Άρειος Πάγος 837/2018 «περί μεταβίβασης επιχειρήσεως και πιστωτικών ιδρυμάτων»

Περίληψη: Διατάξεις για την μεταβίβαση επιχειρήσεων – Έννοια «διαδικασίας αφερεγγυότητας» – Από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού ΕΕ 1346/00 εξαιρούνται οι διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα – Ο ορισμός της διαδικασίας πτωχεύσεως ή αφερεγγυότητας της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με την διαδικασία εκκαθάρισης κατά την Οδηγία 2001/24/ΕΚ – Η διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων τελεί υπό τον έλεγχο Δικαστικής ή άλλης Δημοσίας Αρχής και είναι διαδικασία ανάλογη της πτωχεύσεως (τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να κηρυχθούν σε καθεστώς πτωχεύσεως) – Δεν υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως ούτε μεταβίβαση των εννόμων σχέσεων από τις συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας στην Τράπεζα Πειραιώς.

(...) 3. Περαιτέρω με την Οδηγία 77/187/ΕΟΚ (EE L 61) και την τροποποιητική αυτής 98/50/ΕΚ (ΕΕ L 201) θεσπίστηκαν ρυθμίσεις σχετικές με την προστασία και διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Οι συγκεκριμένες Οδηγίες έχουν ήδη αντικατασταθεί από την Οδηγία 2001/23/ ΕΚ (ΕΕ L 82), η οποία κατ’ ουσίαν τις κωδικοποίησε. Η μεταφορά των ανωτέρω Οδηγιών στην ελληνική έννομη τάξη έχει πραγματοποιηθεί με το ΠΔ 178/02. Ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των προστατευτικών προβλέψεων της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ, το άρθρο 5 αυτής ορίζει ότι: «1. Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 (που προβλέπουν την υποκατάσταση του εκδοχέα της επιχείρησης στις υφιστάμενες σχέσεις εργασίας) δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο εκχωρητής υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας Δημόσιας Αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια Δημόσια Αρχή). 2. Όταν τα άρθρα 3 και 4 εφαρμόζονται σε μεταβίβαση, κατά τη διάρκεια διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του εκχωρητή (ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία αυτή έχει κινηθεί για την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή) και εφόσον η διαδικασία αυτή τελεί υπό την εποπτεία αρμόδιας Δημόσιας Αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, ορισθείς από την εθνική νομοθεσία), ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι: α) υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3 παρ.1, οι οφειλές του εκχωρητή, που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από εργασιακές σχέσεις και ήταν πληρωτέες πριν από τη μεταβίβαση ή πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν μεταβιβάζονται στον εκδοχέα, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτήν τη διαδικασία παρέχεται, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, προστασία τουλάχιστον ισοδύναμη προς την προβλεπόμενη για τις περιπτώσεις που διέπονται από την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20-10-1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη ή/και β) ο εκδοχέας, ο εκχωρητής ή το ή τα πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα εκχωρητή αφενός και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων αφετέρου είναι δυνατόν να συμφωνήσουν μεταβολές, στο βαθμό που το επιτρέπει η ισχύουσα νομοθεσία ή πρακτική, των όρων και προϋποθέσεων απασχόλησης των εργαζομένων, προκειμένου να διατηρηθούν οι ευκαιρίες απασχόλησης, μέσω της επιβίωσης της επιχείρησης ή του τμήματος αυτών [...]. 4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την παρούσα Οδηγία». Όμοιο περιεχόμενο είχε και το άρθρο 4 και 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, το οποίο θεσπίσθηκε, κατά τη σκέψη 7 του προοιμίου αυτής: «7. [...] με σκοπό την επιβίωση των αφερέγγυων επιχειρήσεων, πρέπει να επιτρέπεται ρητά στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ σε περιπτώσεις μεταβιβάσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθάρισης και να επιτρέπονται ορισμένες παρεκκλίσεις από τις γενικές διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας σε περιπτώσεις μεταβιβάσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας». Εξ άλλου, με το άρθρο 6 του ΠΔ 178/02 ορίζεται ότι: «1. Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ. 5 του Ν. 2648/98, η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση, αρμόδιας Αρχής». Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ισχύει, ως διαδικασία αφερεγγυότητας νοείται κάθε συλλογική διαδικασία που προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου και οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβάνει δε και τη διαδικασία που περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλα μέτρα που τερματίζουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή με τερματισμό λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού.

