Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C–338/17: «περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη»

Περίληψη: Η οδηγία 2008/94/ΕΚ περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, η οποία δεν εγγυάται τις μισθολογικές απαιτήσεις των μισθωτών των οποίων η σχέση εργασίας λύθηκε σε χρόνο προγενέστερο των τριών μηνών που προηγούνται της καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας που αφορά τον εργοδότη τους.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

Απόφαση

1     Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 151 και 153 ΣΛΕΕ, του άρθρου 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), των άρθρων 3, 4, 11 και 12 της οδηγίας 2008/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ 2008, L 283, σ. 36), καθώς και των αρχών της δικονομικής αυτονομίας, της ισοδυναμίας, της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας.

2     Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Virginie Marie Gabrielle Guigo και του Fond «Garantirani vzemania na rabotnitsite i sluzhitelite» (ταμείου εγγυημένων απαιτήσεων των εργαζομένων, Βουλγαρία), υπαγόμενου στο Natsionalen osiguritelen institut (εθνικό ίδρυμα κοινωνικής ασφαλίσεως, Βουλγαρία) (στο εξής: Ταμείο Εγγυήσεων), όσον αφορά την άρνηση εγγυήσεως της πληρωμής ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3     Η οδηγία 2008/94 κωδικοποίησε και κατήργησε την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35), όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ 2002, L 270, σ. 10).

4     Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητος, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1.»

5     Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε οι οργανισμοί εγγύησης να εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας περιλαμβανομένης όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία της καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.

Οι απαιτήσεις τις οποίες αναλαμβάνει ο οργανισμός εγγύησης είναι όσες αφορούν ανεξόφλητες αμοιβές εργασίας που αντιστοιχούν σε περίοδο που προηγείται ή/και, ενδεχομένως, έπεται μιας ημερομηνίας, την οποία προσδιορίζουν τα κράτη μέλη.»

6     Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγύησης που προβλέπεται στο άρθρο 3.

  1. 2. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας που αναφέρεται στη παράγραφο 1, καθορίζουν τη διάρκεια της περιόδου που θεμελιώνει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγύησης. Η διάρκεια αυτή δεν μπορεί, ωστόσο, να είναι μικρότερη από την περίοδο που καλύπτει την αμοιβή των τελευταίων τριών μηνών της εργασιακής σχέσης που τοποθετείται πριν ή/και μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 3 δεύτερο εδάφιο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εντάξουν αυτή την ελάχιστη περίοδο τριών μηνών σε μια περίοδο αναφοράς, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη των έξι μηνών.

Τα κράτη μέλη που προβλέπουν περίοδο αναφοράς τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών, μπορούν να περιορίσουν την περίοδο που θεμελιώνει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγύησης σε οκτώ εβδομάδες. Στην περίπτωση αυτή, για τον υπολογισμό της ελάχιστης περιόδου επιλέγονται οι χρονικές περίοδοι που είναι ευνοϊκότερες για το μισθωτό.

  1. 3. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν ανώτατα όρια για τις πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον οργανισμό εγγύησης. Τα ανώτατα αυτά όρια δεν μπορούν να είναι χαμηλότερα από ένα όριο κοινωνικώς συμβατό με τον κοινωνικό στόχο της παρούσας οδηγίας.

Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση αυτής της ευχέρειας, γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις μεθόδους με τις οποίες καθορίζουν το εν λόγω ανώτατο όριο.»

7     Το άρθρο 12 της ίδιας οδηγίας προβλέπει:

«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών:

α)    να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα που αποσκοπούν την αποτροπή καταχρήσεων·

β)    να αρνούνται ή να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής του άρθρου 3, ή την υποχρέωση εγγυήσεως του άρθρου 7, αν είναι φανερό ότι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως δεν δικαιολογείται λόγω της υπάρξεως ιδιαιτέρων δεσμών μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη και κοινά συμφέροντα που πραγματώνονται με συμπαιγνία μεταξύ τους·

γ)    να αρνούνται ή να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής που αναφέρεται στο άρθρο 3, ή την υποχρέωση εγγυήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 7, όταν ο μισθωτός κατέχει μόνος ή από κοινού με τους εγγυτέρους συγγενείς του, ένα ουσιώδες μέρος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης του εργοδότη και ασκεί σημαντική επιρροή στις δραστηριότητές του.»

