Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-260/17: «περί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με αναθέτουσες αρχές»

Περίληψη: Η έννοια «συμβάσεις απασχόλησης», κατά το άρθρο 10 περ. ζʹ της οδηγίας 2014/24/ΕΕ καταλαμβάνει ατομικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με πρόσωπα τα οποία επελέγησαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι ο χρόνος ανεργίας, η προηγούμενη πείρα και ο αριθμός των συντηρούμενων από τα πρόσωπα αυτά ανηλίκων τέκνων - Οι διατάξεις της οδηγίας 2014/24, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της διαφάνειας και της αναλογικότητας, καθώς και τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση αποφάσεως δημοσίας αρχής να προσφύγει στη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης, προκειμένου να εκπληρώσει ορισμένα καθήκοντα απτόμενα των υποχρεώσεών της λόγω δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, το άρθρο 1 παρ. 1 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι κατά της αποφάσεως αναθέτουσας αρχής να συνάψει συμβάσεις απασχόλησης με φυσικά πρόσωπα για την παροχή ορισμένων υπηρεσιών, χωρίς να κινήσει διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως σύμφωνα με την οδηγία 2014/24, για τον λόγο ότι, κατά την άποψή της, οι συμβάσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας, δύναται να ασκηθεί προσφυγή.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 25ης Οκτωβρίου 2018

[..]

Στην υπόθεση C 260/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) με απόφαση της 11ης Μαΐου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Μαΐου 2017, στο πλαίσιο της δίκης

Ανοδική Services ΕΠΕ

κατά

ΓΝΑ Ο Ευαγγελισμός – Οφθαλμιατρείο Αθηνών – Πολυκλινική,

Γενικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Κηφισιάς – (ΓΟΝΚ) «Οι Άγιοι Ανάργυροι»,

παρισταμένων των:

Αριάνθη Ηλία ΕΠΕ,

Φάσμα ΑΕ,

Mega Sprint Guard ΑΕ,

ICM – International Cleaning Methods ΑΕ,

Myservices Security and Facility ΑΕ,

Kleenway ΟΕ,

ΓΕΝ – ΚΑ ΑΕ,

Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γεώργιος Γεννηματάς»,

Ipirotiki Facility Services ΑΕ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο του δεκάτου τμήματος, προεδρεύοντα του ενάτου τμήματος, E. Juhász και C. Vajda (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–     η Ανοδική Services ΕΠΕ, εκπροσωπούμενη από τη Ζ. Ζουγανέλη, δικηγόρο,

–     το ΓΝΑ Ο Ευαγγελισμός – Οφθαλμιατρείο Αθηνών – Πολυκλινική, εκπροσωπούμενο από τον Γ. Σταθαρά, δικηγόρο,

–     το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γεώργιος Γεννηματάς», εκπροσωπούμενο από τη Μ. Αντωνοπούλου και τον Ν. Νικολόπουλο, δικηγόρους,

–     η Φάσμα ΑΕ, εκπροσωπούμενη από τον Ν. Μουρδουκούτα, δικηγόρο,

–     η Mega Sprint Guard ΑΕ, εκπροσωπούμενη από τους Σ. Κωνσταντόπουλο, Ν. Μελιγό και Γ. Χριστοδουλόπουλο, δικηγόρους,

–     οι ICM – International Cleaning Methods ΑΕ και Kleenway ΟΕ, εκπροσωπούμενες από τον Ευθ. Αναγνώστου, δικηγόρο,

–     η Myservices Security and Facility ΑΕ, εκπροσωπούμενη από τον Αν. Βιρβιλιό, δικηγόρο,

–     η ΓΕΝ – ΚΑ ΑΕ, εκπροσωπούμενη από τον Χ. Πελέκη, δικηγόρο,

–     η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Μ. Τασσοπούλου, Αικ. Μαγριππή και Ευστ. Τσαούση,

–     η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Fruhmann,

–     η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Πατακιά και τον P. Ondrůšek,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1     Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10, περίπτωση ζʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65), όπως τροποποιήθηκε με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/2170 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 307, σ. 5) (στο εξής: οδηγία 2014/24), καθώς και του άρθρου 1 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ 1989, L 395, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 94, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 89/665).