Ο κανονισμός 1346/2000 (ΕΕ L 160) εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τις διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 1 παρ. 2), για το λόγο δε αυτό, έχει εκδοθεί η Οδηγία 2001/24/ΕΚ (ΕΕ L 125) για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας αυτής, διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων ορίζονται ως “οι συλλογικές διαδικασίες τις οποίες κινούν και ελέγχουν οι διοικητικές ή δικαστικές Αρχές κράτους μέλους με σκοπό τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό την εποπτεία των Αρχών αυτών, ακόμη και όταν η διαδικασία αυτή περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο, ενώ με το άρθρο 12 παρ.1 συνδέεται ευθέως η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης με την ανάκληση της άδειας πιστωτικού ιδρύματος. Από τα ανωτέρω κείμενα των Οδηγιών και του Κανονισμού συνάγεται ότι ο ορισμός της διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του άρθρου 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ. Κατά συνέπεια, οι εθνικές διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων του άρθρου 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ οφείλουν να αξιολογηθούν ως συνιστώσες διαδικασία πτώχευσης ή άλλη αντίστοιχη διαδικασία αφερεγγυότητας, η οποία έχει κινηθεί με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων αυτών και διεξάγονται υπό την εποπτεία Δημόσιας Αρχής. Επί των εν λόγω διαδικασιών, επιτρέπεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ να αποκλείουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 της ίδιας Οδηγίας. Άλλωστε, η συγκεκριμένη εξαίρεση γινόταν δεκτή και υπό το καθεστώς της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η διαδικασία μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, συνοδευόμενη από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας και τη θέση υπό ειδική εκκαθάριση, αποσκοπεί στη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος υπό την εποπτεία τόσο της Τράπεζας της Ελλάδας, όσο και του Πτωχευτικού Δικαστηρίου του άρθρου 4 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Συνεπώς, η διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τα ανωτέρω τελεί υπό τον έλεγχο δικαστικής ή άλλης δημόσιας Αρχής, όπως προαπαιτεί το άρθρο 5 παρ. 1 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ και είναι διαδικασία ανάλογη της πτώχευσης, δεδομένου άλλωστε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να κηρυχθούν σε καθεστώς πτώχευσης κατά το άρθρο 68 παρ. 1 στοιχ. α’ του Ν. 3601/07. Άλλως και σε κάθε περίπτωση, συνιστά διαδικασία αφερεγγυότητας εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.1 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ (βλ. ΟλΣΤΕ 3013/14, 1888/17).

  1. (...) Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι ότι το Μονομελές Εφετείο προσέδωσε διαφορετική έννοια στις διατάξεις των άρθρων 4α της οδηγίας 98/50 ΕΚ (όπως αυτό κωδικοποιήθηκε από το άρθρο 5 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ) και στο άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 178/02 και λανθασμένα έκρινε ότι στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων υπάγεται ο μεταβιβάζων που έχει πτωχεύσει ή βρίσκεται σε διαδικασία αφερεγγυότητας και ότι συνεπώς υπάγεται και η πρώτη εναγομένη ως αφερέγγυα, με αποτέλεσμα να διευρυνθεί ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50 ΕΚ και του άρθρου 6 παρ. 1 του ΠΔ 178/02, με το οποίο το άρθρο 4α της Οδηγίας 98/50 ΕΚ μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο.
  2. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραθέτοντας τις διατάξεις που ήδη αναφέρθηκαν στις σκέψεις αρ. 2 και 3 της παρούσας και υπάγοντας σ’ αυτές το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, έκρινε ότι η αγωγή είναι ανομιμοποίητη ως προς τη δεύτερη εναγομένη Τράπεζα Πειραιώς, διότι δεν μεταβιβάσθηκαν στην τελευταία οι έννομες σχέσεις που σχετίζονται με τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών με την πρώτη εναγομένη Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος,οι οποίες καταγγέλθηκαν από τον ειδικό εκκαθαριστή της τελευταίας στα πλαίσια της ειδικής εκκαθάρισης, στην οποία αυτή τέθηκε με την ...