Άρειος Πάγος 1149/2017: «περί των στοιχειών, που πρέπει να περιέχει η δήλωση εξόφλησης εργαζομένων»

Περίληψη: Η δήλωση του εργαζομένου ότι εξοφλήθηκαν όλες οι πηγάζουσες από την εργασιακή του σύμβαση αξιώσεις και ότι δεν έχει ούτε διατηρεί άλλη αξίωση κατά του εργοδότη δεν συνιστά έγκυρη σιωπηρή δήλωση αφέσεως χρέους ως προς τις απαιτητές ήδη αξιώσεις του, εάν δεν αναφέρονται στην ανωτέρω δήλωση τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά περίπτωση και για κάθε αιτία.

 

Αρείου Πάγου - B2’ Πολιτικό Τμήμα

1.- Με το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 180 και 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 και 8 § 4 Ν. 4020/1959 συνάγεται η αρχή του εργατικού δικαίου κατά την οποία κάθε παραίτηση του εργαζομένου μισθωτού, έστω και εκ των υστέρων, ήτοι μετά τη λήξη της συμβάσεως εργασίας γενομένη, από το δικαίωμα λήψεως των νομίμων αποδοχών, επιδομάτων ή άλλων από την εργασία του παροχών, έστω και υπό την μορφή αφέσεως χρέους, κατά το άρθρο 454 ΑΚ, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (Ολ. ΑΠ 348/68, ΑΠ 459/81, ΕΕΔ, 40, 538, ΑΠ 1176/95, ΕΕΔ 56, 473). Η δήλωση του εργαζομένου ότι εξοφλήθηκαν όλες οι πηγάζουσες από την εργασιακή του σύμβαση αξιώσεις και ότι δεν έχει, ούτε διατηρεί άλλη αξίωση κατά του εργοδότου, δεν συνιστά έγκυρη σιωπηρά δήλωση αφέσεως χρέους ως προς τις απαιτητές ήδη αξιώσεις του, εάν δεν αναφέρονται εις την ανωτέρω δήλωση τα ποσά, που καταβλήθηκαν κατά περίπτωση και δι’ εκάστην αιτία.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως αναφορικά με τον προταθέντα από την εναγομένη -αναιρεσείουσα ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες με το από 25-10-2010 συμφωνητικό που συνήφθη μεταξύ αυτών κι της πρώτης απεχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους και δήλωσαν ότι ουδέν τους οφείλει από τη συνδέουσα αυτούς με εκείνη (αναιρεσείουσα) σύμβαση εργασίας τα εξής: "....

Κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η τελευταία (εναγομένη) προσκόμισε τις με ημερομηνία από 25-10-2010 αναγγελίες οικειοθελούς αποχώρησης, υπογεγραμμένες από τους ενάγοντες , όπου οι τελευταίοι φέρονται να δηλώνουν ότι αποχωρούν από την εργασία τους οικειοθελώς και ότι ουδέν τους οφείλεται. Τα έγγραφα αυτά φέρουν τις υπογραφές των εναγόντων, πλην όμως το δικαστήριο δεν πείθεται ότι υπέγραψαν τα έγγραφα αυτά έχοντας γνώση του περιεχομένου τους, ενόψει ότι τυγχάνουν αλλοδαποί και δεν γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή. Στην άποψη αυτή άγεται το δικαστήριο: 1)από το γεγονός ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί μόλις τρείς ημέρες πριν τη φερόμενη υπογραφή των εν λόγω αγγελιών, σε επίσχεση εργασίας, 2) από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι μεσολάβησε οποιαδήποτε καταβολή εκ μέρους της εναγομένης των οφειλομένων, αφού δεν ουδέν σχετικό έγγραφο προσκομίζει, αν και τυγχάνει ανώνυμη εταιρεία με οργανωμένο λογιστήριο, 3) από το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά της οικειοθελούς αποχώρησης δεν προσκομίστηκαν σε κανένα επίσημο φορέα (Επιθεώρηση Εργασίας ΟΑΕΔ) ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το νόμο και διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί οικειοθελούς αποχώρησης και μη οφειλής καθόσον οι ως άνω δηλώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, έστω και αν έγιναν χωρίς πλάνη αυτών, είναι άκυρες κατά τα εκτιθέμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη και θεωρούνται ως μη γενόμενες, δεδομένου μάλιστα ότι ακόμη και η δήλωση του εργαζομένου ότι εξοφλήθηκαν όλες οι πηγάζουσες από την εργασιακή του σύμβαση αξιώσεις και ότι δεν έχει, ούτε διατηρεί άλλη αξίωση κατά του εργοδότου, δεν συνιστά έγκυρη σιωπηρά δήλωση αφέσεως χρέους ως προς τις απαιτητές ήδη αξιώσεις του, εάν δεν αναφέρονται εις την ανωτέρω δήλωση τα ποσά, που καταβλήθηκαν κατά περίπτωση και δι’ εκάστη αιτία, κατά την πάγια νομολογιακή πρακτική, πράγμα που στην εξεταζόμενη υπόθεση δεν συμβαίνει.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ ανεξαρτήτως της αοριστίας του ως προς το πρώτο σκέλος (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε ποιο νομικό σφάλμα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και κατά τα δύο σκέλη του.

