Άρειος Πάγος 1373/2017: «Αλληλοβοηθητικά Ταμεία - Περιορισμοί στην σύνταξη όταν οι συνταξιούχοι αναλαμβάνουν εργασία»

Περίληψη: Τα Αλληλοβοηθητικά Ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως και λειτουργούν ως σωματεία – Τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το Ταμείο. Οι όροι αποχωρήσεως που καθορίζονται στο Καταστατικό δεν μπορούν να αποκλείουν ή να δυσχεραίνουν την αποχώρηση – Τα συσταθέντα μέχρι 17-10-1990 Αλληλοβοηθητικά Ταμεία εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις – Η σύσταση των Αλληλοβοηθητικών Ταμείων ήταν ελεύθερη κατ’ άρθρ. 12 του Συντάγματος, μη περιοριζόμενη από το άρθρο 22 παρ. 2 που αναφέρεται μόνον στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση – Η διατήρηση ή αναστολή του χορηγηθέντος μετά από την αποχώρηση από την υπηρεσία στους δικαιούχους οι οποίοι προσελήφθησαν σε άλλο εργοδότη βοηθήματος διέπεται από τις καταστατικές διατάξεις, οι οποίες δεν συνιστούν κανόνες δικαίου, αφού το καταστατικό του Σωματείου συνιστά δικαιοπραξία, διεπόμενη από τον Αστικό Κώδικα – Η αναστολή της καταβολής συντάξεων ή βοηθημάτων σε περίπτωση αναλήψεως εργασίας αποτελεί θεμιτή πρόβλεψη δικαιοκοινωνικής πολιτικής, με απώτερο σκοπό τον περιορισμό της απασχολήσεως των συνταξιούχων προς όφελος της απασχολήσεως των νέων – Η ανάληψη εργασίας από συνταξιούχο συνοδεύεται πάντοτε από περιορισμούς στο συνταξιοδοτικό δικαίωμα – Κρίση του Εφετείου ότι δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αναστολής του βοηθήματος και ότι δεν απαιτείται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ – Η διάταξη του Καταστατικού του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ περί αναστολής καταβολής του βοηθήματος σε περίπτωση αναλήψεως εργασίας σε εργοδότη που έχει προσχωρήσει στο Καταστατικό αυτό δεν είναι άκυρη, ούτε παραβιάζει τις διατάξεις του Αστικού Κώδικος και του Συντάγματος.

 

Αρειου Πάγου 1373/2017:

