Άρειος Πάγος 10/2018: «Όμιλος επιχειρήσεων και μεταφορά εργαζομένου σε άλλη εταιρία του ομίλου»

Περίληψη: Έννοια «επιχείρησης» και «εκμετάλλευσης» – Ο όμιλος επιχειρήσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενιαίος εργοδότης ώστε να δημιουργείται ευθύνη όλων των εταιριών έναντι των διαφόρων μισθωτών που απασχολούνται σε κάθε μία από τις εταιρίες αυτές – Μητρική και θυγατρική επιχείρηση, συνδεδεμένες κατά Ν. 2190/20, χωρίς όμως στενή συγκεντρωτική δόμηση, ούτε αυστηρώς εξουσιαστική σχέση και εξάρτηση ώστε να εξοβελίζεται κάθε δυνατότητα επιχειρηματικής πρωτοβουλίας της θυγατρικής από την μητρική – Άσκηση από την θυγατρική αυτοτελούς εμπορικής δραστηριότητος και δράσεως για λογαριασμό της με ανάπτυξη επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και με λογιστική, ταμιακή και γενικώς οικονομική αυτοτέλεια, και άσκηση των διευθυντικών εξουσιών και του διευθυντικού ελέγχου στο προσωπικό της και με ανάληψη του εργοδοτικού κινδύνου.

Αρείου Πάγου 10/2018

[…] Περαιτέρω, κατά την εννοιολογική διατύπωση της σύμβασης εργασίας, όπως αυτή συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ και μέσω των δύο βασικών και κυρίων υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή, ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο στον εργοδότη και ο εργοδότης καταβάλλει το συμφωνημένο μισθό. Γενικός νομοθετικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν υπάρχει. Από το συνδυασμό όμως της ρηθείσας διατάξεως του άρθρου 648 και των διατάξεων των άρθρων 651, 652 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή και όχι απαραιτήτως το πρόσωπο το οποίο προέβη στην πρόσληψή του. Συνήθως αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχειρήσεως προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. Εάν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο εκείνο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία, αυτός δε είναι ο φορέας της επιχειρήσεως, και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως (ΑΠ 1290/10, 873/09). Εξάλλου, στην ημεδαπή έννομη τάξη, δεν προσδιορίζεται από το νόμο η έννοια της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, (η οποία δεν διευκρινίζεται ούτε στο κείμενο των σχετικών Οδηγιών, όπου αναφέρεται μόνο ο όρος «επιχείρηση» ως νομική έννοια του κοινοτικού δικαίου, (απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση Rockfon σκέψη 25). Νοείται όμως ως επιχείρηση η περί το πρόσωπο του φορέα της οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας προς επιδίωξη κέρδους, ενώ εκμετάλλευση νοείται κάθε οργανωμένη οικονομική μονάδα που αποβλέπει στην επίτευξη τεχνικού, επιστημονικού ή παραγωγικού σκοπού. Όταν η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα, οι έννοιες της επιχειρήσεως και εκμεταλλεύσεως συμπίπτουν, ενώ, εάν είναι οργανωμένη κατά μη συγκεντρωτικό τρόπο σε κλάδους παραγωγής, οι έννοιες μπορεί να διαχωρίζονται και η επιχείρηση μπορεί να αποτελείται από περισσότερες χωριστές εκμεταλλεύσεις, ανά μία έκαστη και με λειτουργική (διοικητική), οικονομική και νομική αυτοτέλεια, όπως συμβαίνει με τις θυγατρικές εταιρίες. Τούτο δεν αναιρείται από το αν σε τελικό στάδιο επέρχεται συνένωση αποτελεσμάτων σε ενιαίο λογαριασμό κερδών και ζημιών στο επίπεδο της επιχειρήσεως ή μητρικής επιχειρήσεως (Ολ. ΑΠ 36/05). Περαιτέρω, ο όμιλος εταιριών (βλ. άρθρο 