά του 70% των μετοχών της στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... ΑΕ». Οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί από την εναγομένη με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο μεν πρώτος την 1-9-92, ο δε δεύτερος την 1-8-97, που συνήφθησαν μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και αυτών, προκειμένου οι ενάγοντες να εργασθούν στις εγκαταστάσεις - εργοστασιακή μονάδα της εναγόμενης, που βρίσκεται στη ..., ο μεν πρώτος ως προϊστάμενος πωλήσεων ο δε δεύτερος ως οδηγός, με μηνιαίο μισθό τον προβλεπόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για το προσωπικό των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, που αντιστοιχούσε στην οικογενειακή κατάσταση (έγγαμοι με ένα ανήλικο τέκνο) και στην προϋπηρεσία τους.... Οι ενάγοντες εξακολούθησαν να αμείβονται με βάση την εκάστοτε ισχύουσα για το προσωπικό των ΑΣΟ ΣΣΕ, μέχρι και το έτος 2000. Από την επόμενη χρονιά, ήτοι από το έτος 2001, η εναγομένη άρχισε να καταβάλλει σε αυτούς μειωμένες μηνιαίες αποδοχές, εφαρμόζοντας την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική συλλογική σύμβαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις βιομηχανίες τυροκομίας, τυροκομικές επιχειρήσεις και εν γένει τυροκομικά εργαστήρια όλης της χώρας, ισχυριζόμενη ότι, μετά την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου από την ως άνω ανώνυμη εταιρία και τη συνεπεία αυτής μεταβολή του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος, εξέλιπε ο συνεταιριστικός χαρακτήρας της. Οι ενάγοντες, διαμαρτυρόμενοι για τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, προσέφυγαν στο Ειρηνοδικείο Λάρισας, (...) Επί της αγωγής τους εκδόθηκε η με αριθμό 21/05 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), που, αφού έκρινε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης να εφαρμόζει για τις αμοιβές των εργαζομένων της τις ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ είχε ως αποτέλεσμα η εφαρμογή αυτή να αποτελέσει σιωπηρώς ουσιώδη όρο των ατομικών εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή τους και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 5.195.88 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 4.263,80 ευρώ. Κατά της ως άνω δικαστικής απόφασης, άσκησαν έφεση αμφότερες οι διάδικες πλευρές. Επί των εφέσεων τους εκδόθηκε η με αριθμό 6/08 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών) που συνεκδίκασε αυτές και τις απέρριψε αμφότερες ως ουσιαστικά αβάσιμες με συνέπεια η ως άνω πρωτόδικη απόφαση να καταστεί τελεσίδικη, και μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 431/10 απόφασης του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η εκ μέρους της εναγομένης ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, αμετάκλητη. Κατά συνέπεια, εκ της ως άνω δικαστικής αποφάσεως απορρέει δεσμευτικό μεταξύ των ήδη διαδίκων δεδικασμένο, που καλύπτει και τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως, όπως είναι το ζήτημα του περιεχομένου των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους σχετικά με τις αποδοχές τους και της υποχρέωσης της εναγομένης να εφαρμόζει ως προς αυτούς, για τον υπολογισμό των αποδοχών τους, την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ. Περαιτέρω, η εναγομένη, από την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του Αρείου Πάγου (9-3-2010) και μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011, συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της σε βάρος της αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, κατέβαλε στους ενάγοντες τα αιτούμενα από αυτούς χρηματικά ποσά διαφορών αποδοχών και έκτοτε τους κατέβαλλε τις προβλεπόμενες από τη ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ αποδοχές. Ακολούθως στις 30-11-2011, μεταξύ των εκπροσώπων της ένωσης προσώπων των εργαζομένων στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία και του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, συνάφθηκε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων του Ν. 1876/90, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 4024/11, η οποία κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Ν. Λάρισας και δυνάμει της οποίας από την 1η Ιανουαρίου 2012 και για αόριστο χρονικό διάστημα, οι αποδοχές των εργαζομένων της επιχείρησης μειώθηκαν στα προβλεπόμενα από την ισχύουσα ΕΓΣΣΕ 2010 - 2012 όρια. Η εναγομένη, επικαλούμενη την ισχύ της ως άνω επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας από την 1η Ιανουαρίου 2012 μείωσε και τις αποδοχές των εναγόντων, καταβάλλοντας σε έκαστο αυτών το ποσό των 1.037,13 ευρώ. Όμως με δεδομένο ότι οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, όπως ήδη αναφέρθηκε, και έχει αμετάκλητα αναγνωρισθεί παρέπεμπαν ως προς τις αποδοχές τους στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ, οπότε οι όροι αυτής καθίσταντο περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης, και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, με συνέπεια αυτές να μην θεωρούνται καταργημένες από τη νεότερη επιχειρησιακή σύμβαση, της οποίας οι κανονιστικοί όροι περιείχαν μειώσεις αποδοχών. Συνεπώς η εναγομένη ως προς τους ενάγοντες όφειλε να μην εφαρμόσει την ως άνω επιχειρησιακή σύμβαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/90, αλλά να εξακολουθεί να τους αμείβει με βάση την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ. Επομένως, η εκ μέρους της μονομερώς ως προς τους ενάγοντες μείωση των αποδοχών τους, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, η οποία έλαβε χώρα κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος. Συνακόλουθα, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε αυτούς, τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος μισθού και του μισθού που δικαιούντο κατά τους όρους της ΣΣΕ 16-12-2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Πρ. Κατ. Υπ.Ερ. 56/17-12-2010), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 4-1-2011, με την ΥΑ 11346/692/11 (ΦΕΚ 1449Β/17-6-2011), αναλόγως της ειδικότητας, της προϋπηρεσίας και της οικογενειακής τους καταστάσεως. (...) Περαιτέρω, στις 9-2-2012 η ΠΑΣΕΓΕΣ προέβη σε καταγγελία της κλαδικής ΣΣΕ της 16-12-2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, προκειμένου να ξεκινήσουν νέες συλλογικές διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας ΣΣΕ, οι κανονιστικοί όροι της οποίας θα εναρμονίζονται με τους όρους της ΕΓΣΣΕ. Επιπλέον, στις 14-2-2012 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος 28Α/14-2-2012) ο Ν. 4046/12, με τον οποίο εγκρίθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης (ΜΕΜΟRΑΝDUΜ ΟF UΝDΕRSΤΑΝDING), μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος, στο Παράρτημα V του οποίου προβλέφθηκε η μείωση της περιόδου χάριτος λήξασας ΣΣΕ σε τρεις μήνες και ο περιορισμός της «μετενέργειας» τέτοιας ΣΣΕ. Κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, εκδόθηκε η ΠΥΣ με αριθμό 6/28-2-2012 στην οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι «Συλλογικές συμβάσεις, που έχουν λήξει ή έχουν καταγγελθεί, θα παραμείνουν σε ισχύ για μέγιστο χρονικό διάστημα τριών μηνών. Εάν δεν συναφθεί συμφωνία μετά το διάστημα αυτό, η αμοιβή θα επανέλθει στο βασικό μισθό και τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, εκπαίδευσης και βαρέων επαγγελμάτων θα συνεχίσουν να ισχύουν έως ότου αντικατασταθούν από εκείνα της νέας ΣΣΕ ή των νέων ή τροποποιημένων ατομικών συμβάσεων». Ο Ν. 4046/12 ρητώς όρισε ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συνιστούν κανόνες άμεσης εφαρμoγής και, ως εκ τούτου, καταλαμβάνουν και τις ήδη κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του λήξασες ή καταγγελθείσες ΣΣΕ, η περίοδος χάριτoς των οποίων μειώνεται, συνακόλουθα, από τους έξι μήνες, που προβλεπόταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1876/90, στους τρεις μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου και, ως εκ τούτων, λήγει στις 14-5-2012. Μετά το χρονικό αυτό διάστημα, ο εργαζόμενος, εφόσον δεν συναφθεί νέα ΣΣΕ ή ατομική σύμβαση , δικαιούται να λαμβάνει μόνον το βασικό μισθό, προσαυξημένο με τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδυνότητας, στο οποίο πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται, ως εκ της φύσης του και το ταμιακό επίδομα, όπως και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ως προς τα οποία και μόνο μετενεργεί πλέον η ΣΣΕ. Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγοντες για τους επόμενους μήνες από την καταγγελία εκ μέρους της ΠΑΣΕΓΕΣ της ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ, δικαιούνται το ίδιο ως άνω ποσό μηνιαίων αποδοχών των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους που όπως αναφέρθηκε είχαν ενσωματώσει στο περιεχόμενο τους όρους των ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ και, ως εκ τούτων, η εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει για έκαστο των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2012, το προαναφερθέν ως προς έκαστο των εναγόντων χρηματικό ποσό. Ομοίως, η εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και του νομίμου επιδόματος εορτών Πάσχα (...) Η εναγομένη για το μετέπειτα του μηνός Μαΐου 2012 χρονικό διάστημα οφείλει να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών τους (...) Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε με τις αυτές αιτιολογίες ότι οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων που παραπέμπουν στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ ΑΣΟ, οι όροι των οποίων έχουν καταστεί περιεχόμενο της ατομικής τους σύμβασης, είναι ευνοϊκότερες για τους ενάγοντες, δεν μπορούν να θεωρηθούν κατηργημένες από τη νεότερη επιχειρησιακή σύμβαση, της οποίας οι κανονιστικοί όροι περιείχαν μειώσεις αποδοχών, και η εκ μέρους της εναγομένης μείωση των αποδοχών τους με βάση τη δυσμενέστερη νεότερη ΣΣΕ συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και ότι αν και καταγγέλθηκε η κλαδική ΣΣΕ της 16-12-2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των ΑΣΟ, αφού δεν έγινε νέα συλλογική σύμβαση μέσα στους 3 μήνες που προβλέπεται από το Ν. 4046/12, συνέχισαν να ισχύουν οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, μετά δε το τρίμηνο και εφόσον δε συνήφθη νέα ΣΣΕ ή ατομική, όφειλε η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στο Ν. 4046/12, ήτοι το βασικό μισθό και τα επιδόματα, συμπεριλαμβανομένων του ταμιακού επιδόματος και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας (...) ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίεςως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα του περιεχομένου της σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί υπαγωγής των αναιρεσιβλήτων στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ για τους εργαζομένους στις συνεταιριστικές οργανώσεις, συγκεκριμένα δε δεν αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση α) αν η συμφωνία αυτή μεταξύ των διαδίκων περιελάμβανε τον όρο ότι θα ίσχυε και στην περίπτωση λήξεως των σχετικών ΣΣΕ που αφορούσαν τους εργαζομένους στις συνεταιριστικές οργανώσεις είτε με την πάροδο του χρόνου τους είτε με καταγγελία, κατά το στάδιο μετενέργειας αυτών, που, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, εκτείνεται μόνο μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων που δεσμεύονταν ως συμβληθέντες στις ΣΣΕ που έληξαν και β) τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί η σύναψη τέτοιας συμφωνίας. Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, εκτιμώμενοι ενιαίως, ως αποδίδοντες μόνο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια στην προσβαλλομένη, κατά το μέρος τους που αναφέρονται στα λοιπά, πλην των αφορώντων τον Ιανουάριο του 2012 κεφάλαια της αγωγής είναι βάσιμοι, ενώ είναι αβάσιμοι κατά το μέρος τους που αναφέρονται στα κεφάλαια που αναφέρονται στον ανωτέρω μήνα (Ιανουάριο 2012), κατά τον οποίο δεν είχε καταγγελθεί και ήταν ενεργός η ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ, η οποία κατά τα προαναφερόμενα, ήταν εφαρμοστέα, ως όρος των ατομικών τους συμβάσεων, όσον αφορά τις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων.