(...) 2. Με τα άρθρα 21 του Ν. 281/14 «περί σωματείων» και 33 - 39 του ΒΔ της 15/20-5-20 «περί επαγγελματικών σωματείων» ρυθμίζεται η ίδρυση Αλληλοβοηθητικών Ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένο αυτοτελή κλάδο ή κεφάλαιο, χωρίς νομική προσωπικότητα, σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου. Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 12 β’ Εισ.Ν. ΑΚ, καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του ΝΔ 42/74 «περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων», ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/76 «περί επαγγελματικών σωματείων κ.λπ.», κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του Ν. 1264/82 «για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λπ.». Έτσι, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου (Ν. 1264/82), κατά την οποία σκοπός της συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών και κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς να ασκούν εξουσία και λειτουργούν ως σωματεία. Επομένως έχει επ’ αυτών εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87 εδ. α του ΑΚ, η οποία, συμπορευόμενη με την όμοια κατά βάση διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του ΒΔ της 15/20-5-1920, (που ορίζει ότι «μέλος επαγγελματικού σωματείου, διατηρούντος Ταμείον Αλληλοβοηθητικόν αποχωρούν, έχει ακέραια τα δικαιώματα επί του Ταμείου, εφόσον έχει εισφέρει εις αυτό και συμμορφώνεται προς τας διατάξεις του Καταστατικού αυτού, το οποίον καθορίζει τα της τοιαύτης περιπτώσεως»), ορίζει ότι τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το σωματείο. Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου και, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας, οι όροι αποχωρήσεως των μελών του σωματείου, που καθορίζει το καταστατικό του (κατά το άρθρο 80 αριθμ. 2 ΑΚ), δεν μπορούν να αποκλείουν ή να δυσχεραίνουν την αποχώρηση αυτή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 997/79 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του Ν. 1902/90, «στην ασφάλιση του ταμείου (ΙΚΑ - ΤΕΑΜ) υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτού και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού που λειτουργούν με την μορφή ΝΠΔΔ. Κατ’ εξαίρεση τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σ’ αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ». Η διάταξη δε του άρθρου 7 του ΝΔ 4402/61, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1405/83, ορίζει στην παρ. 1, ότι οι διατάξεις του διατάγματος αυτού, όπως και εκείνη του άρθρου 2, που καθιστά υπό προϋποθέσεις υπόχρεο τον τελευταίο ασφαλιστικό οργανισμό για την καταβολή της συντάξεως, εφαρμόζονται ανάλογα και για την ασφάλιση στους οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως στις περιπτώσεις διαδοχικής υπαγωγής σε περισσότερους από ένα από αυτούς, στη δε παρ. 2, ότι για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου οργανισμοί επικουρικής ασφαλίσεως θεωρούνται όλα τα ΝΠΔΔ που χορηγούν περιοδικές παροχές, βοηθήματα ή μερίσματα, ως και κάθε άλλος οργανισμός που χορηγεί τέτοιες παροχές, ανεξάρτητα από την ονομασία και τη νομική του μορφή, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από τις εισφορές των εργαζομένων. Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων προκύπτει ότι τα συσταθέντα μέχρι την 17-10-1990 αλληλοβοηθητικά ταμεία εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις. Η σύσταση δε αυτών ήταν ελεύθερη, βάσει του άρθρου 12 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα των Ελλήνων να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τα έναντι των οποίων δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών τους καθορίζονται δικαιοπρακτικώς με το καταστατικό τους, και δεν περιορίζεται από το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, που αναφέρεται μόνο στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, την οποία και εξαιρεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία (Ολ. ΣτΕ 5024/87). Εκ τούτου παρέπεται ότι εξακολουθεί να είναι ισχυρή και έγκυρη διάταξη του καταστατικού ενός τέτοιου ταμείου αλληλοβοήθειας, η οποία συμπορευόμενη και προς την εξακολουθούσα να ισχύει ειδική διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του ΒΔ της 15/20-5-1920, με την οποία χορηγείται στα μέλη του το προβλεπόμενο από το καταστατικό του βοήθημα, μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία και τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων που τάσσονται προς τούτο, και στην περίπτωση που μεταγενέστερα τα μέλη του προσληφθούν από άλλο εργοδότη και επιλέξουν νέο φορέα επικουρικής ασφάλισης. Και στην περίπτωση όμως αυτή, η διατήρηση ή αναστολή του χορηγηθέντος επιδόματος διέπεται από τις καταστατικές διατάξεις του αλληλοβοηθητικού ταμείου, οι οποίες δεν συνιστούν κανόνες δικαίου, αφού το καταστατικό του σωματείου σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, αποτελεί δικαιοπραξία (ΑΠ 548/12 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 706/91 ΕλλΔνη 34,46).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Ειδικότερα, το Καταστατικό του αναιρεσείοντος σωματείου, όπως άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα, και οποιουδήποτε άλλου σωματείου, αποτελεί σύμβαση και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεών του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως. Γι’ αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων. Υπό την προϋπόθεση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους (...)

