Άρειος Πάγος 838/2018 «περί αρχής της ισότητας σε δικηγόρους με πάγια αντιμισθία»

Περίληψη: Δεν δικαιούται ο δικηγόρος με παγία αντιμισθία, το επίδομα του Ν. 3329/05 που έχει χορηγηθεί στους Υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας – Δεν υφίσταται, συνεπώς, εν προκειμένω παραβίαση της αρχής της ισότητας.

 

 

(...) 2. Με τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι απαγορεύεται όχι μόνο η άνιση εφαρμογή του νόμου, αλλά και η άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων εννόμων σχέσεων από το νομοθέτη. Από την αρχή της ισότητας προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορούν να επιχειρούν, αυθαιρέτως, δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι, για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β’ του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα. Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και αποδοχών.

  1. Περαιτέρω, στο άρθρο 35 του Ν. 3329/05 ορίζεται ότι «Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης, που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200 €) για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής. Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του ν. 3205/03. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται».Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η χορήγηση του ως άνω επιδόματος δικαιολογείται λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών, που αναλογούν στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του πιο πάνω Υπουργείου, μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των ΠεΣΥΠ, τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας. Επίσης, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ήδη είχαν επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας. Από την προαναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό με την εισηγητική έκθεση, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή των 200 ευρώ μηνιαίως χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω των αυξημένων καθηκόντων τα οποία ανατέθηκαν σ’ αυτούς εξαιτίας των αναφερόμενων στην εισηγητική έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου. Με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν. 3627/07 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του ως άνω Υπουργείου και των Υγειονομικών Περιφερειών, για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει και την επέκτεινε σε υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή φορέων μόνο με την προϋπόθεση ότι έχουν αποσπασθεί και παρέχουν εργασία στην ως άνω Κεντρική Υπηρεσία (πρβλ. ΑΠ 801/15, ΑΠ 348/14, ΑΠ 565/11). (...)
  2. Με την κρίση του το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασετις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 35 του Ν. 3329/05 και του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, οι οποίες δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην προκείμενη περίπτωση, διότι ο ενάγων δικηγόρος, νομικός σύμβουλος με πάγια αντιμισθία στο αρχικά εναγόμενο και ήδη στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής», δεν δικαιούται το εν λόγω επίδομα ούτε ευθέως κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ούτε εμμέσως με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Πράγματι, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή και με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αυτός ανήκει σε διαφορετική κατηγορίακαι έχει διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας του, όρους απασχόλησης και αποδοχών, σε σχέση με τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στους οποίους η χορήγηση του επιδόματος είναι δικαιολογημένη για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Ως εκ τούτου, η μη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης στην περίπτωση του ενάγοντος δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Γι’ αυτό και το Πολυμελές Πρωτοδικείο θα έπρεπε να έχει απορρίψει την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, μη δεσμευόμενο από την ενώπιον αυτού επικληθείσα 440/09 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου, ως δήθεν παράγουσα δεδικασμένο, αφού εκείνη είχε εκδοθεί επί αγωγής που επιδίωκε την ευθεία εφαρμογή του άρθρου 35 του Ν. 3329/05 στην περίπτωση του ενάγοντος, ενώ τώρα πρόκειται για αγωγή που επιδιώκει την καταβολή του επιδόματος κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ήτοι για νομική αιτία διαφορετική από την προηγούμενη (ΚΠολΔ 324). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και αποδίδεται σε αυτή η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος (...)