Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2039/2018: «Μη καταχρηστική η άρνηση Τράπεζας να εξακολουθήσει να χρηματοδοτεί τον Λογαριασμό ΛΕΠΕΤΕ»

Περίληψη: Ισοδύναμοι προς τον αντίστοιχο δημόσιο φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφαλίσεως θεωρούνται και οι κλάδοι ή ειδικοί λογαριασμοί επικουρικής ασφαλίσεως στους οποίους η υπαγωγή είναι υποχρεωτική – Ίδρυση ΕΤΑΤ και σκοπός του – Έννοια πρακτικής της εκμεταλλεύσεως ή επιχειρησιακής συνήθειας - Υπόθεση «ΛΕΠΕΤΕ» – Διακοπή της χρηματοδοτήσεως του λογαριασμού από την Τράπεζα και διακοπή της παροχής στους δικαιούχους – Αιτήματα και βάση – Ο ΛΕΠΕΤΕ δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως φορέας κυρίας κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά αποτελεί φορέα επικουρικής ασφαλίσεως με σκοπό την συμπλήρωση της καταβλητέας κυρίας συντάξεως. Ωστόσο, συνιστά φορέα υποχρεωτικής και όχι προαιρετικής επικουρικής ασφαλίσεως και όχι θεσμό μετεργασιακής μέριμνας μη σχετιζόμενο με φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως. Η μηνιαία επικούρηση συνιστά μηνιαία επικουρική σύνταξη – Ο ΛΕΠΕΤΕ δεν ταυτίζεται με το νομικό πρόσωπο της Τράπεζας, αλλά συνιστά ξεχωριστή οικονομική μονάδα, αυτοδιοικούμενη και αυτοδιαχειριζόμενη. Υπό αυτή την έννοια, δεν μπορεί να θεμελιωθεί βασιμότητα της ενδοσυμβατικής υποχρεώσεως της Τράπεζας να χρηματοδοτεί τον ΛΕΠΕΤΕ στο διηνεκές – Οι παροχές εκ του ΛΕΠΕΤΕ δεν είναι εγγυημένες. Το πρόγραμμα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «καθορισμένων παροχών» και ο κίνδυνος επιρρίπτεται στους εργαζομένους – Η Τράπεζα κατά την χρηματοδότηση του ΛΕΠΕΤΕ εξέφραζε ρητώς την επιφύλαξη ότι η χρηματοδότηση δεν παράγει συμβατική της δέσμευση. Συνεπώς, δεν μπορεί να ανακύψει υποχρέωση περί εξακολουθήσεως χρηματοδοτήσεως του ΛΕΠΕΤΕ από την Τράπεζα και δεν είναι καταχρηστική η άρνηση της Τραπέζης να εξακολουθήσει να χρηματοδοτεί τον Λογαριασμό ΛΕΠΕΤΕ.

(…) Α.Ι. Οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, την μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών – εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζομένους (βλ. Αγ. Στεργίου, «Το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση», ΕΔΚΑ 2005/167, Π. Παπαρρηγοπούλου – Πεχλιβανίδη, «Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης», 2013, σελ. 112). Ειδικότερα στον τομέα των Τραπεζών, οι εργαζόμενοι έχουν ιδρύσει, με βάση τις αρχές του ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις που επιδιώκουν την ενίσχυση των μελών τους, πέραν των παροχών της υποχρεωτικής κύριας ασφάλισης, διαμέσου χορηγήσεως επικουρικού βοηθήματος μετά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία. Οι ενώσεις αυτές, όπως προεκτέθηκε, απαντώνται συνήθως είτε με τη μορφή ταμείων αλληλοβοήθειας είτε με τη μορφή ειδικών λογαριασμών. Οι δε ειδικοί αυτοί λογαριασμοί συνιστώνται με συμφωνία εργοδότη και εργαζομένων, ιδρύοντας αντίστοιχη ενοχική σχέση, ή με τη μονομερή βούληση του εργοδότη, στη βάση της συλλογικής αυτονομίας εργοδοτών και εργαζομένων. Η λειτουργία τους κατοχυρώνεται κατά βάση στο άρθρο 5 του Συντάγματος και αποτελούν ενώσεις περιουσίας, που έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου ειδικού σκοπού, στερούμενες νομικής προσωπικότητας (βλ. ΟλΑΠ 9/12, ΟλΑΠ 25/08 και ΑΠ 134/16, άπασες δημ. σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», Αρτ. Αναγνώστου - Δεδούλη,«Κοινωνική Ασφάλιση από νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου», 2006, σελ. 149, Γ. Παπαδημητρίου, «Ζητήματα συνταγματικότητας της παρέμβασης του Κράτους στα ταμεία αλληλοβοήθειας των τραπεζών», ΝοΒ 1991/68). Οι ίδιοι ως άνω ειδικοί λογαριασμοί διέπονται, καταρχάς, από τις διατάξεις του καταστατικού τους ή τους όρους των εκάστοτε συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτούς μπορεί να έχει υποχρεωτικό ή προαιρετικό χαρακτήρα, ενώ τους αναγνωρίζεται τυπική και ουσιαστική αυτοτέλεια και δεν υπόκεινται σε κρατική εποπτεία, αφού ελέγχονται από τα όργανα που ορίζονται από τα ίδια και όχι από τον αρμόδιο για τα ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης Υπουργό (βλ. Γ. Παπαδημητρίου, όπ.