Το βουλγαρικό δίκαιο

8     Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του Zakon za garantiranite vzemania na rabotnitsite i sluzhitelite pri nesastoyatelnost na rabotodatelia (νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, στο εξής: νόμος περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών):

«Οι εργαζόμενοι που είχαν ή έχουν σχέση εργασίας με τον κατά το άρθρο 2 εργοδότη μπορούν να αξιώσουν εγγυημένες απαιτήσεις κατά την έννοια του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του ποια είναι ή ήταν η διάρκεια και τα ωράρια της εν λόγω σχέσης εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω σχέση:

  1. 1. δεν λύθηκε κατά την ημερομηνία καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6·
  2. 2. λύθηκε κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων μηνών πριν από την καταχώριση στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως που διαλαμβάνεται στο άρθρο 6.»

9     Το άρθρο 6 του νόμου αυτού προβλέπει:

«Το δικαίωμα των εργαζομένων επί των εγγυημένων απαιτήσεων που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, γεννάται κατά την ημερομηνία καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως με την οποία:

  1. 1. κινείται η διαδικασία αφερεγγυότητας·
  2. 2. κινείται η διαδικασία αφερεγγυότητας και ταυτοχρόνως κηρύσσεται η αφερεγγυότητα·
  3. 3. κινείται η διαδικασία αφερεγγυότητας, διαπιστώνεται η παύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, κηρύσσεται η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και αναστέλλεται η διαδικασία λόγω ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας.»

10   Το άρθρο 25 του εν λόγω νόμου έχει ως εξής:

«Οι εγγυημένες απαιτήσεις κατά την έννοια του παρόντος νόμου γίνονται δεκτές βάσει εντύπου δηλώσεως που συμπληρώνεται σύμφωνα με το προς τούτο προβλεπόμενο υπόδειγμα και αποστέλλεται από τον εργαζόμενο στο πλησιέστερο προς την έδρα του εργοδότη τοπικό υποκατάστημα του εθνικού ιδρύματος κοινωνικής ασφαλίσεως εντός δύο μηνών από της ημερομηνίας καταχωρίσεως της δικαστικής αποφάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 6 ή από την ημερομηνία κατά την οποία οι εργαζόμενοι είχαν ενημερωθεί από τον Βούλγαρο εργοδότη για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους.»

11   Το άρθρο 358 του Kodeks na truda (εργατικού κώδικα) ορίζει:

«1)   Οι αγωγές εργατικών διαφορών ασκούνται εντός των ακόλουθων προθεσμιών:

[…]

  1. 3. εντός τριών ετών για όλες τις λοιπές εργατικές διαφορές.

2)   Οι προθεσμίες της προηγούμενης παραγράφου αρχίζουν να τρέχουν:

[…]

  1. 2. για τις λοιπές αγωγές, από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη απαιτητό το αντικείμενο της αγωγής ή από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη δυνατή η εκτέλεση. Όσον αφορά χρηματικές οφειλές, το απαιτητό τεκμαίρεται ότι υφίσταται την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει κανονικά να πραγματοποιηθεί η πληρωμή της οφειλής.

[…]»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

12   Η V. M. G. Guigo εργάσθηκε κατά το διάστημα από τις 29 Ιουνίου 2007 έως και τις 14 Μαΐου 2012 στην Evrosilex OOD, εταιρία εγκατεστημένη στη Βάρνα (Βουλγαρία).

13   Με απόφαση της 26ης Ιουνίου 2013, το Rayonen sad Varna (τοπικό δικαστήριο Βάρνας, Βουλγαρία) υποχρέωσε την Evrosilex να καταβάλει στη V. M. G. Guigo ορισμένες απαιτήσεις από καθαρές αποδοχές για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών την οποία έλαβε η V. M. G. Guigo τον Μάρτιο, τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2012, από αμοιβή για εργασία τον Μάιο του 2012 και από αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας άνευ προειδοποιήσεως, καθώς και τους νόμιμους τόκους επί όλων των απαιτήσεων.