2     Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ της Ανοδική Services ΕΠΕ, αφενός, και του ΓΝΑ Ο Ευαγγελισμός – Οφθαλμιατρείο Αθηνών – Πολυκλινική (στο εξής: ΓΝΑ Ευαγγελισμός) και του Γενικού Ογκολογικού Νοσοκομείου Κηφισιάς – (ΓΟΝΚ) «Οι Άγιοι Ανάργυροι» (στο εξής: ΓΟΝΚ Άγιοι Ανάργυροι), αφετέρου, σχετικά με αποφάσεις που έλαβαν τα διοικητικά συμβούλια των εν λόγω δημόσιων νοσοκομείων περί συνάψεως ατομικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την κάλυψη των αναγκών τους στους τομείς της εστιάσεως, της σιτίσεως και της καθαριότητας.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3     Η αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2014/24 έχει ως εξής:

«Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι καμία διάταξη της παρούσας οδηγίας δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναθέτουν σε εξωτερικούς φορείς την παροχή υπηρεσιών που επιθυμούν να παρέχουν τα ίδια ή να οργανώνουν με άλλα μέσα πλην των δημόσιων συμβάσεων κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας. Η παροχή υπηρεσιών που βασίζεται σε νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή σε συμβάσεις εργασίας δεν θα πρέπει να καλύπτεται. Σε ορισμένα κράτη μέλη αυτό μπορεί να συμβαίνει, επί παραδείγματι, με ορισμένες διοικητικές και κρατικές υπηρεσίες, όπως είναι οι εκτελεστικές και οι νομοθετικές υπηρεσίες, ή με ορισμένες υπηρεσίες υπέρ του κοινωνικού συνόλου, όπως είναι υπηρεσίες στον τομέα των εξωτερικών υποθέσεων ή της δικαιοσύνης ή οι υπηρεσίες υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης.»

4     Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να ορίζουν, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, ποιες υπηρεσίες θεωρούν γενικού οικονομικού συμφέροντος, πώς θα πρέπει να οργανώνονται και να χρηματοδοτούνται οι υπηρεσίες αυτές, σύμφωνα με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, και σε ποιες ειδικές υποχρεώσεις θα πρέπει να υπόκεινται. Ομοίως, η παρούσα οδηγία δεν θίγει την απόφαση των δημόσιων αρχών αν, πώς και σε ποιο βαθμό επιθυμούν να ασκούν δημόσιες λειτουργίες οι ίδιες, σύμφωνα με το άρθρο 14 της ΣΛΕΕ και το πρωτόκολλο αριθ. 26 σχετικά με τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος.»

5     Με το άρθρο 4, περίπτωση βʹ, της εν λόγω οδηγίας καθορίζεται κατώτατο όριο εφαρμογής της, ύψους 135000 ευρώ, για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των οποίων η εκτέλεση ανατίθεται από κεντρικές κυβερνητικές αρχές και για διαγωνισμούς μελετών που διοργανώνονται από τις εν λόγω αρχές. Με το άρθρο αυτό, περίπτωση δʹ, καθορίζεται κατώτατο όριο ύψους 750000 ευρώ για τις δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών οι οποίες αφορούν κοινωνικές και άλλες ειδικές υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XIV της ιδίας αυτής οδηγίας. Στο παράρτημα αυτό μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες εστιάσεως.

6     Το άρθρο 10 της οδηγίας 2014/24 ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών για:

[...]

ζ)     συμβάσεις απασχόλησης·

[...]».

7     Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις οι οποίες αναφέρονται στην [οδηγία 2014/24], εκτός εάν οι εν λόγω συμβάσεις εξαιρούνται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 7, 8, 9, 10, 11, 12, 15, 16, 17 και 37 της εν λόγω οδηγίας.

[...]

Οι συμβάσεις κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας περιλαμβάνουν δημόσιες συμβάσεις, συμφωνίες-πλαίσια, συμβάσεις παραχώρησης έργων, συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών και δυναμικά συστήματα αγορών.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, όσον αφορά τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της [οδηγίας 2014/24] [...], οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων [προσφυγών], υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 2 έως 2στ της παρούσας οδηγίας, λόγω του ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την ενωσιακή νομοθεσία περί διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες μεταφοράς της εν λόγω νομοθεσίας.»

8     Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 89/665 προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζει το άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου:

α)    να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης δημόσιας σύμβασης ή της εκτέλεσης οιασδήποτε απόφασης λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές·

β)    να ακυρώσουν ή να διασφαλίσουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης».

Το ελληνικό δίκαιο

9     Το άρθρο 103, παράγραφος 2, του Συντάγματος ορίζει τα εξής:

«Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου.»