-7-2012 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 3601/07 και η οποία είχε ως επακόλουθο την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης εναγομένης. Ότι η καταγγελία των συμβάσεων αυτών δεν ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου οργανισμού προσωπικού της πρώτης εναγομένης. Ότι εφόσον δεν μεταβιβάσθηκαν οι έννομες σχέσεις που πηγάζουν από τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών, η δεύτερη εναγομένη δεν ευθύνεται έναντι αυτών και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη αγωγή, καθόσον σ’ αυτήν μεταβιβάσθηκαν μόνο τα περιουσιακά στοιχεία που προβλέπονται αναλυτικά στο παράρτημα της από 4/27-7-2012 απόφασης της επιτροπής μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος. Ότι ως εκ τούτου, η δεύτερη εναγομένη δεν είναι ειδικός διάδοχος του μεταβιβάζοντος νομικού προσώπουτης πρώτης εναγομένης ως προς το σύνολο, αλλά αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάσθηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και τη σύμβαση μεταβίβασης. Ότι, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος και αυτό τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση, όπως συνέβη με την πρώτη εναγομένη, δεν έχει εφαρμογή ούτε το άρθρο 479 ΑΚ περί ευθύνης του αποκτώντος την επιχείρηση ούτε τα άρθρα 4 και 5 του ΠΔ 178/02, που ορίζουν ότι επί μεταβιβάσεως επιχειρήσεως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον αποκτώντα, ενώ ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον αποκτώντα για τις υποχρεώσεις που είχαν ήδη προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, αφού δέχθηκε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, διότι οι συμβάσεις των εναγουσών είχαν καταγγελθεί και δεν εφαρμόζεται σ’ αυτήν το άρθρο 4 παρ. 1 του ΠΔ 178/02, και ανομιμοποίητη ως προς τη δεύτερη εναγομένη, αφού εγκύρως δεν μεταβιβάστηκαν προς την τελευταία οι συγκεκριμένες σχέσεις εργασίας, όπως όλα αυτά προέκυπταν από το ιστορικό της ένδικης αγωγής. Με την κρίση αυτή, εφάρμοσε ορθά τις άνω διατάξεις των άρθρων 4α της Οδηγίας 98/50 ΕΚ (όπως αυτό κωδικοποιήθηκε από το άρθρο 5 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ), το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 178/02, το άρθρο 44 παρ. 5 του Ν. 2648/98, τα άρθρα 63 Β’, 63 Δ’ παρ. 10 και 68 του Ν. 3601/07 και 34 ΠτΚ, διότι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στις ως άνω σκέψεις της παρούσας (βλ. αρ.2 και 3), οι εθνικές διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων του άρθρου 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ (όπως στην προκειμένη περίπτωση της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας), αξιολογούνται ως συνιστώσες διαδικασία πτώχευσης ή άλλη αντίστοιχη διαδικασία αφερεγγυότητας, η οποία έχει κινηθεί με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων τούτου και διεξάγονται υπό την εποπτεία Δημόσιας Αρχής, ήτοι της Τράπεζας της Ελλάδος. Ειδικότερα, από τα ανωτέρω κείμενα των Οδηγιών και του Κανονισμού συνάγεται ότι ο ορισμός της διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του άρθρου 5 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ, καθόσον επί πιστωτικών ιδρυμάτων δεν επιτρέπεται η κήρυξή τους σε πτώχευση όπως ρητά ορίζεται τούτο στο άρθρο 68 του Ν. 3601/07 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4021/11) και συνεπώς επί των εν λόγω διαδικασιών επιτρέπεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ να αποκλείουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ. Επομένως, ο πρώτος καθώς και οι σχετικοί, πέμπτος κατά τα μέρη του Ε1, Ε3 και Ε4, έκτος και έβδομος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
  3. Εξ άλλου, ο πέμπτος κατά το Ε2 μέρος του λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο εφάρμοσε το άρθρο 6 παρ.1 και 2 του ΠΔ 178/02 ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθόσον προκειμένου να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης και να κινηθεί η όλη διαδικασία μεταβίβασης των περιουσιακών της στοιχείων στη δεύτερη εναγομένη, ήταν αναγκαία η έκδοση δικαστικής απόφασης που κηρύσσει την πρώτη τράπεζα αφερέγγυα, πράγμα που δεν συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση, είναι αβάσιμος. Και τούτο, διότι όπως αναφέρθηκε ανωτέρω (βλ. σκέψη αρ. 2) στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα και για τη θέση του σε ειδική εκκαθάριση εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες προηγείται η εκ μέρους της εποπτεύουσας και μόνης αρμόδιας Αρχής (ήτοι, Τράπεζας της Ελλάδος) ανάκληση της άδειας λειτουργίας του και στη συνέχεια, στο πλαίσιο της κανονιστικής αρμοδιότητας της εν λόγω Αρχής, με απόφασή της τίθεται υποχρεωτικώς σε ειδική εκκαθάριση, ενώ τη διοίκηση αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής υπό την εποπτεία της (άρθρο 68 του Ν. 3601/07, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4021/11 και συμπληρώθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 10 του Ν. 4051/12 και Κανονισμός ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων), γι’ αυτό και δεν απαιτείται η έκδοση δικαστικής απόφασης, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της πτώχευσης κάποιας άλλης επιχείρησης.