14   Με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2013, το Okrazhen sad Varna (περιφερειακό δικαστήριο Βάρνας, Βουλγαρία) κίνησε διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της Evrosilex και κήρυξε την αφερεγγυότητά της. Η εν λόγω απόφαση καταχωρίσθηκε στο εμπορικό μητρώο την ίδια ημέρα.

15   Στις 3 Αυγούστου 2016, η V. M. G. Guigo ζήτησε από το Ταμείο Εγγυήσεων την καταβολή των απαιτήσεών της που αφορούσαν τις μη καταβληθείσες από την Evrosilex αμοιβές. Η αίτηση αυτή στηριζόταν στον νόμο περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών, στην απόφαση του Rayonen sad Varna (τοπικού δικαστηρίου Βάρνας) της 26ης Ιουνίου 2013, καθώς και στο εκδοθέν, δυνάμει της εν λόγω αποφάσεως, απόγραφο. Δεδομένου ότι το Ταμείο Εγγυήσεων δεν απάντησε εντός της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας, η V. M. G. Guigo προσέφυγε δικαστικώς κατά της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του Administrativen sad Varna (διοικητικού δικαστηρίου Βάρνας, Βουλγαρία).

16   Το Ταμείο Εγγυήσεων απέρριψε τελικώς ρητά, με απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, την αίτηση της V. M. G. Guigo βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 2, και του άρθρου 25 του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών. Η V. M. G. Guigo άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Administrativen sad Varna (διοικητικού δικαστηρίου Βάρνας).

17   Με απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2016, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε και τις δύο προσφυγές της V. M. G. Guigo κρίνοντας, αφενός, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις σχετικά με τη λύση της συμβάσεως εργασίας που καθορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών και, αφετέρου, ότι, όπως προέκυπτε από την απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, Mustafa (C 247/12, EU:C:2013:256), βάσει του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν προθεσμία τριών μηνών, όπως αυτή της κύριας δίκης, χωρίς να περιορίζουν αδικαιολόγητα το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/94.

18   Η V. M. G. Guigo άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Varhoven administrativen sad (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Βουλγαρία), που είναι το αιτούν δικαστήριο.

19   Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι η διαφορά της κύριας δίκης εγείρει το ζήτημα αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, το άρθρο 4 παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών περιορίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των άρθρων 151 και 153 ΣΛΕΕ, καθώς και των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας 2008/94, στον βαθμό που η εν λόγω εθνική διάταξη μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκλείει τη δυνατότητα διασφάλισης ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας για μισθωτό εργαζόμενο που έχει εγγυημένες απαιτήσεις.

20   Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, ειδικότερα, εάν το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει τη θέσπιση διατάξεως, όπως το άρθρο 4 παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών, η οποία, όταν ο εργοδότης κηρύσσεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας αποκλείει, και μάλιστα αυτομάτως και απολύτως, από το ευεργέτημα της ελάχιστης προστασίας τις μισθολογικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν από σχέση εργασίας η οποία λύθηκε σε χρόνο προγενέστερο των τριών μηνών. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι η οδηγία 2008/94 δεν προβλέπει τη δυνατότητα περιορισμού της κατηγορίας των προσώπων που έχουν την ιδιότητα των μισθωτών εργαζομένων και έχουν ανεξόφλητες μισθολογικές απαιτήσεις κατά του εργοδότη που κηρύχθηκε αφερέγγυος, με μόνη εξαίρεση την ειδική κατηγορία των προσώπων που αποκλείονται από την προστασία δυνάμει του τεκμηρίου του άρθρου 12 της οδηγίας αυτής.