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προσελήφθη την 1-12-1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την Τράπεζα Εργασίας ΑΕ, που είναι μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 του καταστατικού του εναγομένου ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ τράπεζες, και συνεπώς το εργαζόμενο σε αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προσωπικό της, για την επικουρική του ασφάλιση ήταν ασφαλισμένο στο εναγόμενο αλληλοβοηθητικό ταμείο, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους του καταστατικού του, μετά την υποβολή σχετικής αιτήσεώς του προς το ΔΣ του. Η ενάγουσα από της προσλήψεώς της υπήχθη στην ασφάλιση του ΙΚΑ ως κυρίου φορέα ασφάλισης και μετά από την υποβολή σχετικής αιτήσεώς της και έγκριση αυτής, έγινε μέλος του εναγομένου σωματείου και ασφαλίσθηκε για την επικουρική ασφάλισή της σε αυτό. Μεταγενέστερα, το έτος 2000, η ανωτέρω εργοδότρια της ενάγουσας ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, η οποία κατέστη καθολική διάδοχος της πρώτης, και σε αυτήν συνέχισε να παρέχει η ενάγουσα τις υπηρεσίες της μέχρι την 31-12-2005, οπότε και αποχώρησε, αφού υπέβαλε την παραίτησή της. Παράλληλα, με την από 12-1-2006 αίτησή της προς το εναγόμενο, αφού του γνωστοποίησε την ως άνω παραίτησή της, ζήτησε την καταβολή του επικουρικού βοηθήματος, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του καταστατικού του εναγομένου, τις οποίες δήλωσε ότι γνωρίζει και αποδέχεται ανεπιφύλακτα. Μάλιστα, κατέθεσε ταυτόχρονα με την παραπάνω αίτηση και την από 12-1-2006 υπεύθυνη δήλωσή της, κατά το άρθρο 32 παρ. 3 του καταστατικού του εναγομένου, βεβαιώνοντας ότι μετά την αποχώρησή της από την παραπάνω τράπεζα δεν εργάζεται σε τράπεζα ή όμιλο τραπεζών, το προσωπικό των οποίων ασφαλίζεται στο εναγόμενο, ότι σε περίπτωση που αναλάβει εργασία σε κάποια από τις αναφερόμενες στην ίδια δήλωση τράπεζες, οφείλει να ενημερώσει αμέσως το εναγόμενο και ότι δεν εργάζεται σε οποιοδήποτε άλλο εργοδότη. Κατά συνέπεια, επειδή η ενάγουσα είχε συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις, εγκρίθηκε η ανωτέρω αίτησή της και με την από 14-4-2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου χορηγήθηκε σε αυτήν το αναλογούν μηνιαίο επικουρικό βοήθημα αναδρομικά από 1-1-2006. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13, 21, 28 και 32 του καταστατικού του εναγομένου, οι βοηθηματούχοι αυτού έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν κάθε χρόνο υπεύθυνη δήλωση με τα στοιχεία τους, δηλώνοντας, μεταξύ άλλων, εάν εργάζονται. Η ενάγουσα, μετά από τις σχετικές υπενθυμίσεις που έγιναν σ’ αυτήν με τις από 22-1-2007 και 21-2-2007 επιστολές του εναγομένου, υπέβαλε στο τελευταίο την από 21-2-2007 υπεύθυνη δήλωσή της, στην οποία δήλωνε ότι εργάζεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από 1-3-2006 στην Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, της οποίας όμως το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό ασφαλίζεται στο εναγόμενο, σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού του, μετά υποβολή σχετικής αιτήσεώς του ―κατ’ ελεύθερη επιλογή, έχοντας προς τούτο δικαίωμα και όχι υποχρέωση― προς το ΔΣ του εναγομένου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1α και β του καταστατικού του. Προς τούτο, το εναγόμενο, με την από 12-4-2007 απόφαση του ΔΣ του αποφάσισε την αναστολή αναδρομικά από 1-3-2006 της καταβολής του επικουρικού βοηθήματος στην ενάγουσα, επικαλούμενο το άρθρο 32 παρ. 3 περ. β’ του καταστατικού του. Το άρθρο αυτό του καταστατικού του εναγομένου ορίζει ότι «Επίσης αναστέλλεται το δικαίωμα βοηθήματος, εφόσον ο άμεσα βοηθηματούχος ήθελε αναλάβει εκ νέου εργασία ή υπηρεσία σε εργοδότη, το προσωπικό του οποίου ασφαλίζεται στο Ταμείο». Κατά τα προεκτεθέντα, για την ενάγουσα συντρέχουν οι αναφερόμενοι στο άρθρο αυτό όροι για την αναστολή του επικουρικού βοηθήματος που της χορήγησε το εναγόμενο, καθόσον αυτή, όντας άμεση βοηθηματούχος του εναγομένου, ανέλαβε εκ νέου εργασία σε εργοδότρια τράπεζα, της οποίας το προσωπικό ασφαλίζεται (έστω εν μέρει, εφόσον δεν είναι υποχρεωτικό), κατά τα ανωτέρω, στο εναγόμενο ταμείο, χωρίς η διάταξη αυτή να εφαρμόζεται, όπως αβασίμως η ενάγουσα διατείνεται, μόνο στη μη συντρέχουσα εν προκειμένω περίπτωση που το σύνολο του προσωπικού του νέου εργοδότη του άμεσου βοηθηματούχου έχει ασφαλισθεί στο εναγόμενο ταμείο. Τέλος, η περιγραφόμενη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου ταμείου (έγκριση της αίτησης και χορήγηση του βοηθήματος), καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, το οποίο άλλωστε ήταν πολύ μικρό από τη λήψη της απόφασης (καταβολή του βοηθήματος για λιγότερο από 1 1/2 έτος), δεν μπορούσε να δημιουργήσει στην ενάγουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, οπότε, η μεταγενέστερη άσκηση αυτού δεν υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού».

