Άρειος Πάγος 1109/2017 «περί αρχής της εύνοιας και αρχής της τάξεως»

Περίληψη: Με την ατομική σύμβαση είναι δυνατόν να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συγκεκριμένη ΣΣΕ ή ΔΑ μη δεσμευτική για τους συμβαλλομένους – Η αρχή της εύνοιας εφαρμόζεται στη σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδος. Ενώ, κατά την συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδος εφαρμόζεται η αρχή της τάξεως, σύμφωνα με την οποία νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν είναι δυσμενέστερη – Έννοια κλαδικών ΣΣΕ και δεσμευτικότητα – Επέκταση δεσμευτικότητας από της εκδόσεως της ΥΑ περί κηρύξεως ΣΣΕ - ΔΑ ως υποχρεωτικής και όχι αναδρομικώς.

(...) 4. Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ’ ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τον ανωτέρω μισθό που καθορίζεται από τις ως άνω ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός (ΑΠ 567/04, ΑΠ 225/02). Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 567/2004 ). Επίσης, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση (ΟλΑΠ 26/07, ΑΠ 1159/14). Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής συμβάσεως εργασίας, και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρυθμίσεως) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά, ως προς την συσχέτιση περισσότερων ΣΣΕ, αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1876/90). Κατά την συσχέτιση περισσότερων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας, δεν εφαρμόζεται η παραπάνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/90 (που ρυθμίζει τη σχέση νόμου και ΣΣΕ), αλλά οι νεώτεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και εφαρμόζονται αυτοί, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς. Ακόμη, από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 1876/90 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (διαδοχή ΣΣΕ). Διαδοχή ΣΣΕ υπάρχει όταν χρονικά νεότερη ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ, η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων). Κατά συνέπεια, νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγουμένη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις, οπότε δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι εφ’ όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους. Εκτός εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και, εφ’ όσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, οι οποίοι με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Για να καταστεί, όμως, όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας κανονιστικός όρος της ΣΣΕ, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ (ΑΠ 228/14, ΑΠ 277/09, ΑΠ 1017/06). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 περ. β’ και γ’ του Ν. 1876/90, οι ΣΣΕ διακρίνονται, μεταξύ άλλων, σε «κλαδικές», οι οποίες αφορούν στους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας και σε «επιχειρησιακές», οι οποίες καταρτίζονται μεταξύ του εργοδότη και της συνδικαλιστικής οργάνωσης μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης που απασχολεί τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και αφορούν σε όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς αυτής (ΑΠ 692/14, ΑΠ 1494/10). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 β, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 και 3 του άνω Ν. 1876/90, προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν, κατ’ αρχήν, τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από το χρόνο εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως(παρ. 20) (όχι αναδρομικά) και στους εργαζομένους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων. (...)

Με την κρίση του το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι καταρτίσθηκαν έγγραφες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων περί ρυθμίσεως των συμβατικών αποδοχών του αναιρεσίβλητου σε ύψος ανώτερο των προβλεπομένων από τις ΕΓΣΣΕ κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα και του νόμιμου κατώτατου μισθού, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, των όρων της ΕΓΣΣΕ των ετών 2009 και εφεξής, του Ν. 1876/90 και της ΠΥΣ 6/12. (...)