Άρειος Πάγος 962/2018 «περί των προϋποθέσεων συμπερίληψης των εξόδων κινήσεως και παραστάσεως στις τακτικές αποδοχές»

Περίληψη: Οι οικειοθελείς παροχές δεν έχουν, καταρχήν,  χαρακτήρα μισθού. Εφόσον όμως χορηγούνται για ικανό διάστημα ως νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της εργασίας, καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί καταβολής των παροχών αυτών ως μισθού και η καταβολή δεν μπορεί να διακοπεί, εκτός αν ο εργοδότης επεφύλαξε εξ αρχής ρητώς για τον εαυτό του το δικαίωμα μονομερούς ανακλήσεως στο μέλλον και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ούτε διατυπώθηκε για καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του εργαζομένου – Αποχώρηση μισθωτού κατ’ αρθρ. 8 εδ. α’ του Ν. 3198/55 και αποζημίωση 50% της οριζομένης για την καταγγελία συμβάσεως. Η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, στις οποίες εμπεριέχονται και οι παροχές εξόδων κινήσεως και παραστάσεως που κατεβάλλοντο στην αρχή ως οικειοθελής παροχή και εν συνεχεία ως αντάλλαγμα της εργασίας, χωρίς επιφύλαξη διακοπής χορηγήσεώς τους.

 

  1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/20, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/55 και 1 της 95/49 Διεθνούς Σύμβασης «περί προστασίας του ημερομισθίου» που κυρώθηκε με το Ν. 3248/55, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίαςθεωρείται κάθε παροχή, την οποία κατά νομική δέσμευση που απορρέει από το νόμο ή τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Ο εργοδότης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής σχέσης, μπορεί να προβαίνει και σε οικειοθελείς παροχές προς το μισθωτό. Οι εν λόγω οικειοθελείς παροχέςπου δίδονται από τον εργοδότη στο μισθωτό εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, δεν έχουν χαρακτήρα μισθού. Έτσι δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις εν λόγω παροχές με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους. Εφόσον, όμως, οι εν λόγω παροχές χορηγούνται από τον εργοδότη για ικανό διάστημα ως νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, τότε καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί καταβολής των παροχών αυτών ως τμήματος του καταβλητέου μισθού, οπότε ιδρύεται υποχρέωση του εργοδότη προς χορήγηση των παροχών αυτών, συνιστούν τακτικές αποδοχές και η καταβολή τους δεν μπορεί πλέον να διακοπεί, εκτός αν αυτός εξ αρχής επιφύλαξε ρητά για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησής τους στο μέλλον και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών, ούτε διατυπώθηκε για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του εργαζομένου (ΑΠ 52/17, 1237/17, 266/14, 638/13).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α’ του Ν. 3198/55, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 παρ.1 του Ν. 2112/20 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 67ο έτος της ηλικίας τους (γενικό όριο ηλικίας για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από 1-1-2013 με βάση το Ν. 4093/12 άρθρο 1,ΙΑ4 περ.2), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/20 ή το ανωτέρω ΒΔ αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του νόμου αυτού βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. (...)