10   Το άρθρο 63, παράγραφος 1, του νόμου 4430/2016 (ΦΕΚ Aʹ 205) προβλέπει τα ακόλουθα:

«Οι κεντρικές, οι αποκεντρωμένες και όλες εν γένει οι υπηρεσίες των Υπουργείων, καθώς και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που εποπτεύονται από τα Υπουργεία, με απόφαση του αρμόδιου μονομελούς ή συλλογικού οργάνου της Διοίκησής τους, δύνανται για τις ανάγκες καθαριότητας των κτιρίων της ευθύνης τους και του περιβάλλοντος χώρου αυτών, καθώς και για τις ανάγκες εστίασης, σίτισης και φύλαξής τους, να συνάπτουν ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, εφόσον δεν επαρκεί το υπάρχον προσωπικό τους και συντρέχουν απρόβλεπτες ή επείγουσες περιστάσεις. Ως τέτοιες θεωρούνται ενδεικτικώς: α) νομικό ή πραγματικό κώλυμα απρόσκοπτης παροχής των υπηρεσιών αυτών από τρίτα νομικά ή φυσικά πρόσωπα, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του αποδέκτη των υπηρεσιών αυτών, β) εξοικονόμηση δημοσιονομικής ωφέλειας που επιτυγχάνεται με τη σύναψη των συμβάσεων εργασίας του παρόντος σε σύγκριση με άλλα μέσα. Για τη συνδρομή της απρόβλεπτης ή επείγουσας περίστασης απαιτείται αιτιολογημένη κρίση των παραπάνω φορέων. Οι ως άνω συμβάσεις συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου. Οι εξαιρετικές ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου μπορούν να εφαρμοστούν μέχρι 31.12.2018.»

11   Βάσει του άρθρου 63, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, οι ως άνω συμβάσεις έχουν ανώτατη διάρκεια ισχύος τους 24 μήνες, ενώ απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

12   Κατά το άρθρο 63, παράγραφος 3, του εν λόγω νόμου, για την επιλογή των οικείων προσώπων καταρτίζεται προσωρινός πίνακας κατατάξεως, βάσει μοριοδοτήσεως αναλόγως του χρόνου ανεργίας ή της επαγγελματικής πείρας.

13   Με το άρθρο 107, παράγραφος 1, του νόμου 4461/2017 (ΦΕΚ Aʹ 38) ρυθμίζονται ειδικότερα ορισμένα ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 63 του νόμου 4430/2016 στην περίπτωση νομικών προσώπων οποιασδήποτε μορφής που υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, όσον αφορά τη μοριοδότηση υποψηφίων αναλόγως του χρόνου ανεργίας, της υπάρξεως ανηλίκων τέκνων τα οποία συντηρεί ο υποψήφιος και της επαγγελματικής πείρας.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

14   Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η αδυναμία συστάσεως οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103, παράγραφος 2, του Συντάγματος, λόγω της οικονομικής κρίσεως που πλήττει την Ελλάδα και των διεθνών δεσμεύσεων του κράτους μέλους αυτού, είχε ως αποτέλεσμα τη θέσπιση αυτοτελών νομοθετικών διατάξεων από το εν λόγω κράτος μέλος.

15   Συναφώς, ο νόμος 4430/2016 θεσπίσθηκε προκειμένου να αντιμετωπισθούν έκτακτες περιστάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «απρόβλεπτες» ή «επείγουσες», λαμβανομένης υπόψη της υπάρξεως σοβαρών δυσλειτουργιών ως προς την ανάθεση και την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων. Κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου 4430/2016, όπως παρατίθεται στην απόφαση περί παραπομπής, ο νόμος αυτός αποσκοπεί στη διασφάλιση δημοσιονομικού οφέλους που θα προκύψει από τη σημαντική ελάφρυνση του προϋπολογισμού των οικείων φορέων, στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εργαζομένων στις οικείες επιχειρήσεις και στην αντιμετώπιση των επειγουσών ή απρόβλεπτων αναγκών των αποδεκτών των υπηρεσιών, κατά τρόπο συμβατό με το Σύνταγμα και το δίκαιο της Ένωσης. Το άρθρο 63 του εν λόγω νόμου προβλέπει τη δυνατότητα των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου να συνάπτουν ατομικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την κάλυψη των αναγκών τους, μεταξύ άλλων, στους τομείς της εστιάσεως, της σιτίσεως και της καθαριότητας.

16   Με αποφάσεις που έλαβαν τον Νοέμβριο του 2016, τα διοικητικά συμβούλια του ΓΝΑ Ευαγγελισμός και του ΓΟΝΚ Άγιοι Ανάργυροι αποφάσισαν να συνάψουν ορισμένο αριθμό ατομικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, βάσει του εν λόγω άρθρου 63, προκειμένου να καλύψουν τις αντίστοιχες ανάγκες εστιάσεως, σιτίσεως και καθαριότητας στα νοσοκομεία τα οποία διαχειρίζονται.