2.- Κατά τη διάταξη του άρθρον 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ίσχυε μέχρι 31-12-2015, το δικαστήριο, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ. Έτσι είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικόν τύπον, όχι όμως και τα πλαστά ή τα μη γνήσια.(ΑΠ 1323/1996). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ’ ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 11 α ΚΠολΔ αιτιάται το Εφετείο γιατί έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα προσκομισθέντα από τους ενάγοντες ανυπόγραφα δακτυλογραφημένα σημειώματα, που φέρονται ότι συντάχθηκαν από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης περί οφειλών της προς αυτούς για τα έτη 2008 και 2009 τα οποία είναι ανυπόγραφα. Με αυτό το περιεχόμενο δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης καθόσον στην εφαρμοζόμενη στην κρινόμενη υπόθεση διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τα ως άνω προσκομισθέντα από τους ενάγοντες ανυπόγραφα δακτυλογραφημένα σημειώματα, ορθά έπραξε και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11α του ΚΠολΔ. Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 "η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται έγκυρος εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη διατηρεί εμπορική επιχείρηση με έδρα την … και εκτεταμένες κτηριακές εγκαταστάσεις, στο ... και δη στο … χιλιόμετρο της ΕΟ Αθηνών Λαμίας. Στις ως άνω εγκαταστάσεις συστεγάζεται και έκθεση παλαιών αυτοκινήτων, που ανήκουν στην κυριότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης. Την 7-1-

2001 προσελήφθη από την εναγομένη, ο πρώτος ενάγων με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για πενθήμερη εργασία και 40 ώρες απασχόληση ανά εβδομάδα, με ωράριο 07.00 έως 15.00, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εργάτης οικοδομικών εργασιών, στην ανέγερση των προαναφερόμενων εγκαταστάσεων στο ..., ενώ από το 2005 που ολοκληρώθηκαν οι ως άνω εργασίες, συνέχισε να εργάζεται εκεί ως φύλακας. Επίσης με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προσελήφθη την 3-5-2005 και η δεύτερη ενάγουσα εκκαλούσα, σύζυγος του πρώτου ενάγοντα, για πενθήμερη εργασία και 40ώρες απασχόληση ανά εβδομάδα, με ωράριο 07.00 έως 15.00, προκειμένου να εργασθεί ως ανειδίκευτη εργάτρια, αντί μισθού καθορισθέντος συμβατικά.

Από τον χρόνο έναρξης της εργασίας τους, τους παραχωρήθηκε προς χρήση, εντός του προαυλίου χώρου του εργοστασίου, λυόμενος οικίσκος, με στοιχειώδεις ανέσεις (κοντέινερ) όπου εγκαταστάθηκαν οι διάδικοι με τα δυο τέκνα τους. Οι διάδικοι διαβιούσαν στον ως άνω χώρο μέχρι την 1η Φεβρουάριου 2010, οπότε και μίσθωσαν οικία κείμενη εντός του δημοτικού διαμερίσματος ... (βλ. σχετικό μισθωτήριο συμβόλαιο). Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από της προσλήψεως τους και εντεύθεν, διαμένοντας στον εργασιακό τους χώρο, εξυπηρετούσαν-διάφορες ανάγκες του εργοδότη, όπως φύλαξη κατά τη διάρκεια της νύκτας, ή διευκόλυνση των τυχόν επισκεπτών στην έκθεση παλαιών αυτοκινήτων και πώληση εισιτηρίων. Δεν αποδείχθηκε όμως για τις ως άνω εργασίες απασχολούνταν αμφότεροι καθημερινά, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, όλα τα Σάββατα, όλες τις Κυριακές και μάλιστα και εβδομαδιαίως επί 40 ώρες επιπλέον του νόμιμου ωραρίου τους, κατά σταθερό και μόνιμο τρόπο επί τέσσερις εβδομάδες το μήνα και επί δώδεκα μήνες το χρόνο και ότι συνεπώς δικαιούνται αμοιβή για υπερωριακή και επιπλέον εργασία. Οι σχετικές αναφορές του ενώπιον του Δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρος και των λοιπών μαρτύρων που περιέχονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, τυγχάνουν γενικόλογες και αναλίσκονται στο να αναφέρουν διάφορες εργασίες που πράγματι εκτελούσαν οι ενάγοντες, χωρίς όμως να προσδιορίζουν επακριβώς πόσες ώρες ανά ημέρα και εβδομάδα και πόσες ημέρες το μήνα. Τα σχετικά κονδύλια που αφορούν αμοιβές για υπερωρίες και υπερεργασία, πρέπει συνεπώς να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε όμως ότι η εναγόμενη, αν και οι ενάγοντες συνέχιζαν να ασχολούνται στην επιχείρηση της και να παρέχουν τις υπηρεσίες τους προσηκόντως, έπαυσε εντός του έτους 2008 να τους καταβάλει νόμιμα και εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες αποδοχές τους, επικαλούμενη οικονομική αδυναμία και στενότητα. Οι ενάγοντες έχοντας απόλυτη ανάγκη την εργασία αυτή, συνέχιζαν να εργάζονται, πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης ότι θα εξοφληθούν τα οφειλόμενα. Μάλιστα περί τα τέλη του έτους 2009, σε συνάντηση που είχαν με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ο τελευταίος αποδεχόμενος τις οφειλές, συνέταξε τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες δακτυλογραφημένα σημειώματα που αφορούν τις καταβολές και οφειλές της εναγομένης τα έτη 2008 και 2009, τα οποία δεν αμφισβήτησε η εναγομένη. Στο έγγραφο που αφορά στο έτος 2009, πράγματι αναφέρεται ότι η εναγομένη οφείλει και στους δυο ενάγοντες συνολικά το ποσό των 24.250 ευρώ, ενώ δεν αναγράφεται κάποια καταβολή.