21   Εξάλλου, το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται εάν η προθεσμία των δύο μηνών την οποία τάσσει το άρθρο 25 του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών για την υποβολή αιτήσεως πληρωμής των εγγυημένων απαιτήσεων, η οποία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της καταχώρισης στο εμπορικό μητρώο της αποφάσεως για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας των εργαζόμενων μισθωτών και μήπως η προθεσμία αυτή περιορίζει υπερβολικά την άσκηση των δικαιωμάτων που αντλούν οι εργαζόμενοι αυτοί από την οδηγία 2008/94. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, συναφώς, ότι ο εργατικός κώδικας προβλέπει προθεσμία τριών ετών για την άσκηση αγωγής με αίτημα την καταβολή των μισθολογικών απαιτήσεων, η οποία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να εξοφληθεί η οφειλή από τον εργοδότη, και ότι, μολονότι οι δύο αυτοί εθνικοί νόμοι διέπουν διαφορετικές ως εκ της φύσεώς τους καταστάσεις, επιδιώκουν εντούτοις κοινό σκοπό, δηλαδή την προστασία των μισθολογικών απαιτήσεων των μισθωτών.

22   Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, εξάλλου, ως προς τη συμβατότητα του άρθρου 25 του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών με τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 2008/94, καθώς και με τις αρχές της αναλογικότητας και της αποτελεσματικότητας, λόγω του ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αυτομάτως και χωρίς καμία δυνατότητα εκτίμησης των περιστάσεων κάθε ατομικής περιπτώσεως.

23   Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει, τέλος, ότι διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα με το άρθρο 20 του Χάρτη, της διαφορετικής μεταχείρισης που επιφυλάσσεται στους μισθωτούς που έχουν δικαίωμα προστασίας των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους, αναλόγως του αν εφαρμόζεται το άρθρο 358, παράγραφος 1, σημείο 3, του εργατικού κώδικα ή το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών, και αναλόγως του αν ο εργοδότης είναι φερέγγυος ή όχι.

24   Υπό τις συνθήκες αυτές, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)  Έχουν τα άρθρα 151 και 153 ΣΛΕΕ, καθώς και τα άρθρα 3, 4, 11 και 12 της οδηγίας [2008/94] την έννοια ότι επιτρέπουν εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του [νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών], κατά την οποία εξαιρούνται από την προστασία των ανεξόφλητων εργασιακών απαιτήσεων οι εργαζόμενοι των οποίων η σχέση εργασίας τερματίστηκε προ της καθορισμένης περιόδου των τριών μηνών που προηγούνται της καταχώρισης της αποφάσεως για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας αφορώσας την περιουσία του εργοδότη;

2)    Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Έχει η αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών, σε συνδυασμό με τις αρχές της ισοδυναμίας, της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας, στο πλαίσιο των κοινωνικών στόχων των άρθρων 151 και 153 ΣΛΕΕ και της οδηγίας [2008/94], την έννοια ότι επιτρέπει εθνική ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 25 του [νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών], κατά την οποία το δικαίωμα διεκδικήσεως και εισπράξεως των εγγυημένων απαιτήσεων αποσβέννυται μετά την πάροδο προθεσμίας δύο μηνών από την καταχώριση της αποφάσεως για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, όταν το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους περιλαμβάνει διάταξη όπως αυτή του άρθρου 358, παράγραφος 1, σημείο 3, του εργατικού κώδικα, σύμφωνα με την οποία η προθεσμία για την προβολή ανεξόφλητων εργασιακών απαιτήσεων είναι τρία έτη από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έπρεπε να ικανοποιηθεί η απαίτηση, μετά δε την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας η τυχόν καταβολή δεν θεωρείται ως πραγματοποιηθείσα άνευ νόμιμης αιτίας;

3)    Έχει το άρθρο 20 του [Χάρτη] την έννοια ότι επιτρέπει μια τέτοια διάκριση μεταξύ, αφενός, εργαζομένων με ανεξόφλητες απαιτήσεις των οποίων η σχέση εργασίας τερματίστηκε προ της καθορισμένης περιόδου των τριών μηνών που προηγείται της καταχώρισης της αποφάσεως για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας αφορώσας την περιουσία του εργοδότη και εργαζομένων των οποίων η σχέση εργασίας τερματίστηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου των τριών μηνών, και, αφετέρου, μεταξύ των εν λόγω εργαζομένων και των εργαζομένων οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 358, παράγραφος 1, σημείο 3, του εργατικού κώδικα, έχουν δικαίωμα προστασίας των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους για διάστημα τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να είχε ικανοποιηθεί η απαίτηση;