42ε παρ. 5 Ν. 2190/20 και οδηγία 94-145/ΕΚ του Συμβουλίου της 22-9-1994) χαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση, δηλ. κοινά οικονομικά συμφέροντα. Ενώ συντίθεται από πολλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα, αποτελεί μια οικονομική ενότητα. Ο όμιλος εταιριών κατά το ελληνικό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί, όμως, ενιαίος εργοδότης, έτσι που για διάφορα δικαιώματα του μισθωτού (μισθοί, αποζημιώσεις κλπ) να είναι υπεύθυνες όλες οι εταιρίες ανεξαρτήτως του ποια εταιρία τον απασχολεί σε κάθε συγκεκριμένη χρονική στιγμή (ΑΠ 650/82). Έτσι, επί ομίλου εταιριών, που έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στην περίπτωση που η σύμβαση εργασίας του μισθωτού καταρτίστηκε με μία από τις εταιρίες του ομίλου και η αξιοποίηση της εργασίας του γίνεται και από άλλες εταιρίες του ίδιου ομίλου, εργοδότης παραμένει η αντισυμβαλλόμενη του μισθωτού εταιρία, η οποία ασκεί διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας του και ευθύνεται για την πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών του (ΑΠ 1222/03) Το Εφετείο δέχθηκε ότι, η εναγομένη και η … ΑΕ (μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών της στις 19-12-2007), ήταν «συνδεδεμένες» επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 42 ε Ν. 2190/20 και η δεύτερη ήταν θυγατρική της πρώτης, όπως συνομολογεί και η εναγομένη, πλην όμως δεν υφίστατο στενή συγκεντρωτική δόμηση, ούτε αυστηρά εξουσιαστική σχέση και εξάρτηση με εξοβελισμό κάθε δυνατότητας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας της θυγατρικής από τη μητρική, καθόσον η … ΑΕ ασκούσε σύμφωνα με τον ειδικό και διακριτό σκοπό του καταστατικού της αυτοτελή εμπορική δραστηριότητα και δράση, ανεξάρτητη αυτή της εναγομένης, συναλλασσόμενη στο όνομά της, για λογαριασμό της και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και προώθηση των εμπορικών, οικονομικών της στόχων, αναπτύσσοντας προς τούτο επιχειρηματική πρωτοβουλία, επεκτείνοντας τη δράση της σε εξειδικευμένα εμπορικά προϊόντα, έχοντας διακριτή διοίκηση και εκπροσώπηση, δική της οργανωτική δομή, επιχειρησιακό σχέδιο, εταιρική περιουσία, λογιστική, ταμιακή και γενικότερα οικονομική αυτοτέλεια, φέροντας η ίδια τις επιχειρηματικές δαπάνες και τον επιχειρηματικό κίνδυνο και ασκώντας η ίδια τις διευθυντικές εξουσίες και το διευθυντικό έλεγχο στο προσωπικό που απασχολούσε προς εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων, επωφελούμενη αυτή από την εργασία τους και φέροντας αυτή τον εργοδοτικό κίνδυνο. Ότι, τα ανωτέρω, ουδόλως αναιρούνται από τα αναφερόμενα από τους ενάγοντες περιστατικά περί υπάρξεως κοινής έδρας, κοινού πελατολογίου, παρόμοιας επωνυμίας, τοποθετήσεως στελεχών της εναγομένης σε θέσεις του ΔΣ της … ΑΕ, στελέχωσης της τελευταίας κυρίως από υπαλλήλους της εναγομένης σε διευθυντικές θέσεις, εξουσιοδοτήσεως του Προέδρου του … να φροντίσει για τη λειτουργία και στελέχωση της … ΑΕ, κοινών παροχών - ευργετημάτων, κοινής ασφαλίσεως στο …, κοινής εκπαιδεύσεως και περί επιβραβεύσεως των εργαζομένων της … ΑΕ από τον Πρόεδρο του …, καθόσον όλα αυτά επιβεβαιώνουν μόνο την πράγματι μεταξύ της εναγομένης και της … ΑΕ υφιστάμενη νομική και οικονομική σχέση που τις συνέδεε ως μητρική και θυγατρική του ίδιου ομίλου επιχειρήσεις αντίστοιχα και ουδόλως καταδεικνύουν στενή