Άρειος Πάγος 1985/2017: «Περί βιβλιαρίου υγείας - Πενθημέρου – Άδειας»

Περίληψη: Έγκυρη η σύμβαση υπαλλήλου αρτοποιείου, δεδομένου ότι διέθετε βιβλιάριο υγείας – Τι οφείλεται σε περίπτωση απασχολήσεως κατά την 6η ημέρα, επί συστήματος πενθημέρου – Η χορήγηση της ετήσιας άδειας δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, υποχρέωση χορηγήσεως της άδειας εντός του ημερολογιακού έτους, ανεξαρτήτως αν εζητήθη - Μετατροπή της αξιώσεως σε χρηματική επί μη χορηγήσεως - Οφείλεται προσαύξηση 100% των αποδοχών αδείας και όταν ο εργοδότης αρνήθηκε την χορήγηση ετήσιας άδειας ισχυριζόμενος ότι δεν μπορούσε σε κανένα χρονικό σημείο του έτους να σταματήσει την λειτουργία της επιχείρησης, ούτε να ελαττώσει το προσωπικό.

 

(...) 2. Από το άρθρο 14 παρ. 1 της κανονιστικής απόφασης Αιβ/8577/83 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/40 και αντικαταστάθηκε με την υπ’ αριθμό 8405/29-10-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (καταργηθείσα ήδη από 24-10-2012 με το άρθρο 19 παρ. 1 της ΥΑ Υ1γ/ΓΠ/οικ.96967/12 - ΦΕΚ Β’ 2718/12), προκύπτει ότι με βιβλιάρια υγείας πρέπει να εφοδιάζονται, όχι όλοι όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, αλλά εκείνοι από αυτούς που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεσή τους στην κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με το χρήστη των υπηρεσιών, αφού τότε μόνο υπάρχει κίνδυνος να μεταδοθούν στον τελευταίο τα νοσήματα από τα οποία πάσχουν ή τα μικρόβια, οι ιοί και τα παράσιτα των οποίων είναι φορείς. Από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 3, 174 και 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι η έλλειψη θεωρημένου βιβλιαρίου υγείας κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας επιφέρει την ακυρότητα αυτής. Αν, όμως, μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου ή τη θεώρησή του εξακολουθεί η παροχή της σχετικής εργασίας, θεωρείται ότι η άκυρη σύμβαση επικυρώνεται και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη. (...)

  1. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από έρευνα όλων των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν επικαλεσθεί νομίμως οι διάδικοι, δέχτηκε ανελέγκτως ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος διατηρεί και εκμεταλλεύεται ατομική επιχείρηση αρτοποιείου στην…, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη την 26-5-2000, ως υπάλληλο - πωλήτρια ειδών αρτοποιείου. Ότι, κατόπιν, η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση αυτή μέχρι την 19-3-2012, οπότε η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από τον εναγόμενο. Ότι παρείχε την εργασία της επί έξι ημέρες την εβδομάδα, εργαζόμενη και την ημέρα του Σαββάτου επί οκτάωρο ημερησίως μέχρι και το Σεπτέμβριο 2011. Ότι, στη συνέχεια και μέχρι την απόλυσή της, εργαζόταν επί πενθήμερο εβδομαδιαίως. Ότι ως μισθός συμφωνήθηκε ο προβλεπόμενος από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ για τους εργαζομένους στα εμπορικά καταστήματα και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές (και όσες άλλες αναφέρονται διεξοδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά δεν ενδιαφέρουν ενταύθα) το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασετην προαναφερόμενη διάταξη της Αιβ/8577/1983 υπουργικής απόφασης, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της, ούτε αυτές των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, διότι από αυτήν την τελευταία παραδοχή καθίσταται σαφές ότι έλαβε υπόψη το ατομικό βιβλιάριο υγείας της ενάγουσας, η οποία με την αγωγή της είχε επικαλεσθεί ότι διαθέτει βιβλιάριο υγείας νόμιμα θεωρημένο, που είχε εκδοθεί την 20-12-2007 και ίσχυε μέχρι την 19-12-2012, ως καθ’ υποφορά άρνηση της ένστασης του εναγομένου εργοδότη περί ακυρότητος της σύμβασης εργασίας. (...)
  2. Από τις διατάξεις του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την υπ’ αριθμό 11400/1710/4-3-1975 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/75 (ΦΕΚ Α’ 180) και του άρθρου 2 της από 29-12-1980 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), που κυρώθηκε με το Ν. 1157/81, περί της δυνατότηταςκαθιερώσεως της εβδομάδας των πέντε ημερών σε κλάδους του ιδιωτικού τομέα, δυνάμει σχετικών συλλογικών ρυθμίσεων ή κατόπιν εκδόσεως ειδικών διατάξεων νόμων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι η μέχρι οκτώ (8) ώρες εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) σε επιχειρήσεις όπου εφαρμόζεται υποχρεωτικά το σύστημα παροχής εργασίας πέντε ημερών την εβδομάδα, ήτοι σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, λόγω εξαντλήσεως του πενθημέρου, το μεν δεν συναριθμείται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας (ΑΠ 1409/14, ΑΠ 1223/13), το δε είναι άκυρη, ως απαγορευμένη από κανόνες δημόσιας τάξης. Κατά συνέπεια, η παροχή τέτοιας εργασίας γεννά σε βάρος του εργοδότη απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό έχοντα τις ίδιες ικανότητες με τον απασχοληθέντα, τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως στη θέση τού παρανόμως απασχοληθέντος την έκτη ημέρα μισθωτού, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες του τελευταίου (λόγω γάμου, τέκνων ή προϋπηρεσίας) και τα συναφή με αυτές επιδόματα, καθόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν κατ’ ανάγκη στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 506/17, ΑΠ 191/11, ΑΠ 1576/12). Τα ανωτέρω, ως προς τον τρόπο αμοιβής των απασχολουμένων κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις όπου εφαρμόζεται το πενθήμερο, βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, ίσχυαν κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3846/11-5-2010, με τον οποίο ρυθμίσθηκε το πρώτον νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδαςσε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας. Ειδικότερα, με το άρθρο 8 αυτού ορίζεται ότι «Η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%».(...)