17   Η Ανοδική Services προσέφυγε κατά των εν λόγω αποφάσεων ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα). Η εταιρία αυτή υποστηρίζει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αφορούν περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών που θα έπρεπε να αποτελούν το αντικείμενο διαλαμβανομένων στην οδηγία 2014/24 διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Επισημαίνει συναφώς ότι η αξία των συμβάσεων που αποτελούν αντικείμενο των ιδίων αυτών αποφάσεων, η οποία κυμαίνεται συγκεκριμένα μεταξύ 1894402,56 ευρώ και 2050418,16 ευρώ για 24 μήνες στην περίπτωση της αποφάσεως του ΓΝΑ Ευαγγελισμός και ανέρχεται σε ποσό 550000 ευρώ ετησίως στην περίπτωση της αποφάσεως του ΓΟΝΚ Άγιοι Ανάργυροι, υπερβαίνει τα σχετικά κατώτατα όρια εφαρμογής που καθορίζονται με το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής.

18   Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν συμβάσεις όπως οι διαλαμβανόμενες στις αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων του ΓΝΑ Ευαγγελισμός και του ΓΟΝΚ Άγιοι Ανάργυροι εμπίπτουν στην έννοια «συμβάσεις απασχόλησης», κατά το άρθρο 10, περίπτωση ζʹ, της οδηγίας 2014/24, με συνέπεια οι δημόσιες συμβάσεις με αντικείμενο τη σύναψή τους να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.

19   Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης αν το άρθρο 63 του νόμου 4430/2016, στον βαθμό που επιτρέπει τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων χωρίς να κινούνται οι διαδικασίες τις οποίες προβλέπει η οδηγία 2014/24, αντιβαίνει στις διατάξεις της οδηγίας αυτής, στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, στα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) καθώς και στις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της απαγορεύσεως των διακρίσεων, της διαφάνειας και της αναλογικότητας. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και του προϋπολογιζομένου κόστους των συμβάσεων εργασίας, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων με το ίδιο αντικείμενο θα προκαλούσε διασυνοριακό ενδιαφέρον.

20   Το εν λόγω δικαστήριο ζητεί επίσης να διευκρινισθεί αν η απόφαση δημόσιας αρχής να μην κινήσει διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με την οδηγία 2014/24, για τον λόγο ότι η επίμαχη σύμβαση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο δικαστικού ελέγχου βάσει της οδηγίας 89/665.

21   Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)  Κατά την έννοια του άρθρου 10, περίπτωση ζ', της οδηγίας 2014/24, αρκεί για τον χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως “σύμβασης απασχόλησης” ότι αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή πρέπει η σύμβαση αυτή να συνοδεύεται από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (π.χ. ως προς το είδος της εργασίας, τις συνθήκες σύναψης, τα προσόντα των υποψηφίων, τα στοιχεία της διαδικασίας επιλογής τους), ώστε η επιλογή κάθε εργαζομένου να είναι αποτέλεσμα εξατομικευμένης κρίσης και υποκειμενικής εκτίμησης της προσωπικότητάς του από τον εργοδότη;

Συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου οι οποίες καταρτίζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως ο χρόνος ανεργίας του υποψηφίου, η προηγούμενη εμπειρία ή ο αριθμός των ανήλικων τέκνων, κατόπιν ενός τυπικού ελέγχου δικαιολογητικών και μιας προκαθορισμένης μοριοδότησης των ως άνω κριτηρίων, όπως οι συμβάσεις του άρθρου 63 του νόμου 4430/2016, μπορούν να θεωρηθούν ως “συμβάσεις απασχόλησης” κατά την έννοια του άρθρου 10, περίπτωση ζ', της οδηγίας 2014/24;

2)    Κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας 2014/24 (άρθρα 1, παράγραφος 4, 18, παράγραφοι 1 και 2, 19, παράγραφος 1, 32 και 57, σε συνδυασμό με την 5η αιτιολογική σκέψη), της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα 49 και 56) και του [Χάρτη] (άρθρα 16 και 52), καθώς και των αρχών της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και της αναλογικότητας, η προσφυγή των δημοσίων αρχών σε άλλα μέσα, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων απασχόλησης, κατ’ αποκλεισμό των δημοσίων συμβάσεων, προκειμένου να εκπληρώνουν οι ίδιες υποχρεώσεις δημοσίου συμφέροντος, είναι επιτρεπτή και υπό ποιές, ενδεχομένως, προϋποθέσεις, όταν η προσφυγή αυτή δεν έχει χαρακτήρα πάγιας οργάνωσης της δημόσιας υπηρεσίας, αλλά –όπως στην περίπτωση του άρθρου 63 του νόμου 4430/2016– γίνεται για ορισμένη χρονική περίοδο και για να αντιμετωπισθούν έκτακτες περιστάσεις, καθώς και για λόγους που ανάγονται στην αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού ή τη νομιμότητα της λειτουργίας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αγορά δημοσίων συμβάσεων;

