Άρειος Πάγος 1769/2017 «περί πρόσθετης οικειοθελούς παροχής επί πρόσθετης εργασίας»

Περίληψη: Η παροχή από τον μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας μη συναφούς με την συμφωνηθείσα αρχικώς κυρία απασχόλησή του, η οποία παρέχεται συνήθως μόνον με μισθό, αμείβεται με τον ειθισμένο μισθό – Προσδιορισμός παροχής κατά δικαίαν κρίσιν, σύμφωνα με το άρθρο 371 ΑΚ – Προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως είναι η αοριστία της παροχής, αλλά και η ανάθεση με την σύμβαση της συμπληρώσεώς της δια του προσδιορισμού της παροχής σε ένα από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτο – Έννοια «μισθού» – Δεν αποτελούν μισθό οι οικειοθελείς παροχές που χορηγούνται με την επιφύλαξη ελευθέρας μονομερούς διακοπής από τον εργοδότη – Περίπτωση καταβολής προσθέτου αμοιβής για πρόσθετα καθήκοντα, χωρίς υποχρέωση καταβολής ειδικής αμοιβής – χρηματικής παροχής ως bonus υπερπροσπάθειας, η οποία επαφίετο στην διακριτική ευχέρεια του εργοδότη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στο μισθωτό τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή τον μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 270/17). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ «Αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο». Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση. Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ’ έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ’ άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπλήρωσής της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους (ΑΠ 650/16).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 Ν. 2112/20, 5 παρ. 1 Ν. 3198/55 και 1 της 95/49 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας του ημερομισθίου» που κυρώθηκε με το νόμο 3248/55 προκύπτει ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή έστω πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 147/17).