συγκεντρωτική δόμηση και αυστηρά εξουσιαστική εξάρτηση έως την πλήρη εξουδετέρωση κάθε δυνατότητας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας της … ΑΕ, η οποία εντελώς αντίθετα είχε διαρθρωθεί και αναπτυχθεί με σημαντική διάκριση, αυτοτέλεια και αυτονομία έναντι της εναγομένης και εξαιτίας της αυτοτελούς και ανεξάρτητης οικονομικής επιχειρηματικής και οργανωτικής της ανάπτυξης και πορείας κατέστη αντικείμενο, αυτοτελούς και ανεξαρτήτου της εναγομένης, επενδυτικού ενδιαφέροντος και μεταβιβάστηκε κατόπιν πωλήσεως των μετοχών της σε άλλο επιχειρηματία. Ότι, στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, όλα τα ανωτέρω που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν ειδικότερο δεσμό ανάμεσα στους εργαζόμενους της … ΑΕ και στην εναγομένη, πέραν της ιδιότητας ως μητρικής της θυγατρικής … ΑΕ, στην οποία είχαν προσληφθεί και εργάζονταν, ούτε φανερώνουν κάποια συνδετικά στοιχεία που θα μπορούσαν να προσδώσουν στην εναγομένη την ιδιότητα της εργοδότριας, όπως άσκηση εργοδοτικού δικαιώματος, φορέας εργοδοτικού κινδύνου, παροχή της εργασίας τους επ’ ωφελεία των συμφερόντων του δικού της διακριτού επιχειρηματικού σκοπού και ουδόλως αναιρούν την νομική και προσωπική εξάρτησή τους, κατά την παροχή της εργασίας τους, από την … ΑΕ που ήταν τυπικά και ουσιαστικά φορέας άσκησης των διευθυντικών - εργοδοτικών εξουσιών και αναλήψεως του εργοδοτικού κινδύνου. Ότι, ειδικότερα, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος επ’ αυτών ελάμβανε χώρα από υπαλλήλους της εναγομένης, καθόσον, όπως οι ίδιοι συνομολογούν, οι υπάλληλοι αυτοί της εναγομένης είχαν τοποθετηθεί στην … ΑΕ και συνεπώς δεν ασκούσαν διευθυντικά καθήκοντα και εξουσίες απευθείας από τις θέσεις που κατείχαν στην εναγομένη ως φορείς διευθυντικών εξουσιών άμεσα αυτής και για λογαριασμό της, αλλά κατόπιν «τοποθετήσεως» και αναλήψεως υπευθυνοτήτων και καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης στην … ΑΕ, έχοντας υποχρέωση λόγω της ειδικής και διακριτής αυτής τοποθετήσεώς τους, να ασκήσουν εξουσίες για λογαριασμό και προς προώθηση των επιχειρηματικών στόχων και οικονομικών συμφερόντων της τελευταίας, ενώ επίσης δεν ευσταθεί και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι υπήρχε σύγχυση ως προς το προσωπικό της εναγομένης και της … ΑΕ, καθόσον η με απόσπαση παροχή υπηρεσιών από τη μια εταιρία στην άλλη, όπως αποδείχθηκε ότι γινόταν η απασχόληση εργαζομένων της μιας των εν λόγω εταιριών στην άλλη, ουδόλως επέφερε σύγχυση ή αβεβαιότητα ως προς την εργοδότρια εταιρία των αποσπασμένων αυτών, αφού το προσωπικό των δυο εταιριών ήταν σαφώς οριοθετημένο και οργανωτικά προσδιορισμένο μεταξύ τους, ενώ ειδικά ως προς τους ενάγοντες, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κανείς δεν προσέφερε την εργασία του, όπως αποδείχθηκε, σε υπηρεσίες της εναγομένης, αλλά μόνο στις διακριτές κατά τα άνω, υπηρεσίες της … ΑΕ. Επίσης ο ισχυρισμός των εναγόντων περί κοινής έδρας των δυο εταιριών είναι εν μέρει αληθής, καθόσον μόνο στην αρχή της συστάσεως της … ΑΕ, αυτή είχε κοινή έδρα με την εναγομένη (Δήμο …), ενώ ακολούθως έδρα της … ΑΕ ήταν ο Δήμος …, οδός …, αριθμ. … και στη συνέχεια επίσης ο Δήμος …, οδός … … και …, γεγονός που επίσης δηλώνει την αυτονόμηση και σαφώς διακριτή και ανεξάρτητη ανάπτυξη της εν λόγω θυγατρικής εταιρίας. Ακόμα η εξουσιοδότηση