Σύμφωνα με την και ανωτέρω αναφερομένη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), με αριθμό 6/28-2-2012 οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί μετά την 14-2-2012, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/12 (14-2-2012). Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ως επίδομα ωρίμανσης που διατηρείται κατά τα ανωτέρω, δεν θεωρείται ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου, στον οποίο περιέχεται και η ωρίμανση κατά την έννοια της εξέλιξης της μισθολογικής κλίμακας, αλλά οποιοδήποτε επίδομα, που σχετίζεται με τον χρόνο προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, που εμπεριέχει το στοιχείο της επιβράβευσης της πολυετούς παραμονής στον ίδιο εργοδότη και της ανταμοιβής της εργασιακής εμπειρίας. Αν ο νομοθέτης ήθελε ως στοιχείο της έννοιας ωρίμανσης μόνο το βασικό μισθό που διαμορφώνεται σε κλιμάκια με βάση το χρόνο υπηρεσίας, θα αρκείτο να αναφέρει ως διατηρούμενο το βασικό μισθό και δεν θα ομιλούσε περί επιδομάτων, έννοια που είναι διαφορετική από το βασικό μισθό και υποδηλώνει κάτι πέραν αυτού. Περαιτέρω στην έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας δηλαδή της πρόσθετης μισθολογικής παροχής που έχει ως λόγο καταβολής της την παροχή εργασίας, υπό συνθήκες που συνεπάγονται κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου, δεν περιλαμβάνεται και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, που έχει ως αιτία καταβολής το περιβάλλον στο οποίο παρέχεται η εργασία, το οποίο (περιβάλλον) διαφοροποιείται από το κοινό εργασιακό περιβάλλον και απαιτεί από τον εργαζόμενο την τήρηση με σχολαστικότητα των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός παροχής της εργασίας του στη συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρηματικής δραστηριότητας, χωρίς οποιαδήποτε επίδραση στην υγεία του, δεν επάγεται όμως κίνδυνο για τη ζωή ή σωματική ακεραιότητα αυτού, το οποίο επίδομα (ανθυγιεινής εργασίας) δεν διατηρήθηκε με τις ρυθμίσεις της ως άνω ΠΥΣ. Δεν περιλαμβάνεται επίσης στις ανωτέρω έννοιες των διατηρουμένων επιδομάτων το ταμιακό επίδομα, το οποίο ούτε με το χρόνο υπηρεσίας ούτε με τον κίνδυνο για την ζωή και την σωματική ακεραιότητα του μισθωτού συνδέεται. (...) Το Εφετείο κατά την κρίση του ότι στην έννοια του επιδόματος ωρίμανσης, εντάσσεται και το επίδομα προϋπηρεσίας δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ’ αριθ. 6/12 ΠΥΣ και συνεπώς ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για την εν λόγω κρίση του είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος της όμως, που αναφέρεται στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και στο ταμιακό επίδομα για τα οποία δέχθηκε ότι το πρώτο από αυτά (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας) οφείλει να καταβάλει η αναιρεσείουσα και στους δύο αναιρεσιβλήτους ενώ το δεύτερο (ταμιακό επίδομα) οφείλει να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο για το μήνα Μάιο του 2012 και το μετέπειτα χρονικό διάστημα, παραβίασε την ως άνω διάταξη και συνεπώς ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι βάσιμος. Τέλος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με το να δεχθεί ότι στη μεν έννοια του επιδόματος ωρίμανσης περιλαμβάνεται και το επίδομα προϋπηρεσίας, στην δε έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας περιλαμβάνεται και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια αφορά την ερμηνεία του νόμου και όχι την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης αποφάσεως. [...]