Λόγοι με το περιεχόμενο αυτό, καθώς και περιστάσεις όπως η αδυναμία απρόσκοπτης εκτέλεσης δημόσιας σύμβασης ή η επίτευξη μείζονος δημοσιονομικού οφέλους έναντι μιας δημόσιας σύμβασης, μπορούν να θεωρηθούν ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, που δικαιολογούν τη λήψη ενός μέτρου που οδηγεί σε έναν σοβαρό σε έκταση και διάρκεια περιορισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο πεδίο των δημοσίων συμβάσεων;

3)    Κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 89/665, όπως ισχύει, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της η δικαστική προστασία κατά απόφασης δημόσιας αρχής, όπως οι προσβαλλόμενες στην κύρια δίκη, για την ανάθεση σύμβασης που φέρεται ως μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24 (π.χ. ως “σύμβαση απασχόλησης”), όταν την προσφυγή ασκεί οικονομικός φορέας που θα είχε έννομο συμφέρον να του ανατεθεί όμοια δημόσια σύμβαση και ισχυρίζεται ότι παρανόμως δεν εφαρμόσθηκε η οδηγία 2014/24 υπό την αντίληψη ότι ήταν επιτρεπτή η μη εφαρμογή της;»

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

22   Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εκδικασθεί η υπόθεση κατά την ταχεία διαδικασία του άρθρου 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 2017, Ανοδική Services (C 260/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:560).

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

23   Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 10, περίπτωση ζʹ, της οδηγίας 2014/24, η έννοια «συμβάσεις απασχόλησης», κατά τη διάταξη αυτή, καταλαμβάνει συμβάσεις εργασίας όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, συγκεκριμένα δε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με πρόσωπα τα οποία επελέγησαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι ο χρόνος ανεργίας, η προηγούμενη πείρα και ο αριθμός των συντηρούμενων από τα πρόσωπα αυτά ανηλίκων τέκνων.

24   Πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι, σύμφωνα με το άρθρο 10, περίπτωση ζʹ, της οδηγίας 2014/24, οι δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με αντικείμενο τις συμβάσεις απασχόλησης εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της, η έννοια των «συμβάσεων απασχολήσεως», όπως μνημονεύεται στη συγκεκριμένη διάταξη, δεν ορίζεται από την οδηγία αυτή. Επιπλέον, η εν λόγω οδηγία ουδόλως παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών όσον αφορά τον ορισμό αυτόν.

25   Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όμως, από την επιταγή της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης προκύπτει ότι, καθόσον διάταξη του δικαίου αυτού δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών προκειμένου να προσδιορισθεί συγκεκριμένη έννοια, η έννοια αυτή πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση. Για την ερμηνεία αυτή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το γράμμα της οικείας διατάξεως, καθώς και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και ο σκοπός που επιδιώκεται με την οικεία ρύθμιση (βλ. σχετικώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Fish Legal και Shirley, C 279/12, EU:C:2013:853, σκέψη 42, καθώς και της 19ης Ιουνίου 2018, Baumeister, C 15/16, EU:C:2018:464, σκέψη 24).

26   Συναφώς, αφενός, από την αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2014/24 προκύπτει ότι η οδηγία αυτή δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναθέτουν σε τρίτους ή εν γένει σε εξωτερικούς φορείς την παροχή υπηρεσιών που επιθυμούν να παρέχουν τα ίδια ή να οργανώνουν με άλλα μέσα πλην της συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, και ότι η παροχή υπηρεσιών που βασίζεται σε νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή σε συμβάσεις απασχόλησης δεν θα πρέπει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Συνεπώς, η σύναψη συμβάσεων απασχόλησης αποτελεί για τις δημόσιες αρχές των κρατών μελών μέσο ώστε να παρέχουν οι ίδιες υπηρεσίες και, ως εκ τούτου, εξαιρείται από τις υποχρεώσεις σχετικά με τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που διαλαμβάνονται στην εν λόγω οδηγία.

27   Αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η Ανοδική Services στις γραπτές παρατηρήσεις της, η δυνατότητα αυτή των δημοσίων αρχών να καλύπτουν οι ίδιες ορισμένες από τις ανάγκες τους διά της συνάψεως συμβάσεων απασχόλησης δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις που μνημονεύονται στην τελευταία περίοδο της αιτιολογικής σκέψεως 5. Συναφώς, το γεγονός ότι στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη διευκρινίζεται, όσον αφορά τη δυνατότητα αυτή που θα έπρεπε να έχουν οι δημόσιες αρχές, ότι «αυτό μπορεί να συμβαίνει, επί παραδείγματι, με» τις υπηρεσίες που απαριθμούνται μετά τη φράση αυτή καταδεικνύει επαρκώς ότι η απαρίθμηση έχει ενδεικτικό χαρακτήρα.

