Σύντομος σχολιασμός της απόφασης του Συνταγματικού δικαστηρίου της Γερμανίας σχετικά με το δικαίωμα απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων, Ευφροσύνη Μπακιρτζή, Δικηγόρος, LL.M., Μ.Δ.Ε. Διεθνών Σπουδών, Υποψ. Δρ. Πανεπιστημίο Goethe Frankfurt am Main

Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας εξέδωσε στις 12 Ιουνίου 2018 μία ενδιαφέρουσα απόφαση  η οποία επιβεβαίωσε την συνταγματικότητα της απαγόρευσης απεργιακών κινητοποιήσεων των δημοσίων υπαλλήλων στη Γερμανία. Ενώπιον του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου προσέφυγαν καθηγητές διορισμένοι σε σχολεία τριών διαφορετικών ομοσπονδιακών κρατιδίων της Γερμανίας των οποίων οι προσφυγές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν την συνταγματικότητα των πειθαρχικών μέτρων που ελήφθησαν εναντίον τους εξαιτίας της συμμετοχής τους σε απεργία κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους. Οι αρμόδιες δημόσιες αρχές που επέβαλαν τις διοικητικές κυρώσεις ισχυρίστηκαν ότι η συμμετοχή των προσφευγόντων στην απεργία και η απουσία τους χωρίς άδεια από την υπηρεσία τους παραβίασαν θεμελιώδεις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το Σύνταγμα και το δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο. Ειδικότερα, οι δημόσιοι υπάλληλοι απαγορεύεται να απέχουν από την εργασία τους χωρίς προηγούμενη άδεια. Στις πρωτοβάθμιες δίκες ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν τα αντίστοιχα πειθαρχικά μέτρα χωρίς επιτυχία.

Σύντομος σχολιασμός της απόφασης του Συνταγματικού δικαστηρίου της Γερμανίας σχετικά με το δικαίωμα απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων

Ευφροσύνη Μπακιρτζή, Δικηγόρος, LL.M., Μ.Δ.Ε. Διεθνών Σπουδών, Υποψ. Δρ., Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Εργατικού Δικαίου Νομικής Σχολής, Πανεπιστημίο Goethe Frankfurt am Main

Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας εξέδωσε στις 12 Ιουνίου 2018 μία ενδιαφέρουσα απόφαση[1] η οποία επιβεβαίωσε την συνταγματικότητα της απαγόρευσης απεργιακών κινητοποιήσεων των δημοσίων υπαλλήλων στη Γερμανία.

Ενώπιον του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου προσέφυγαν καθηγητές διορισμένοι σε σχολεία τριών διαφορετικών ομοσπονδιακών κρατιδίων της Γερμανίας των οποίων οι προσφυγές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν την συνταγματικότητα των πειθαρχικών μέτρων που ελήφθησαν εναντίον τους εξαιτίας της συμμετοχής τους σε απεργία κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους. Οι αρμόδιες δημόσιες αρχές που επέβαλαν τις διοικητικές κυρώσεις ισχυρίστηκαν ότι η συμμετοχή των προσφευγόντων στην απεργία και η απουσία τους χωρίς άδεια από την υπηρεσία τους παραβίασαν θεμελιώδεις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το Σύνταγμα και το δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο. Ειδικότερα, οι δημόσιοι υπάλληλοι απαγορεύεται να απέχουν από την εργασία τους χωρίς προηγούμενη άδεια. Στις πρωτοβάθμιες δίκες ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν τα αντίστοιχα πειθαρχικά μέτρα χωρίς επιτυχία.

Η απαγόρευση συμμετοχής δημοσίων υπαλλήλων σε απεργιακές κινητοποιήσεις στη Γερμανία απορρέει από μία ανεξάρτητη παραδοσιακή θεμελιώδη αρχή που διέπει την σταδιοδρομία στον δημόσιο τομέα (Grundsätze des Berufsbeamtentums) και έχει ως βάση το Άρθρο 33(5) του Γερμανικού Συντάγματος (Grundgesetz).[2] Παρόλο που το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η εν λόγω απαγόρευση μπορεί μεν να περιορίζει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι όπως θεσπίζεται στο Άρθρο 9 του Γερμανικού Συντάγματος, αποφάνθηκε όμως ότι είναι υποχρέωση του νομοθέτη να λαμβάνει υπόψη την ιδιαιτερότητα της αρχής αυτής που διέπει το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Συνεπώς, η νομοθετική απαγόρευση συμμετοχής των δημοσίων υπαλλήλων σε απεργιακές κινητοποιήσεις κρίνεται συνταγματική.

Επίσης, έκρινε ότι η απαγόρευση συμμετοχής σε απεργιακές κινητοποιήσεις αποτελεί νόμιμο περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι υπό την έννοια του Άρθρου 11(2) β΄εδάφιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η συζήτηση σχετικά με τη συμβατότητα της απαγόρευσης συμμετοχής δημοσίων υπαλλήλων σε απεργιακές κινητοποιήσεις στη Γερμανία αναζωπυρώθηκε μετά την έκδοση δύο αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[3] με τις οποίες αναγνωρίστηκε σε δημόσιους υπαλλήλους στην Τουρκία το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι (και σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας) καθώς και το δικαίωμα στην απεργία. Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι εν λόγω αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν μπορούν να έχουν αντίκτυπο στην απαγόρευση συμμετοχής δημοσίων υπαλλήλων σε απεργιακές κινητοποιήσεις στη Γερμανία λόγω των εθνικών ιδιαιτεροτήτων του Γερμανικού δημοσιουπαλληλικού συστήματος και του νομικού καθεστώτος των διορισμένων/μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων.[4]