  1. Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι, την 6-3-1978, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ», η οποία συγχωνεύθηκε δι’ εξαγοράς (άρθρο 79 ΚΝ 2190/20) με την ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου και εργάσθηκε σ’ αυτή έως την 15-10-2008, οπότε αποχώρησε λόγω υποβολής παραίτησης, χωρίς να έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης λόγω γήρατος. Ότι, κατά την αποχώρησή του, κατείχε τον οργανικό βαθμό του υποδιευθυντή Α’ , ενώ τα τελευταία, πριν από την παραίτησή του, έτη είχε υπηρετήσει από το έτος 2000 ως Υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, από το έτος 2002 ως Διευθυντής του Ινστιτούτου Εκπαίδευσης και από το έτος 2004 ως Υποδιευθυντής του Τομέα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού και Εκπαίδευσης της εναγομένης. Ότι η εργοδότρια του κατέβαλε κατά την αποχώρησή του, την 16-10-2008, αποζημίωση κατ’ άρθρο 8 του Ν. 3198/55, μικτού ποσού 63.656,76 ευρώ, υπολογιζόμενη με βάση μικτό μηνιαίο μισθό 4.390,12 ευρώ και ποσοστό 50% της προβλεπόμενης στο Ν. 2112/20 αποζημίωσης καταγγελίας, καθότι αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία. (...) Ότι, πέραν του μισθού, η εναγομένη κατέβαλλε στον ενάγοντα επιπλέον σταθερά, αδιάλειπτα και επί διάστημα οκτώ ετών τουλάχιστον πριν από την αποχώρησή του και από τότε που έλαβε το βαθμό του υποδιευθυντή, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό : α) ποσό 234,78 ευρώ μηνιαίως ως έξοδα παράστασης και β) ποσό 58,69 ευρώ μηνιαίως ως έξοδα κίνησης, ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεως τέτοιων εξόδωνκαι χωρίς να είναι ο ενάγων υποχρεωμένος να αποδίδει λογαριασμό γι’ αυτά. Ότι, οι παραπάνω παροχές που δόθηκαν αρχικά οικειοθελώς από την εναγομένη, χωρίς επιφύλαξη δικαιώματος διακοπής της χορήγησής τους, αποτέλεσαν αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του ενάγοντος και κατέστησαν με τη μακρόχρονη και συνεχή καταβολή τους, σιωπηρά, όρος της σύμβασης εργασίας του τελευταίου. Ότι, ως εκ τούτου, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές του με βάση τις οποίες έπρεπε να υπολογίσει η εναγομένη την αποζημίωση που του κατέβαλε κατά την αποχώρησή του. Ότι, ειδικότερα, το επίδομα εξόδων παράστασης χορηγήθηκε στους Διευθυντές και Υποδιευθυντές Τομέων και στους Υποδιευθυντές Διοίκησης και Περιφερειακών Διευθύνσεων με την ...12-1995 εγκύκλιο του προέδρου μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης. Ότι το επίδομα εξόδων κίνησης χορηγήθηκε στους Υποδιευθυντές Διευθύνσεων Διοίκησης από το έτος 1999 με ΕΣΣΕ. Ότι τα ανωτέρω επιδόματα καταβάλλονταν στους δικαιούχους αυτών και στον ενάγοντα ανελλιπώς κάθε μήνα και η εναγόμενη τράπεζα δεν επιφυλάχθηκε για τον τρόπο ή το χρόνο καταβολής τους, ούτε ως προς το δικαίωμά της για ανάκλησή τους. Ότι η εναγομένη δεν απαίτησε από τον ενάγοντα την προσκόμιση οποιουδήποτε παραστατικού, προκειμένου να προβεί στην καταβολή τους, ούτε καθιέρωσε ως αναγκαία προϋπόθεση της χορήγησής τους την πραγματοποίηση των δαπανών που αφορούν τα συγκεκριμένα επιδόματα (κοινωνικές επαφές του ενάγοντος με την Ελληνική Ένωση Τραπεζών για θέματα αρμοδιότητάς του ή μετακινήσεις για την εκπόνηση σεμιναρίων στους υπαλλήλους της Τράπεζας). Ότι, από τα ανωτέρω και από το γεγονός ότι το ύψος των ως άνω παροχών ήταν σταθερό ανά μήνα και όχι κυμαινόμενο ανάλογα με τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες, προκύπτει ότι αληθινή βούληση των μερών ήταν να αποτελούν οι εν λόγω παροχές επαύξηση του συμφωνημένου μισθού του ενάγοντος. Ότι τα συγκεκριμένα επιδόματα καταβάλλονταν στους δικαιούχους ακόμα και σε περίπτωση απουσίας τους για μακρό χρονικό διάστημα, όπως έγινε και κατά την απουσία του ενάγοντος από την εργασία του, από τα τέλη του μηνός Ιουνίου 2006 έως τα τέλη Σεπτεμβρίου 2006, λόγω ασθενείας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ότι ο ενάγων δικαιούται για τη συμπλήρωση της αποζημίωσής του ποσό 4.255,29 ευρώ και αφού 1) απέρριψε το σχετικό με το ανωτέρω ζήτημα λόγο έφεσης της εναγόμενης και εκεί εκκαλούσας τραπεζικής εταιρείας, 2) δέχθηκε λόγο έφεσης του ενάγοντος και εκεί, επίσης, εκκαλούντος με τον οποίο αυτός έπληττε την τότε εκκαλουμένη απόφαση για λήψη υπόψη ισχυρισμού που δεν είχε προταθεί και, ειδικότερα, ένστασης εξόφλησης, δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, δέχθηκε την αγωγή κατά το ανωτέρω ποσό. Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν παραβίασεμε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, αφού ορθώς έκρινε ότι τακτικές αποδοχές κατά την έννοια του άρθρου 5 του Ν. 3198/55 συνιστούν και οι παροχές εξόδων παράστασης και κίνησης, οι οποίες δίδονταν στον ενάγοντα ως μέρος του μισθού του, στην αρχή με τη μορφή οικειοθελούς παροχής και στη συνέχεια με σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση ως αντάλλαγμα της εργασίας του, χωρίς κάποια επιφύλαξη εκ μέρους της εναγομένης για διακοπή χορήγησής τους και ακολούθως υπολόγισε την οφειλόμενη στον πρώτο αποζημίωση επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών αυτού, δηλαδή και επί των ανωτέρω παροχών.