4)    Έχει το άρθρο 4, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, της οδηγίας [2008/94], και σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας, την έννοια ότι επιτρέπει διάταξη όπως αυτή του άρθρου 25 του [νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών], κατά την οποία το δικαίωμα διεκδικήσεως και εισπράξεως εγγυημένων απαιτήσεων αποσβέννυται αυτομάτως και χωρίς να παρέχεται δυνατότητα εξετάσεως των περιστάσεων κάθε ατομικής περιπτώσεως μετά την παρέλευση δύο μηνών από την καταχώριση της αποφάσεως για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

25   Εισαγωγικά, πρέπει να τονιστεί ότι, στο μέτρο που η οδηγία 2008/94 στηρίζεται στο άρθρο 137, παράγραφος 2, ΕΚ, νυν άρθρο 153 ΣΛΕΕ, και θεσπίσθηκε με σκοπό την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 151 ΣΛΕΕ, αναγκαία για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι μόνον η ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας.

26   Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η οδηγία 2008/94 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 4, παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών, η οποία δεν εγγυάται τις μισθολογικές απαιτήσεις των μισθωτών των οποίων η σχέση εργασίας λύθηκε σε χρόνο προγενέστερο των τριών μηνών που προηγούνται της καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας που αφορά τον εργοδότη τους.

27   Κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 1, η οδηγία 2008/94 εφαρμόζεται στις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών που βρίσκονται σε κατάσταση αφερεγγυότητας.

28   Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο κοινωνικός σκοπός της οδηγίας αυτής συνίσταται στο να διασφαλίσει σε όλους τους μισθωτούς μια ελάχιστη προστασία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, με την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων που απορρέουν από συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας και αφορούν τις αποδοχές συγκεκριμένης περιόδου (αποφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 2013, Gomes Viana Novo κ.λπ., C 309/12, EU:C:2013:774, σκέψη 20, καθώς και της 2ας Μαρτίου 2017, Eschenbrenner, C-496/15, EU:C:2017:152, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29   Για τον σκοπό αυτόν ακριβώς, το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι εθνικοί οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών.

30   Ωστόσο, όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, η οδηγία 2008/94 παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να περιορίσουν την υποχρέωση πληρωμής με τον καθορισμό περιόδου αναφοράς ή περιόδου εγγυήσεως και/ή ανωτάτων ορίων για τις πληρωμές (βλ., κατ’ αναλογία προς την οδηγία 80/987, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2013, Gomes Viana Novo κ.λπ., C-309/12, EU:C:2013:774, σκέψη 22, καθώς και διάταξη της 10ης Απριλίου 2014, Macedo Maia κ.λπ., C 511/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:268, σκέψη 21).

31   Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις της οδηγίας 2008/94 σχετικά με την ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη να περιορίσουν την εγγύησή τους καταδεικνύουν ότι στο σύστημα που θεσπίζει η οδηγία αυτή λαμβάνονται υπόψη οι δημοσιονομικές δυνατότητες των κρατών μελών και επιδιώκεται η οικονομική ισορροπία των αντίστοιχων οργανισμών εγγυήσεως (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2013, Gomes Viana Novo κ.λπ., C 309/12, EU:C:2013:774, σκέψη 29, καθώς και διάταξη της 10ης Απριλίου 2014, Macedo Maia κ.λπ., C 511/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:268, σκέψη 21).

32   Επομένως, αφενός, το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2008/94 προβλέπει ότι οι απαιτήσεις τις οποίες αναλαμβάνει ο οργανισμός εγγυήσεως είναι όσες αφορούν ανεξόφλητες αμοιβές εργασίας που αντιστοιχούν σε περίοδο που προηγείται ή/και, ενδεχομένως, έπεται μιας ημερομηνίας την οποία προσδιορίζουν τα κράτη μέλη.