του Προέδρου του … να φροντίσει για τη λειτουργία και τη στελέχωση της … ΑΕ αφορά το χρονικό στάδιο πριν τη σύστασή της και το πρώτο αμέσως μετά την ίδρυση και ουσιαστική λειτουργία της εταιρίας αυτής, η οποία αποσχίσθηκε οριστικά από την εναγομένη στις 8-10-2002 όπως συνομολογούν οι ενάγοντες στην αγωγή τους και εντάσσεται στις θεμιτές και αναγκαίες ενέργειες της εναγομένης ως μητρικής εταιρίας για την παροχή κάθε δυνατής βοήθειας σε επίπεδο οργανωτικό κυρίως, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά η ως άνω θυγατρική της εταιρία, χωρίς αυτό να φανερώνει στενά εξουσιαστικό έλεγχο και συγκεντρωτική δομή, αλλά αντίθετα υποχρέωση στοιχειώδους πρόνοιας ως προς την εν λόγω θυγατρική της εταιρία προς κάλυψη των αναγκών της και περαιτέρω επίτευξη των στόχων της. Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο κατέληξε ότι τυπικά και ουσιαστικά άμεσος και πραγματικός εργοδότης των εναγόντων ήταν η … ΑΕ, ενώ η εναγομένη δεν υπήρξε ούτε άμεσος, ούτε έμμεσος εργοδότης τους, με συνέπεια να μην μπορεί να θεωρηθεί η μη απασχόλησή τους από την ίδια, μετά τη μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε της … ΑΕ, ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, ούτε επίσης να νοηθεί υποχρέωσή της να τους απασχολεί η ίδια μετά την άνω μεταβίβαση, ούτε και υποχρέωση πρόνοιας έναντι αυτών, ως εργοδότριάς τους, αφού δεν είχε ως προς τους ενάγοντες τέτοια ιδιότητα. Τέλος, δέχθηκε ότι μόνη η κατοχή από την εναγομένη του ανωτέρω ποσοστού των μετοχών της … ΑΕ και η άσκηση ελέγχου της πρώτης, ως μητρικής, επί της δεύτερης, ως θυγατρικής, δεν επαρκεί για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της … ΑΕ, ούτε δικαιολογείται η ταύτιση της δεύτερης με την πρώτη - μητρική και η μεταφορά σε αυτή των ευθυνών που βαρύνουν το νομικό πρόσωπο της θυγατρικής, ούτε και στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων... αλλά πρέπει για καμφθεί η νομική προσωπικότητά της … να συντρέχουν περιστατικά καταχρήσεως της νομικής προσωπικότητάς της (…) από την εναγομένη...τέτοια όμως περιστατικά καταχρηστικότητας ουδόλως αποδείχθηκαν. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία την ασκηθείσα από τους ενάγοντες έφεση, κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει κατ’ ουσία την αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της από 19-12-2007 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, ως καταχρηστικής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών ―που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα― στις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 επ., 651, 652, 653 ΑΚ, 42Ε Ν. 2190/20 που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και δη ως προς την αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών: α) ότι ουσιαστικός εργοδότης των εναγόντων ήταν η εναγομένη και δη ότι τελούσαν σε σχέση εξαρτήσεως μ’ αυτήν, ότι ασκούσε επί των εναγόντων τις εργοδοτικές εξουσίες, έφερε τον εργοδοτικό κίνδυνο και προς όφελός της παρείχαν ουσιαστικά την εργασία τους, β) ότι η τυπικά εργοδότριά τους … ΑΕ, συνέχισε να λειτουργεί ως υπηρεσία τηλεφωνικού καταλόγου της μητρικής, ελεγχόταν απολύτως διοικητικά, οικονομικά και επιχειρηματικά από αυτήν στα πλαίσια στενά εξουσιαστικά και συγκεντρωτικά δομημένου Ομίλου Επιχειρήσεων που διατηρούσε αυτή (εναγομένη) και έφθανε στον πλήρη