Όσον αφορά όμως το έτος 2008 δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη οφειλής προς τους ενάγοντες. Στο συμπέρασμα αυτό άγεται το δικαστήριο καθόσον η αναλυτική καταγραφή των οφειλόμενων στο σχετικό έγγραφο αρχίζει από τον μήνα Οκτώβριο 2008, χωρίς να αναφέρονται οι προηγούμενες του μήνα αυτού, καταβολές, μοναδική δε αναφορά γίνεται σε καταβολές που έγιναν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2008 και δη στον πρώτο ενάγοντα ότι καταβλήθηκαν 2.000 ευρώ την 4-12-2008 και 1.000 ευρώ την 25-12-2008, και στην δεύτερη ενάγουσα καταβλήθηκαν 500 ευρώ την 1-11-2008, 200 ευρώ την 17-11-2008 και 650 ευρώ, την 21-11-2008.

Συνεπώς δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί του εάν οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές για το έτος αυτό και το ύψος τους. Εξάλλου στο προαναφερόμενο σημείωμα που αφορά το επόμενο έτος 2009. δεν αναγράφεται ότι υπάρχει οφειλή από το προηγούμενο έτος 2008.

Συνεπώς τα αγωγικά κονδύλια για δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών και αποδοχές αδείας του έτους 2008 πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα. Όπως όμως αποδείχθηκε, η εναγόμενη δεν προχώρησε μετά το έτος 2009 σε καμία καταβολή, παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της. Για το λόγο αυτό, οι ενάγοντες κοινοποίησαν την 21-10-2010 την Εξώδικη Δήλωση Διαμαρτυρία, με την οποία αιτούνταν την καταβολή των οφειλόμενων, ενώ συγχρόνως δήλωναν ότι προβαίνουν σε επίσχεση εργασίας. Και πάλι όμως η εναγόμενη δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα. Κατά την συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η τελευταία προσκόμισε τις με ημερομηνία 25-10-2010 Αναγγελίες οικειοθελούς αποχώρησης, υπογεγραμμένες από τους ενάγοντες, όπου οι τελευταίοι φέρεται να δηλώνουν ότι αποχωρούν από την εργασία τους οικειοθελώς και ότι ουδέν τους οφείλεται Τα έγγραφα αυτά φέρουν τις υπογραφές των εναγόντων, πλην όμως το Δικαστήριο δεν πείθεται ότι υπέγραψαν τα έγγραφα αυτά έχοντας λάβει γνώση του περιεχομένου τους, ενόψει του ότι τυγχάνουν αλλοδαποί και δεν γνωρίζουν γραφή. Στην άποψη αυτή άγεται το δικαστήριο: 1) από το γεγονός ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί μόλις τρείς ημέρες πριν την φερόμενη υπογραφή των εν λόγω Αναγγελιών, σε επίσχεση εργασίας. 2) από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι μεσολάβησε οποιαδήποτε καταβολή εκ μέρους της εναγόμενης των οφειλομένων, αφού ουδέν σχετικό έγγραφο προσκομίζει, αν και τυγχάνει ανώνυμη εταιρία με οργανωμένο λογιστήριο. 3) από το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά της οικειοθελούς αποχώρησης, δεν προσκομίστηκαν σε κανένα επίσημο φορέα (Επιθεώρηση Εργασίας, ΟΑΕΔ). Η αποδεικτική δύναμη των εν λόγω εγγράφων κλονίζεται και από άλλο έγγραφο της δικογραφίας με αλληλοαναιρούμενο περιεχόμενο και δη την με ημερομηνία 25-1-2010 Καταγγελία Σύμβασης Εργασίας, η οποία φέρει υπογραφή μόνο από τον εκπρόσωπο της εναγομένης και συμφωνά με το οποίο, κατά τον παραπάνω χρόνο, προέβη σε καταγγελία της σύμβασης του πρώτου ενάγοντα, στον οποίο μάλιστα αναφέρει ότι και κατέβαλε ως αποζημίωση απολύσεως το ποσόν των 5.104,17 ευρώ. Πλην όμως το έγγραφο αυτό, την ύπαρξη του οποίου ουδόλως δικαιολόγησε η εναγομένη, επίσης δεν φέρεται να έχει κατατεθεί σε επίσημο φορέα, ούτε η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η σύμβαση εργασίας του πρώτου ενάγοντα λύθηκε κατά τον παραπάνω χρόνο (25-1-2010). Οι επίδικες συμβάσεις ουδέποτε καταγγέλθηκαν από την εναγομένη, ούτε κάτι ανάλογο ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Το σχετικό αγωγικό κονδύλιο συνεπώς για καταβολή αποζημίωσης απολύσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο.