33   Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγυήσεως του άρθρου 3 της οδηγίας αυτής. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας αυτής, καθορίζουν τη διάρκεια της περιόδου την οποία αφορά η πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγυήσεως, η οποία δεν μπορεί, ωστόσο, να είναι μικρότερη από την περίοδο που καλύπτει την αμοιβή των τελευταίων τριών μηνών της εργασιακής σχέσης, η οποία τοποθετείται πριν ή/και μετά την ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας. Οι διατάξεις αυτές παρέχουν επίσης στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εντάξουν την ελάχιστη αυτή περίοδο των τριών μηνών σε μια περίοδο αναφοράς, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη των έξι μηνών, καθώς και να προβλέψουν ότι η ελάχιστη εγγύηση αφορά μόνον οκτώ εβδομάδες, υπό την προϋπόθεση ότι η περίοδος αυτή των οκτώ εβδομάδων εντάσσεται σε μια πιο μακρά περίοδο αναφοράς, η οποία έχει διάρκεια τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2013, Gomes Viana Novo κ.λπ., C-309/12, EU:C:2013:774, σκέψη 26).

34   Επισημαίνεται ότι οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται, βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας 2008/94, ο περιορισμός της υποχρέωσης πληρωμής την οποία υπέχουν οι οργανισμοί εγγυήσεως πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 2011, van Ardennen, C-435/10, EU:C:2011:751, σκέψη 34, και της 28ης Νοεμβρίου 2013, Gomes Viana Novo κ.λπ., C-309/12, EU:C:2013:774, σκέψη 31). Εντούτοις, η συσταλτική ερμηνεία των περιπτώσεων αυτών δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται άνευ περιεχομένου η ρητώς παρεχόμενη στα κράτη μέλη ευχέρεια περιορισμού της εν λόγω υποχρέωσης πληρωμής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2013, Gomes Viana Novo κ.λπ., C 309/12, EU:C:2013:774, σκέψη 32).

35   Εν προκειμένω, βάσει ακριβώς του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2008/94, το άρθρο 6 του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών καθόρισε ως ημερομηνία αναφοράς την ημερομηνία κατά την οποία καταχωρίσθηκε στο εμπορικό μητρώο η δικαστική απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Εξάλλου, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η Δημοκρατία της Βουλγαρίας έκανε χρήση της ευχέρειας, που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, να καθορίσει περίοδο αναφοράς, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

36   Δυνάμει, όμως, του άρθρου 4, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τους οργανισμούς εγγυήσεως, στην περίπτωση που η σχέση εργασίας λύθηκε πριν από την εν λόγω ημερομηνία αναφοράς, και να την παρέχουν μόνο στους εργαζομένους των οποίων η σχέση εργασίας λύθηκε κατά τους τρεις τελευταίους μήνες πριν από την ημερομηνία αυτή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών. Πράγματι, ο αποκλεισμός των μισθωτών εργαζομένων των οποίων η σχέση εργασίας λύθηκε πριν από την περίοδο αυτή δεν θίγει την ελάχιστη προστασία που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2008/94, καθόσον οι εργαζόμενοι αυτοί δεν έχουν, έναντι του αφερέγγυου εργοδότη, ανεξόφλητες απαιτήσεις από σύμβαση εργασίας ή από σχέση εργασίας οι οποίες γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια των τριών μηνών που προηγούνται της εν λόγω ημερομηνίας αναφοράς.

37   Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2008/94 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών, η οποία δεν εγγυάται τις μισθολογικές απαιτήσεις των μισθωτών των οποίων η σχέση εργασίας λύθηκε σε χρόνο προγενέστερο των τριών μηνών που προηγούνται της καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας που αφορά τον εργοδότη τους.

Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος

38   Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα.

Επί των δικαστικών εξόδων

39   Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

       Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:

       Η οδηγία 2008/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του Zakon za garantiranite vzemania na rabotnitsite i sluzhitelite pri nesastoyatelnost na rabotodatelia (νόμου περί προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη), η οποία δεν εγγυάται τις μισθολογικές απαιτήσεις των μισθωτών των οποίων η σχέση εργασίας λύθηκε σε χρόνο προγενέστερο των τριών μηνών που προηγούνται της καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας που αφορά τον εργοδότη τους.

       (υπογραφές)

________________________________________

( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.