εξοβελισμό της επιχειρηματικής βουλήσεως και πρωτοβουλίας της θυγατρικής … ΑΕ, γ) ότι συνεπεία τούτων η εναγομένη ―ως πραγματική εργοδότρια― παρέλειψε μετά την 19-12-2007, κατά την οποία η … ΑΕ εξήλθε του ελέγχου της, λόγω μεταβιβάσεως, συνεπεία πωλήσεως των μετοχών της σε τρίτο επιχειρηματία, να συνεχίσει να απασχολεί τους ενάγοντες στις υπηρεσίες της, ενώ λόγω της άνω ιδιότητας όφειλε να τους απασχολεί, το οποίο ήταν εφικτό, ενεργώντας έτσι καταχρηστικά και αντίθετα προς την υποχρέωση πρόνοιας που είχε, ως πραγματική εργοδότρια, με συνέπεια η παράλειψή της αυτή να συνιστά απόλυση των εναγόντων από την ίδια, η οποία εχώρησε ακύρως, παραθέτοντας στην προσβαλλόμενη, ως προς τα κρίσιμα αυτά ζητήματα, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και συνακόλουθα δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο διότι, προκύπτουν σαφώς και με πληρότητα από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία εμφαίνεται η αβασιμότητα όλων των ανωτέρω αγωγικών ισχυρισμών και ότι αντιθέτως πραγματικός εργοδότης των εναγόντων ήταν η … ΑΕ, η οποία ασκούσε αυτοτελή δραστηριότητα και δράση, ανεξάρτητη αυτής της εναγομένης, συναλλασσόταν στο δικό της όνομα, για λογαριασμό της και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και προώθηση των εμπορικών, οικονομικών της στόχων, ανέπτυσσε προς τούτο επιχειρηματική πρωτοβουλία, επεκτείνοντας τη δράση της, διέθετε διακριτή διοίκηση και εκπροσώπηση, δική της οργανωτική δομή, επιχειρησιακό σχέδιο, εταιρική περιουσία, λογιστική, ταμιακή και γενικότερα οικονομική αυτοτέλεια, έφερε η ίδια τις επιχειρηματικές δαπάνες και τον επιχειρηματικό κίνδυνο και ασκούσε η ίδια τις διευθυντικές εξουσίες και το διευθυντικό έλεγχο στους ενάγοντες που απασχολούσε προς εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων, επωφελούμενη αυτή από την εργασία τους και φέροντας αυτή τον εργοδοτικό κίνδυνο, ενώ δεν υφίστατο στενή συγκεντρωτική δόμηση, ούτε αυστηρά εξουσιαστική σχέση και εξάρτηση με εξοβελισμό κάθε δυνατότητας επιχειρηματικής πρωτοβουλίας της θυγατρικής από τη μητρική εταιρία, η οποία θυγατρική διατηρούσε την αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της. Τα ανωτέρω, δεν μεταβάλλονται από το διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη ότι «δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος επ’ αυτών ελάμβανε χώρα από υπαλλήλους της εναγομένης, καθόσον, όπως οι ίδιοι συνομολογούν, οι υπάλληλοι αυτοί της εναγομένης «είχαν τοποθετηθεί» στην … ΑΕ και συνεπώς δεν ασκούσαν διευθυντικά καθήκοντα και εξουσίες απευθείας από θέσεις που κατείχαν στην εναγομένη ως φορείς διευθυντικών εξουσιών άμεσα αυτής και για λογαριασμό της, αλλά κατόπιν «τοποθέτησης» και ανάληψης υπευθυνοτήτων και καθηκόντων σε θέσεις ευθύνης στην … ΑΕ, έχοντας υποχρέωση λόγω της ειδικής και διακριτής αυτής «τοποθέτησης..», ενόψει του ότι, πέραν της συνομολογηθείσας «τοποθετήσεώς» τους στη θυγατρική και της ασκήσεως των άνω καθηκόντων τους, μετά απ’ αυτήν, οι λοιπές προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, αναφορικά με τα άνω κρίσιμα ζητήματα, και η έλλειψη, στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, συνδετικών στοιχείων ικανών να προσδώσουν στην εναγομένη την ιδιότητα της άμεσης ή έμμεσης εργοδότριας των εναγόντων, στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της (...)