π, σελ. 1369, Α. Αναγνώστου - Δεδούλη, «Το διεθνές λογιστικό πρότυπο 19 και οι επιπτώσεις του στα επικουρικά ταμεία των τραπεζών», ΕΔΚΑ 2004/321 και 328 υποσημ. 41). Εξάλλου, η σύσταση ειδικών λογαριασμών, προς τη συγκέντρωση περιουσίας για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό, δεν αποκλειόταν κατά το παρελθόν (και δη κατά το έτος 1949 που ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση, ως έτος σύστασης του «ΛΕΠΕΤΕ»), αντιθέτως η νομοθεσία προέβλεπε τη σύστασή τους ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών για ασφαλιστικές παροχές (άρ. α παρ. 7 του ΑΝ 1022/46, βλ. ΟλΑΠ 25/08 και ΟλΑΠ 9/12, αμφότερες σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Άλλωστε, νομικά πρόσωπα ή ενώσεις περιουσίας χωρίς νομική προσωπικότητα, που συνεστήθησαν κατόπιν ιδιωτικής πρωτοβουλίας και που παρέχουν επικουρική και δη υποχρεωτική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους, λειτουργώντας δηλαδή ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ο νομοθέτης άλλοτε τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρ. 3 παρ. 2 του Ν. 1495/38) και άλλοτε, χωρίς να τα αναγάγει σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομόλογους προς τους φορείς της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης (βλ. ΟλΣτΕ 2197-2202/10, ΟλΣτΕ 240/06, πρακτικό συνεδρίασης και γνωμοδότηση ΣτΕ, αμφότερα δημ. σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΟλΑΠ 9/12, ΟλΑΠ 25/08, όπ.π, ΕφΑθ 487/17, προσκομιζόμενη). Ειδικότερα, αναφορικά με το χαρακτηρισμό των ανωτέρω, ακόμα δηλαδή και των ειδικών λογαριασμών με ασφαλιστικό σκοπό, ως φορέων κοινωνικής ασφάλισης, σημειώνεται ότι και ο ίδιος ο νομοθέτης, ακολουθώντας το λειτουργικό κριτήριο (βλ. Π. Παπαρρηγοπούλου - Πεχλιβανίδη, όπ.π, σελ. 113), δίνει έναν ευρύ ορισμό του ασφαλιστικού φορέα, ορίζοντας στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. β’ του Ν. 2084/92 ότι, πλην των ασφαλιστικών ταμείων και οργανισμών που λειτουργούν με τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών ασφαλίσεων, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης «νοούνται τα ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ΝΠΙΔ, οι Υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος..».Ομοίως στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. β του Ν. 1902/90 (όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 1976/91), με την οποία προβλέφθηκε η εφαρμογή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων και για τους εργαζόμενους στις τράπεζες, ο νομοθέτης διευκρινίζει ότι ως επικουρικά ταμεία, ήτοι ως φορείς επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, «...νοούνται τα επικουρικά ταμεία, οι κλάδοι, ή λογαριασμοί των τραπεζικών υπαλλήλων που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ καθώς επίσης και οι άλλοι φορείς ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ’ όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων...». Επιπλέον επιχείρημα προς την ίδια κατεύθυνση, ήτοι της ένταξης των ανωτέρω ειδικών λογαριασμών στην έννοια του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αντλείται από την υπαγωγή τους στις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης, αφού, σύμφωνα με τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 12 του Ν. 1405/83, για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, «ως οργανισμοί επικουρικής ασφάλισης θεωρούνται όλα τα ΝΠΔΔ που