(...) Επειδή η εναγομένη - εργοδότρια του ενάγοντος αποφάσισε να πραγματοποιήσει τον υψίστης σημασίας και μείζονος ενδιαφέροντος στόχο της μετατροπής του ΟΤΕ σε σύγχρονη και ανταγωνιστική τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση, ανέκυψε ανάγκη από πλευράς της ως εργοδότριας για παροχή εργασίας πέραν από την κατά τα άνω συμφωνημένη και συνηθισμένη με βάση τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος (ως προϊσταμένου της διεύθυνσης οργάνωσης) και προς κάλυψη των ανακυψασών αναγκών της αυτών, ανέθεσε στον ενάγοντα - εργαζόμενό της πρόσθετη εργασία και συγκεκριμένα τα πρόσθετα καθήκοντα των ανωτέρω αρμοδιοτήτων ως προϊσταμένου του γραφείου συντονισμού και υποστήριξης ΑΟΜ, ως διευθυντή του προγράμματος ΣΟΔΕ και ως προϊσταμένου του γραφείου προγράμματος ΣΟΔΕ, τα οποία ο ενάγων άσκησε μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια της εργασίας του αλλά και εκτός των ορίων αυτών... και στα πλαίσια των οποίων πρόσθετων καθηκόντων του κατά την έννοια του άρθρου 659 του ΑΚ, ο ενάγων: α) πρωτοστάτησε στην εκπόνηση του επιχειρησιακού σχεδίου 1996 - 2000 καθώς και στην εκπόνηση των ετησίων λειτουργικών προγραμμάτων για την εξειδίκευσή του, β) εργάστηκε για την εφαρμογή ενός νέου συστήματος διοίκησης της εναγομένης, γ) καθοδηγούσε, συντόνιζε, επόπτευε και έλεγχε τις ενέργειες για την εφαρμογή των περιφερειακών υπηρεσιακών λειτουργιών, οι οποίες εγκρίθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης κατά την... από 11-7-1996 συνεδρίασή του, δ) ορίσθηκε και διετέλεσε μέλος του συμβουλίου ελέγχου προγράμματος ΣΟΔΕ, του οποίου ήταν και ο εισηγητής των θεμάτων και ε) διετέλεσε μέλος του συμβουλίου ελέγχου για την παρακολούθηση της χρηματοδότησης του Β’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης σε ό,τι αφορούσε το εν λόγω πρόγραμμα ΣΟΔΕ, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το Β’ ΚΠΣ μετά από δικές του προσπάθειες και ενέργειες, δεδομένου ότι υπήρχε δεσμευτικός για τον ενάγοντα όρος, ως διευθυντή του έργου ΣΟΔΕ, να καταβάλει κάθε προσπάθεια ένταξης του ΣΟΔΕ στο Β’ ΚΠΣ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την ως άνω εργασία του, την οποία προσέφερε ως προϊστάμενος του γραφείου συντονισμού και υποστήριξης ΑΟΜ, ως διευθυντής του Προγράμματος ΣΟΔΕ και ως προϊστάμενος του Γραφείου Προγράμματος ΣΟΔΕ, η οποία ήταν σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρόσθετη κατά την έννοια του άρθρου 659 του ΑΚ, ο ενάγων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής σύμφωνα με τη διάταξη αυτή και πράγματι έλαβε τέτοια πρόσθετη - συμπληρωματική αμοιβή, η οποία ήταν πέραν και εκτός από την τακτική μισθοδοσία του, την οποία (τακτική μισθοδοσία) ελάμβανε εξ ολοκλήρου κατά το άνω χρονικό διάστημα που προσέφερε πρόσθετη εργασία. Ειδικότερα για πρόσθετη - συμπληρωματική αμοιβή, καθορισθείσα ανάλογα με το είδος, τη διάρκεια και τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις της ως άνω πρόσθετης εργασίας του, ο ενάγων έλαβε... τα ακόλουθα ποσά: (...) Δηλαδή συνολικά ως πρόσθετες αμοιβές και πέραν των τακτικών αποδοχών του ο ενάγων έλαβε το ποσό των 27.045.146 δραχμών ή 79.369,46 ευρώ. Έτσι ο ενάγων για την παρασχεθείσα ως άνω πρόσθετη εργασία του έχει λάβει τα δικαιούμενα για την αιτία αυτή χρηματικά ποσά της πρόσθετης αμοιβής, η οποία καθορίστηκε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα από το διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος προς τούτο από το διοικητικό συμβούλιο της τελευταίας και η οποία (πρόσθετη αμοιβή) έγινε αποδεκτή από τον ενάγοντα χωρίς επιφύλαξη, κατά συνέπεια δε ο τελευταίος δεν δικαιούται κανενός άλλου ποσού για την αιτία αυτή.

Εκτός όμως της ανωτέρω πρόσθετης αμοιβής για την ως άνω πρόσθετη εργασία που προσέφερε κατά τα προαναφερόμενα ο ενάγων, η εναγομένη είχε υποσχεθεί την καταβολή ειδικής αμοιβής ―χρηματικής παροχής ως μπόνους (bonus) υπερπροσπάθειας― υπεραπόδοσης στους εμπλεκόμενους στην υλοποίηση του προγράμματος ΣΟΔΕ υπαλλήλους και στελέχη της. (...)