Με βάση τις ως άνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας είναι κατ’ ουσία αβάσιμη τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση και απέρριψε την έφεση της ενάγουσας. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς: α) Ότι αυτό δεν διεπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας και εντεύθεν αμφιβολίας ή κενού περί του εάν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 παρ. 3 περ. β του καταστατικού του εναγομένου, με βάση την οποία ελήφθη το έτος 2007 η απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου σύμφωνα με την οποία ανεστάλη από 1-5-2007 το χορηγηθέν στην ενάγουσα βοήθημα που παρέχει, σύμφωνα με το καταστατικό του, στα μέλη του ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, γεγονός που και η αναιρεσείουσα ομολογεί με το δικόγραφο της αναίρεσης και β) Δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 86, 87 εδ. α, 89, 174, και 180 του ΑΚ και των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος κατά την εξέταση του κύρους της διάταξης του άρθρου 32 παρ. 3 εδ. β του ισχύοντος κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής καταστατικού του αναιρεσιβλήτου. Η αναιρεσιβαλλόμενη ορθά εφήρμοσε τις διατάξεις του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου, το οποίο καταστατικό αποτελεί δικαιοπραξία - σύμβαση, δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεών του δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 1 λόγο αναιρέσεως (σχ. ΑΠ 548/12) με συνέπεια και η τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεών του να μην ελέγχεται αναιρετικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παραβίαση όμως τέτοια στην κρινόμενη υπόθεση κατά τα ανωτέρω δεν υφίσταται.

Σημειώνεται ότι η αναστολή της καταβολής συντάξεων ή βοηθημάτων σε περίπτωση ανάληψης εργασίας αποτελεί θεμιτή πρόβλεψη δικαιοκοινωνικής πολιτικής με απώτερο σκοπό τον περιορισμό της απασχόλησης των συνταξιούχων προς όφελος της απασχόλησης των νέων. Σε γενικές γραμμές, η συνταξιοδοτική παροχή έχει ως στόχο της την αναπλήρωση του εισοδήματος, που χάνεται με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος και την παύση της επαγγελματικής δραστηριοποίησης του ασφαλισμένου. Για το λόγο αυτό η ανάληψη εργασίας από συνταξιούχο, δηλαδή η παράλληλη λήψη τόσο της σύνταξης όσο και των αποδοχών από την απασχόληση, πάντοτε συνοδεύεται από περιορισμούς του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Τούτο είναι συνεπές αφενός προς τη φύση του ιδρυτικού άρθρου 1 του καταστατικού του εναγομένου σωματείου, του οποίου σκοπός είναι η χορήγηση μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος στους ασφαλισμένους που είναι μέλη του και αποχωρούν από την υπηρεσία ως οικονομική ενίσχυση (για την αντιμετώπιση αναγκών που δεν καλύπτονται με άλλο τρόπο και όχι αφορμή πλουτισμού ή ανισοτήτων) και αφ’ ετέρου προς διασφάλιση της βιωσιμότητας των αλληλοβοηθητικών φορέων που κατά βάση χρηματοδοτούνται από τις εισφορές των μελών τους (ΑΠ 268/17). Σε όλους τους φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, προβλέπεται η αναστολή καταβολής συντάξεων ή βοηθημάτων σε περίπτωση ανάληψης εργασίας από συνταξιούχο, ως θεμιτό μέτρο κοινωνικής πολιτικής. Προϋπόθεση της αναστολής μπορεί να είναι είτε η άσκηση ορισμένης απασχόλησης ή επαγγέλματος που ασφαλίζεται στο φορέα που χορήγησε τη σύνταξη, όπως π.χ. προβλέπεται για τους συνταξιούχους του Δημοσίου, των οποίων η σύνταξη αναστέλλεται, όταν υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του δημόσιου τομέα (άρθρο 58 παρ. 1 και 2 ΠΔ 166/00) ή ένα ανώτατο ύψος αποδοχών, όπως για τους συνταξιούχους φορέων κυρίας ασφάλισης μισθωτών κατ’ άρθρο 63 Ν. 2676/99. Στην προκειμένη περίπτωση η αληθινή έννοια, χωρίς να χρήζει ερμηνείας, της διατάξεως του άρθρου 32 παρ. 3 β του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου περί αναστολής της χορήγησης του μηνιαίου βοηθήματος στο βοηθηματούχο, είναι, ότι αποκλειστικό κριτήριο για την αναστολή αυτή είναι η ανάληψη εργασίας, που συνεπάγεται ασφάλιση στο ΤΑΠΙΛΤ - ΑΤ, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του αρθρ. 2 παρ. 1α του καταστατικού. Συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 32 παρ. 3β του καταστατικού του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ κατά την οποία η καταβολή του βοηθήματος αναστέλλεται σε κάθε περίπτωση που ο βοηθηματούχος αναλάβει εκ νέου εργασία σε εργοδότη, ο οποίος από κοινού με το προσωπικό του μέσω του Συλλόγου του τελευταίου έχει προσχωρήσει στο ως άνω καταστατικό του ΤΑΠΙΛΤ-ΑΤ κατά το άρθρο 2 παρ. 1α αυτού, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση της αναιρεσείουσας, δεν είναι άκυρη ούτε και παραβιάζει τις διατάξεις του ΑΚ και του Συντάγματος που αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης και προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.