Με απόφασή του τον Φεβρουάριο του 2014, το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο (Bundesverwaltungsgericht) είχε επίσης δικαιολογήσει την απαγόρευση συμμετοχής σε απεργιακές κινητοποιήσεις σε όλους τους δημόσιους υπαλλήλους ανεξαρτήτως του τομέα αρμοδιοτήτων τους.[5] Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί σε μία περίοδο κατά την οποία φλέγον θέμα αποτελούσαν οι αυξήσεις (ή μη) των αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων. Προκειμένου να γίνει καλύτερα κατανοητή η εν λόγω απόφαση, πρέπει να ληφθεί υπόψη η πολιτική διαμάχη εκείνο το χρονικό διάστημα σχετικά με τις περικοπές και πάγωμα των μισθών στον δημόσιο τομέα η οποία είχε επιταθεί με την αδυναμία ικανοποίησης των μισθολογικών διεκδικήσεων των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της απεργίας. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το καθεστώς εργασίας στα δημόσια σχολεία της Γερμανίας παρουσιάζει διαφοροποιήσεις. Δεν είναι όλοι οι δάσκαλοι/καθηγητές διορισμένοι στο δημόσιο, αλλά πολλοί από αυτούς απασχολούνται με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και συνήθως με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι οι δάσκαλοι/καθηγητές με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου έχουν δικαίωμα στην απεργία και μπορούν με αυτόν τον τρόπο να χρησιμοποιήσουν την απεργία ως μέσον για την προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων τους.

Η παρούσα σχολιαζόμενη απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ακολουθεί την προηγούμενη πάγια νομολογία σχετικά με την μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων η οποία βασίζεται μεταξύ άλλων στην λεγόμενη Alimentationsprinzip επιβεβαιώνοντας την απαγόρευση συμμετοχής των δημοσίων υπαλλήλων σε απεργιακές κινητοποιήσεις.[6] Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή οι αμοιβές και συντάξεις πρέπει να διασφαλίζουν ότι τόσο στους ίδιους τους δημοσίους υπαλλήλους όσο και στις οικογένειές τους παρέχονται μέσα διαβίωσης ανάλογα του βαθμού, της σπουδαιότητας και της υπευθυνότητας της θέσης-υπηρεσίας τους. Η αρχή αυτή βασίζεται στο επιχείρημα ότι επιτρέπει στους δημοσίους υπαλλήλους να αφοσιωθούν πλήρως στα καθήκοντά τους εξαιτίας της οικονομικής τους ανεξαρτησίας.

Επιπλέον, γίνεται μνεία στο διατακτικό της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι η επιλεκτική άρση της απαγόρευσης απεργίας για ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων θα μπορούσε να διακυβεύσει το υπάρχον καθεστώς της σταδιοδρομίας στον δημόσιο τομέα (bestehende Ordnung des Berufsbeamtentums)[7] και να επηρεάσει τις θεμελιώδεις αρχές όπως αυτές κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα διαστρεβλώνοντας τις αντιλήψεις σχετικά με το δημοσιοϋπαλληλικό καθεστώς και τους κανονισμούς περί αυτού. Σε περίπτωση αναγνώρισης του δικαιώματος της απεργίας θα ήταν απαραίτητες ριζικές αλλαγές στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και δεν θα ήταν πλέον αποτελεσματική η ρύθμιση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων δια του νόμου. Αν οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μέσω εργατικών διαφορών, δεν θα μπορούσαν οι δημόσιοι υπάλληλοι να επικαλεστούν την αρχή Alimentationsprinzip, όπως αναλύθηκε προηγουμένως, ενώπιον των δικαστηρίων.     

Εντούτοις, δεν έλειψαν οι αντιδράσεις στην εν λόγω απόφαση, ιδιαιτέρως από τη συνδικαλιστική οργάνωση Gewerkschaft Erziehung und Wissenschaft η οποία εξετάζει τη δυνατότητα προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.[8]

[1] BVerfG Urt. v. 12.6.2018 – 2 BvR 1738/12, 2 BvR 1395/13, 2 BvR 1068/14, 2 BvR 646/15. Διαθέσιμη στην ιστοσελίδα: https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Entscheidungen/DE/2018/06/rs20180612_2bvr173812.html.

[2] B Waas, The Right to Strike in Germany, in B Waas, The Right to Strike: A Comparative View (2014, Kluwer Law International) σελ. 245.

[3] ECHR της 21ης Απριλίου 2009 – 68959/01 Enerji Yapi-Yol Sen κατά Τουρκίας και ECHR της 12ης Νοεμβρίου 2008 – 34503/97 Demir and Baykara κατά Τουρκίας.

[4] Σκέψη 176 της απόφασης.

[5] Urteil vom 27.02.2014 - 2 C 1.13.

[6] Σκέψη 123 της απόφασης. Βλ. Επίσης παρατηρήσεις στην απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου από τον Προεδρ. Δικαστή Dr. Martin Stuttmann δημοσιευμένες στο BVerfG: Streikverbot für Beamte verfassungsgemäß (NVwZ 2018, 1121).

[7] Σκέψη 152 της απόφασης.

[8] ‚GEW prüft Gang nach Straßburg‘: https://www.gew.de/aktuelles/detailseite/neuigkeiten/gew-prueft-gang-nach-strassburg/.