Πράγματι η ως άνω υπόσχεση της εναγόμενης περί χορηγήσεως ειδικής αμοιβής ως πριμ - μπόνους απόδοσης στον ενάγοντα ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική της ευχέρεια, καθόσον η εν λόγω υπόσχεση είχε δοθεί εκουσίως και από ελευθεριότητα από πλευράς της ως εργοδότριας, χωρίς την ύπαρξη νόμιμης υποχρέωσης και χωρίς πρόθεση να αποτελέσει η εν λόγω υποσχεθείσα αμοιβή αντάλλαγμα για την παρασχεθείσα εργασία του και ως εκ τούτου χωρίς πρόθεση συμβατικής της δέσμευσης έναντι του ενάγοντος περί καταβολής της αμοιβής αυτής, με συνέπεια έτσι να μη δημιουργηθεί υποχρέωση της εναγομένης και αντίστοιχο δικαίωμα του ενάγοντος αναφορικά με την εν λόγω χρηματική παροχή. Συμβατική δέσμευση της εναγομένης είχε δημιουργηθεί μόνο ως προς την καταβολή της ως άνω πρόσθετης αμοιβής, την οποία κατά τα προαναφερόμενα του έχει καταβάλει. Αντίθετα μάλιστα η εναγομένη, όσον αφορά την χορήγηση των ως άνω ειδικών αμοιβών πριμ απόδοσης, είχε επιφυλάξει το δικαίωμα ανακλήσεως της υπόσχεσης για χορήγηση τέτοιων αμοιβών - μπόνους και της μη χορήγησης αυτών, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι είχε εξαρτήσει τη χορήγηση τέτοιων χρηματικών παροχών από την υπερκάλυψη των χρονικών, ποιοτικών ή ποσοτικών στόχων που είχαν τεθεί κατά τη σύνταξη του καθορισμού απαιτήσεων προγράμματος (PRD) του έργου... ενώ επιπλέον στην περίπτωση του ενάγοντος είχε διατυπώσει την επιφύλαξη της εγκρίσεως προηγουμένως του απολογισμού του ως άνω προγράμματος ΣΟΔΕ.

Συνεπώς η ως άνω υπόσχεση χορήγησης ειδικής αμοιβής ―χρηματικής παροχής― μπόνους απόδοσης στον ενάγοντα ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια της εναγομένης - εργοδότριας, αφού κατά τα προεκτιθέμενα είχε το χαρακτήρα υπόσχεσης χορήγησης οικειοθελούς παροχής στον ενάγοντα, ελεύθερα ανακλητής από αυτή, χωρίς έτσι να υφίσταται ούτε ρητή αλλά ούτε και σιωπηρή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και κατ’ επέκταση συμβατική δέσμευση της εναγομένης για την καταβολή της ούτε σε κάθε περίπτωση και νόμιμη σχετική υποχρέωση αυτής. (...) Εξάλλου ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του τα στοιχεία της ύπαρξης επιχειρησιακής συνήθειας - πρακτικής στην επιχείρηση της εναγομένης περί χορηγήσεως τέτοιων αμοιβών, ώστε να πηγάζει από αυτή συμβατική δέσμευση της εναγομένης περί καταβολής της ένδικης αμοιβής. Επίσης ο ενάγων, αν και αναφέρει ότι άλλα στελέχη της εναγομένης έλαβαν για τη συμμετοχή τους στο εν λόγω πρόγραμμα ΣΟΔΕ τέτοιες ειδικές αμοιβές (bonus απόδοσης), ενώ ο ίδιος δεν έλαβε, δεν θεμελιώνει την αγωγή στην παραβίαση από πλευράς της εναγομένης ως προς το πρόσωπό του της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων της. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω δεν υφίσταται ούτε εκ του νόμου αλλά ούτε εκ της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή της ένδικης ειδικής αμοιβής, ενώ ούτε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 371 του ΑΚ συντρέχει, αφού προϋπόθεση για την εφαρμογή της τελευταίας διάταξης είναι η ύπαρξη συμβατικής ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής της οποίας δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση, ενώ στην ένδικη περίπτωση σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα δεν υφίσταται συμβατική ενοχή της εναγομένης για την καταβολή της επίμαχης αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος. Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο [που προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως αόριστη), είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει την κύρια και τις δύο πρώτες επικουρικές βάσεις της αγωγής και είχε κρατήσει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό] απέρριψε την αγωγή κατά τις ανωτέρω βάσεις της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ελλείψεως υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή της οφειλόμενης επίδικης ειδικής παροχής (bonus) λόγω της φύσεως αυτής ως οικειοθελούς παροχής.(...)