Με βάση όσα αποδείχθηκαν προέκυψε ότι οι επίδικες συμβάσεις εργασίας τυγχάνουν έγκυρες, δεν λύθηκαν με καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης, δεν λύθηκαν ούτε με οικειοθελή αποχώρηση των εναγόντων την 25-10-2010. Το ανωτέρω επιβεβαιώνεται και από τους "Πίνακες με τα στοιχεία των εργαζομένων δικαιούχων και ποσά αμοιβών" και τις "Οριστικές Δηλώσεις των ποσών φόρου" που κατ’ έτος υπέβαλε στην αρμόδια ... (από όπου δεν αποδεικνύεται όμως ότι κατέβαλε πράγματι τα ως άνω ποσά στους εργαζομένους) και όπου εμφαίνεται ότι απασχολούσε αμφότερους τους ενάγοντες μέχρι 31-12-2010.

Συνεπώς η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες - εκκαλούντες τις δεδουλευμένες αποδοχές των ετών 2009 και 2010 όπως βάσιμα υποστηρίζουν, αλλά και δώρα Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα των ετών αυτών αλλά και επίδομα αδείας. Ο μισθός των εναγόντων συμβατικά καθοριζόμενος, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους από την εναγόμενη εφεσίβλητη "Πίνακες με τα στοιχεία των εργαζομένων δικαιούχων και ποσά αμοιβών", που κατ’ έτος υπέβαλε στην αρμόδια ... (από όπου δεν αποδεικνύεται όμως ότι κατέβαλε πράγματι τα ως άνω ποσά στους εργαζομένους) ανέρχονται μεικτά: α) για το έτος 2009 σε 878,91 ευρώ και για το έτος 2010 σε 669,21 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω η εναγομένη εφεσίβλητη οφείλει σε καθένα από τους ενάγοντες: Ι. δεδουλευμένες αποδοχές: α) για το έτος 2009, ΤΟ ΠΟΣΟ ΤΩΝ 878,91X12= 10.542,80 ευρώ και για το έτος 2010, το ποσόν των 669.21X12== 8.030,60 ευρώ και συνολικά 18.573,40 ευρώ, Π. Δώρα εορτών: α) για το έτος 2009 για δώρο Χριστουγέννων 878,91 ευρώ = και για δώρο Πάσχα 439,45 ευρώ και β) για το έτος 2010 για δώρο Χριστουγέννων 669,21 ευρώ και για δώρο Πάσχα 334,60 ευρώ, και συνολικά 2.322,17 ευρώ και III. Επιδόματα αδείας: α) για το έτος 2009, 439,45 ευρώ και β) για το έτος 2010 334,60 ευρώ και συνολικά 774,05 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και απαλλαγμένες αντιφάσεων και ενδοιαστικών διατυπώσεων αιτιολογίες τόσον σχετικώς με τη βασιμότητα του αγωγικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων περί επιδικάσεως οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών τους και λοιπών αξιώσεων τους όσο και σχετικά με το κατ’ ουσίαν αβάσιμο του ισχυρισμού της εναγομένης περί της από 25-10-2010 αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης των εναγόντων από την εργασία τους και μη οφειλής σε αυτούς από την εναγομένη.

Επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο προκύπτει ιδιαίτερα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης οι οποίες περιέχουν πληρότητα και σαφήνεια αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της καταγγελίας ή μη των συμβάσεων εργασίας.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατάθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2015 αίτησης για αναίρεση της 3970/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.