28   Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η σύναψη συμβάσεως απασχόλησης δημιουργεί, ως εκ της φύσεώς της, σχέση εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη. Εντός του ευρύτερου πλαισίου του δικαίου της Ένωσης, κατά πάγια νομολογία, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σχέσεως εργασίας συνίσταται στο ότι ένα πρόσωπο παρέχει, επί ορισμένο χρονικό διάστημα, προς όφελος άλλου προσώπου και υπό τη διεύθυνσή του, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 1986, Lawrie-Blum, 66/85, EU:C:1986:284, σκέψη 17, και της 19ης Ιουλίου 2017, Abercrombie & Fitch Italia, C 143/16, EU:C:2017:566, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29   Εκ των προεκτεθέντων συνάγεται ότι η έννοια «συμβάσεις απασχόλησης», κατά το άρθρο 10, περίπτωση ζʹ, της οδηγίας 2014/24, αφορά όλες τις συμβάσεις βάσει των οποίων δημόσια αρχή προσλαμβάνει φυσικά πρόσωπα προκειμένου να παρέχει η ίδια υπηρεσίες και οι οποίες δημιουργούν σχέση εργασίας στο πλαίσιο της οποίας τα πρόσωπα αυτά παρέχουν, επί ορισμένο χρονικό διάστημα, προς όφελος της δημοσίας αρχής και υπό τη διεύθυνσή της, υπηρεσίες έναντι αμοιβής.

30   Για τον ορισμό αυτό, ο τρόπος προσλήψεως των εν λόγω προσώπων στερείται σημασίας. Ειδικότερα, μολονότι, βεβαίως, μια σχέση εργασίας μπορεί να στηρίζεται, όπως επισημαίνει η Ανοδική Services στις γραπτές παρατηρήσεις της, σε σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ουδόλως συνάγεται ότι μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται βάσει υποκειμενικών κριτηρίων ως προς τα πρόσωπα που προσλαμβάνονται, αποκλειομένων εκείνων που συνάπτονται κατόπιν επιλογής βάσει αμιγώς αντικειμενικών κριτηρίων, αποτελούν «συμβάσεις απασχόλησης», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

31   Επιπλέον, καθόσον, σύμφωνα με τον υπομνησθέντα στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως ορισμό της «σχέσεως εργασίας», ο εργαζόμενος παρέχει υπηρεσίες προς όφελος του εργοδότη του, υπό τη διεύθυνσή του και «επί ορισμένο χρονικό διάστημα», οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να εξαιρεθούν από την έννοια των «συμβάσεων απασχόλησης», κατά το άρθρο 10, περίπτωση ζʹ, της οδηγίας 2014/24, για τον λόγο ότι η διάρκεια της σχέσεως εργασίας που δημιουργούν είναι χρονικώς περιορισμένη.

32   Απόκειται εν τέλει στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, με γνώμονα τα προεκτεθέντα, αν οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης συμβάσεις αποτελούν «συμβάσεις απασχόλησης», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Ειδικότερα, όπως επισήμανε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, πρέπει να διακριβωθεί αν πρόκειται για πραγματικές ατομικές συμβάσεις εργασίας, συναφθείσες μεταξύ των εμπλεκομένων στην υπόθεση της κύριας δίκης δημόσιων νοσοκομείων και των προσλαμβανομένων προσώπων. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει από τη διαβιβασθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

33   Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 10, περίπτωση ζʹ, της οδηγίας 2014/24, η έννοια «συμβάσεις απασχόλησης», κατά τη διάταξη αυτή, καταλαμβάνει συμβάσεις εργασίας όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, συγκεκριμένα δε ατομικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με πρόσωπα τα οποία επελέγησαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι ο χρόνος ανεργίας, η προηγούμενη πείρα και ο αριθμός των συντηρούμενων από τα πρόσωπα αυτά ανηλίκων τέκνων.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

34   Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν οι διατάξεις της οδηγίας 2014/24, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της διαφάνειας και της αναλογικότητας, καθώς και τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη αντιτίθενται σε απόφαση δημοσίας αρχής να προσφύγει στη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, προκειμένου να εκπληρώσει καθήκοντα απτόμενα των υποχρεώσεών της δημοσίου συμφέροντος.

35   Πρώτον, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, διαπιστώνεται ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2014/24 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση συμβάσεων απασχόλησης όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης.