χορηγούν περιοδικές παροχές, βοηθήματα ή μερίσματα, ως και κάθε άλλος οργανισμός που χορηγεί τέτοιες παροχές, ανεξάρτητα με την ονομασία και τη νομική του μορφή, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα και τις εισφορές των ασφαλισμένων». Εξάλλου, η ένταξη των προαναφερόμενων ειδικών λογαριασμών με ασφαλιστικό σκοπό στην έννοια του φορέα κοινωνικής ασφάλισης και δη του φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης επιβεβαιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι - μελλοντικοί δικαιούχοι του βοηθήματος, που χορηγείται μέσω αυτών, εξαιρούνται, βάσει του καταστατικού τους, από την υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση στο «ΙΚΑ - ΕΤΑΜ». Τούτο διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 3 του Ν. 1902/90 (σε αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 997/79), η εξαίρεση αυτή μπορούσε να λάβει χώρα υπό την προϋπόθεση ότι οι ειδικοί αυτοί λογαριασμοί λειτουργούσαν ως φορείς επικουρικής ασφάλισης, καθ’ υποκατάσταση του δημόσιου φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, δεδομένου ότι, κατά την ακριβή διατύπωση της εν λόγω διάταξης, ενώ η υπαγωγή στην επικουρική ασφάλιση του «ΙΚΑ - ΕΤΑΜ» είναι υποχρεωτική, «κατ’ εξαίρεση τα επικουρικά ταμεία, λογαριασμοί ασφαλίσεως μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σ’ αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του «ΙΚΑ - ΕΤΑΜ».Προς εξασφάλιση δε των εργαζομένων, οι οποίοι για την επικουρική τους ασφάλιση υπάγονταν στους εν λόγω φορείς και όχι στον αντίστοιχο δημόσιο φορέα, βάσει της διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 997/79, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 3 του Ν. 2084/92 και τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2335/95 «…συγχωνεύονται στο ΙΚΑ - ΤΕΑΜ οι φορείς επικουρικής ασφάλισης, οι οποίοι, λαμβανομένων υπόψη του ύψους των εισφορών των ασφαλισμένων και εργοδοτών, των προσόδων περιουσίας, των προϋποθέσεων απονομής των παροχών, του ύψους και της εκτάσεως αυτών και των εξόδων διοίκησής τους, δεν μπορούν να παρέχουν την ελάχιστη ασφαλιστική προστασία, την οποία παρέχει εκάστοτε το ΙΚΑ - ΤΕΑΜ. Επίσης συγχώνευση κατά τα ανωτέρω γίνεται και των φορέων επικουρικής ασφάλισης στους οποίους η σχέση μεταξύ συνταξιούχων και ασφαλισμένων είναι μικρότερη της σχέσης 1 προς 2, εκτός αν η οικονομική κατάσταση του φορέα ασφάλισης επιτρέπει τη συνέχιση της λειτουργίας του. Υπό τις προϋποθέσεις των προηγούμενων εδαφίων συγχωνεύονται στο ΙΚΑ - ΤΕΑΜ και οι κλάδοι ή λογαριασμοί επικουρικής ασφαλίσεως, οι οποίοι λειτουργούν σε κύριους ή επικουρικούς ασφαλιστικούς φορείς, ανεξαρτήτως της δυνατότητας συνεχίσεως αυτοτελούς λειτουργίας των άλλων κλάδων ή λογαριασμών των φορέων αυτών...».Συνεπώς, έστω και χωρίς νομική προσωπικότητα και χωρίς να ασκείται επ’ αυτών κρατική εποπτεία, οι ειδικοί λογαριασμοί που φέρουν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, εκ του ασφαλιστικού σκοπού τον οποίο επιδιώκουν, «νοούνται», κατά τη διατύπωση του νομοθέτη, ως φορείς επικουρικής ασφάλισης. Εφόσον δε η υπαγωγή σε αυτού του είδους τους φορείς επικουρικής ασφάλισης είναι υποχρεωτική, γεγονός το οποίο καταδεικνύεται και από την εξαίρεση των ασφαλισμένων τους από τον δημόσιο φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, λόγω ακριβώς της υπαγωγής των ασφαλισμένων τους σ’ αυτούς (τους συμβατικής προέλευσης φορείς), τότε οι του τελευταίου αυτού είδους και προέλευσης φορείς θεωρούνται ισοδύναμοι του αντίστοιχου δημόσιου φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης. Λειτουργούν καθ’ υποκατάσταση του τελευταίου (βλ. Α. Αναγνώστου - Δεδούλη, όπ.