Στη συνέχεια το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 2007 έως τον Σεπτέμβριο του 2011, απασχολήθηκε τέσσερα Σάββατα το μήνα και επιδίκασε μέχρι και τον Απρίλιο του 2010, δηλαδή πριν την ισχύ του άρθρου 8 του Ν. 3846/11-5-2010, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ανά έτος, για δε την απόδοση της ωφέλειας από την παροχή της άκυρης οκτάωρης εργασίας κατά τα Σάββατα υπολόγισε το ημερομίσθιο, που συνιστούσε την αποδοτέα ωφέλεια, με βάση το νόμιμο πάγιο μισθό, τον προβλεπόμενο από την οικεία ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις και καταστήματα όλης της χώρας, συν το επίδομα ταμιακών λαθών, χωρίς να λάβει υπόψη τις προσωπικές ιδιότητες της ενάγουσας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή υπολογίζοντας το ημερομίσθιο που συνιστούσε την αποδοτέα ωφέλεια μόνο επί του παγίου νομίμου μισθού και του επιδόματος ταμιακών λαθών, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ.

  1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/45, όπως η παρ. 1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε µε την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ. 15 του Ν. 4504/66, και η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ΝΔ 3755/57, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές.Η άδεια αυτή, που αποκαλείται «κανονική άδεια» για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως από το νόμο και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζόμενου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη. Ο εργοδότης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές αδείας). Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται, όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει (ΑΠ 902/17 ΑΠ 1420/15). (...)

Περαιτέρω για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων για προσαύξηση 100% των αποδοχών άδειας παρελθόντων ετών, πρέπει να αναφέρεται σε αυτή, εκτός των άλλων, ότι ο εργαζόμενος ζήτησε την άδειά του για τα συγκεκριμένα έτη και ο εργοδότης αρνήθηκε να τη χορηγήσει, εξαναγκάζοντάς τον στην παροχή εργασίας κατά το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την άδεια.

  1. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι αυτή περιέχει επαρκή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, πληρότητα του δικογράφου της ως προς το κεφάλαιο της προσαύξησης 100% επί των αποδοχών της άδειας, λόγω μη χορηγήσεως αυτής, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως και 2011, αφού στην αγωγή γίνεται αναφορά ότι ο εναγόμενος εργοδότης αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα τη νόμιμη άδεια που δικαιούτο κατ’ έτος, διότι, όπως ισχυριζόταν, δεν μπορούσε να σταματήσει κανένα μήνα του χρόνου ούτε να ελαττώσει το προσωπικό, καθώς έπρεπε να καλύπτει με άρτο τις ανάγκες των επιχειρήσεων, με τις οποίες είχε συμβληθεί. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς το ανωτέρω κονδύλιο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της ενάγουσας και την εξέτασε περαιτέρω κατ’ ουσία, επιδικάζοντας αποδοχές αδείας, προσαυξημένες κατά 100%, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14(και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειακαι ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.