36   Όσον αφορά, δεύτερον, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, καθώς και τις αρχές του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύονται στο δεύτερο ερώτημα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και οι ειδικές εκφάνσεις της, οι οποίες συνίστανται στην απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ έχουν εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία δημόσια αρχή αναθέτει σε τρίτον την παροχή υπηρεσιών οικονομικού χαρακτήρα, αντιθέτως, το σχετικό με τις δημόσιες συμβάσεις δίκαιο της Ένωσης δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία δημόσια αρχή εκπληρώνει τα καθήκοντα δημοσίου συμφέροντος τα οποία υπέχει με τα δικά της διοικητικά, τεχνικά και λοιπά μέσα, χωρίς να απευθύνεται σε εξωτερικούς φορείς (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2005, Stadt Halle και RPL Lochau, C 26/03, EU:C:2005:5, σκέψη 48, καθώς και της 13ης Οκτωβρίου 2005, Parking Brixen, C 458/03, EU:C:2005:605, σκέψη 61).

37   Ως εκ τούτου, οι εν λόγω διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ και οι αρχές του δικαίου της Ένωσης δεν έχουν εφαρμογή υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, καθόσον τα εμπλεκόμενα στην υπόθεση αυτή δημόσια νοσοκομεία αποφάσισαν να καλύψουν τα ίδια ορισμένες από τις ανάγκες τους στο πλαίσιο της εκπληρώσεως των καθηκόντων δημοσίου συμφέροντος τα οποία υπέχουν, προσφεύγοντας στη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης.

38   Τρίτον, όσον αφορά τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη, επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του, βάσει του άρθρου του 51, παράγραφος 1, απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον οσάκις αυτά θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης. Βάσει της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, ο Χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της και δεν δημιουργεί νέες αρμοδιότητες ή νέα καθήκοντα για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που καθορίζονται στις Συνθήκες. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει, με γνώμονα τον Χάρτη, το δίκαιο της Ένωσης εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων οι οποίες έχουν απονεμηθεί σε αυτήν (απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Iida, C 40/11, EU:C:2012:691, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

39   Όπως, όμως, προκύπτει από τις σκέψεις 35 έως 37 της παρούσας αποφάσεως, οι αποφάσεις των δημόσιων νοσοκομείων να συνάψουν τις επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης συμβάσεις απασχόλησης δεν άπτονται της θέσεως σε εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51 του Χάρτη, και επομένως ο σύμφωνος χαρακτήρας των αποφάσεων αυτών με τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν πρέπει να εξετασθεί με γνώμονα τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τον Χάρτη.

40   Συνεπώς, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2014/24, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της διαφάνειας και της αναλογικότητας, καθώς και τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση αποφάσεως δημοσίας αρχής να προσφύγει στη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, προκειμένου να εκπληρώσει ορισμένα καθήκοντα απτόμενα των υποχρεώσεών της δημοσίου συμφέροντος.

Επί του τρίτου ερωτήματος

41   Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 έχει την έννοια ότι κατά της αποφάσεως αναθέτουσας αρχής να συνάψει συμβάσεις απασχόλησης με φυσικά πρόσωπα για την παροχή ορισμένων υπηρεσιών, χωρίς να κινήσει διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως σύμφωνα με την οδηγία 2014/24, για τον λόγο ότι, κατά την άποψή της, οι συμβάσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας, δύναται να ασκήσει προσφυγή οικονομικός φορέας ο οποίος θα είχε έννομο συμφέρον να του ανατεθεί δημόσια σύμβαση με αντικείμενο όμοιο εκείνου των εν λόγω συμβάσεων και ο οποίος φρονεί ότι οι συμβάσεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

42   Το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 συνεπάγεται, με τη χρήση της φράσεως «όσον αφορά τις διαδικασίες», ότι κάθε απόφαση αναθέτουσας αρχής που διέπεται από τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης περί δημοσίων συμβάσεων και η οποία ενδέχεται να τους παραβιάσει υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της ίδιας οδηγίας. Επομένως, η διάταξη αυτή αναφέρεται γενικώς στις αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής, χωρίς να διακρίνει μεταξύ των αποφάσεων αυτών αναλόγως του περιεχομένου τους ή του χρόνου εκδόσεώς τους (απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Marina del Mediterráneo κ.λπ., C 391/15, EU:C:2017:268, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

43   Αυτή η ευρεία ερμηνεία της έννοιας της «αποφάσεως» αναθέτουσας αρχής επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 δεν προβλέπει κανέναν περιορισμό ως προς τη φύση και το περιεχόμενο των αποφάσεων τις οποίες αφορά. Επιπλέον, τυχόν περιοριστική ερμηνεία της έννοιας αυτής δεν θα ήταν συμβατή με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων κατά οποιασδήποτε αποφάσεως των αναθετουσών αρχών (απόφαση της 5ης Απριλίου 2017, Marina del Mediterráneo κ.λπ., C 391/15, EU:C:2017:268, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

44   Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι συνιστά απόφαση δεκτική προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, κάθε πράξη αναθέτουσας αρχής σχετική με δημόσια σύμβαση παροχής υπηρεσιών η οποία εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24 και η οποία δύναται να έχει έννομα αποτελέσματα, ανεξαρτήτως του αν η πράξη αυτή εκδίδεται εκτός ή εντός του τυπικού πλαισίου διαδικασίας συνάψεως συμβάσεως (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2005, Stadt Halle και RPL Lochau, C 26/03, EU:C:2005:5, σκέψη 34).

45   Συναφώς, οσάκις αναθέτουσα αρχή αποφασίζει να μην κινήσει διαδικασία συνάψεως με το σκεπτικό ότι η εν λόγω σύμβαση δεν εμπίπτει, κατά την άποψή της, στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών κανόνων του δικαίου της Ένωσης, η απόφαση αυτή επιδέχεται δικαστικό έλεγχο (βλ., σχετικώς, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2005, Stadt Halle και RPL Lochau, C 26/03, EU:C:2005:5, σκέψη 33).

46   Πράγματι, η άποψη κατά την οποία η οδηγία 89/665 δεν επιτάσσει δικαστική προστασία εκτός του τυπικού πλαισίου διαδικασίας συνάψεως συμβάσεως, με συνέπεια τόσο η απόφαση της αναθέτουσας αρχής να μην κινήσει τέτοια διαδικασία όσο και η απόφαση επί του ζητήματος αν δημόσια σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών κανόνων του δικαίου της Ένωσης να μην είναι δεκτικές προσφυγής, θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει προαιρετική, εξαρτώμενη από τη βούληση κάθε αναθέτουσας αρχής, την εφαρμογή των σχετικών κανόνων του δικαίου της Ένωσης, μολονότι η εφαρμογή αυτή είναι παρά ταύτα υποχρεωτική οσάκις πληρούνται οι προβλεπόμενες από τους κανόνες αυτούς προϋποθέσεις (βλ., σχετικώς, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2005, Stadt Halle και RPL Lochau, C 26/03, EU:C:2005:5, σκέψεις 36 και 37).

47   Κατά συνέπεια, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 έχει την έννοια ότι κατά της αποφάσεως αναθέτουσας αρχής να συνάψει συμβάσεις απασχόλησης με φυσικά πρόσωπα για την παροχή ορισμένων υπηρεσιών, χωρίς να κινήσει διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως σύμφωνα με την οδηγία 2014/24, για τον λόγο ότι, κατά την άποψή της, οι συμβάσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας, δύναται να ασκήσει προσφυγή οικονομικός φορέας ο οποίος θα είχε έννομο συμφέρον να του ανατεθεί δημόσια σύμβαση με αντικείμενο όμοιο εκείνου των εν λόγω συμβάσεων και ο οποίος φρονεί ότι οι συμβάσεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

48   Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

       Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:

       1)         Κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 10, περίπτωση ζʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/2170 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, η έννοια «συμβάσεις απασχόλησης», κατά τη διάταξη αυτή, καταλαμβάνει συμβάσεις εργασίας όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, συγκεκριμένα δε ατομικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσες με πρόσωπα τα οποία επελέγησαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως είναι ο χρόνος ανεργίας, η προηγούμενη πείρα και ο αριθμός των συντηρούμενων από τα πρόσωπα αυτά ανηλίκων τέκνων.

       2)         Οι διατάξεις της οδηγίας 2014/24, όπως τροποποιήθηκε με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2015/2170, τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως, της διαφάνειας και της αναλογικότητας, καθώς και τα άρθρα 16 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση αποφάσεως δημοσίας αρχής να προσφύγει στη σύναψη συμβάσεων απασχόλησης όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, προκειμένου να εκπληρώσει ορισμένα καθήκοντα απτόμενα των υποχρεώσεών της δημοσίου συμφέροντος.

       3)         Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, έχει την έννοια ότι κατά της αποφάσεως αναθέτουσας αρχής να συνάψει συμβάσεις απασχόλησης με φυσικά πρόσωπα για την παροχή ορισμένων υπηρεσιών, χωρίς να κινήσει διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως σύμφωνα με την οδηγία 2014/24, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τον κατ ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2015/2170, για τον λόγο ότι, κατά την άποψή της, οι συμβάσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας, δύναται να ασκήσει προσφυγή οικονομικός φορέας ο οποίος θα είχε έννομο συμφέρον να του ανατεθεί δημόσια σύμβαση με αντικείμενο όμοιο εκείνου των εν λόγω συμβάσεων και ο οποίος φρονεί ότι οι συμβάσεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

       Λυκούργος

Juhász

Vajda

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Οκτωβρίου 2018.

Ο Γραμματέας

  1. A. Calot Escobar

Ο Πρόεδρος

  1. K. Lenaerts

________________________________________

( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.