π, σελ. 226) και συνιστούν, κατά λογική αναγκαιότητα, και αυτοί, φορείς υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης. Συνακόλουθα, εκ της ιδιότητός τους αυτής, οι από τους ίδιους χορηγούμενες περιοδικές παροχές συνιστούν επικουρικές συντάξεις (βλ. Γ. Λεβέντης, «Τα αλληλοβοηθητικά Ταμεία ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης και η δέσμευσή τους από τους κανόνες που έχει θεσπίσει η πολιτεία για την αναμόρφωση της κοινωνικής ασφάλισης», ΔΕΝ 2016/721 επ.). Σημειώνεται ότι ο νομοθέτης, στις προαναφερόμενες διατάξεις εκ της ασφαλιστικής νομοθεσίας, κατά την εννοιολογική προσέγγιση των φορέων ασφάλισης, των κείμενων πέραν των δημόσιων υποχρεωτικών φορέων, προβαίνει σε χρήση της λέξης «νοούνται», γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί πλασματικής εξομοίωσης. Τούτο όμως, δεν ισχύει για τους συμβατικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης που λειτουργούν καθ’ υποκατάσταση των νομοθετικών, κατά τα ανωτέρω, διότι τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά των τελευταίων προσεγγίζουν εκείνα των νομοθετικών, ήτοι χαρακτηρίζονται και αυτοί από τη γενικότητα, το αφηρημένο, την καθολικότητα, την υποχρεωτικότητα και τη διευρυμένη ασφαλιστική αλληλεγγύη (βλ. Π. Παπαρρηγοπούλου - Πεχλιβανίδη, όπ.π, σελ. 113).

Α.ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 2992/02, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/20==02 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19-7-2002 «Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων», αλλά και κατά τα διαλαμβανόμενα στον Κανονισμό 1725/03 της Επιτροπής της 19-9-2003 «Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/02 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου», οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 1-1-2005 (ΥΑ 53705/994/03, ΦΕΚ Β’ 1129/03) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (εφεξής ως ΔΛΠ) και ιδίως το ΔΛΠ αρ. 19, το οποίο επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κ.λπ.), ακόμη και των μη ληξιπροθέσμων. Στον ίδιο ως άνω Κανονισμό 1725/03, για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/02 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ορίζεται ότι: «…4. Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών. Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλισμένες παροχές. 5. Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δεν θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους. Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα…». Συνεπώς, ενώ δίδεται ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται μόνο εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών. Με βάση τον ανωτέρω ορισμό, προκειμένου περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας, όσον αφορά τις παροχές προς τους εργαζομένους μετά τη συνταξιοδότηση, περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο, που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως σε ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, το οποίο αποτελεί την εισφορά του εργοδότη. Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών, που καταβάλλονται από την τράπεζα - εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Ενόψει του ότι, επί προγράμματος καθορισμένων εισφορών, η υποχρέωση των τραπεζών εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νομική ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών, βαρύνει τον εργαζόμενο. Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες έχουν αναλάβει τη νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πέραν των, λογιστικής και εν γένει οικονομικής φύσεως, διαφορών των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), ιδίως αναφορικά και με τις επιπτώσεις τους στην οικονομική θέση των τραπεζών, κύρια διαφορά τους, η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, στα πλαίσια του οποίου ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τις τράπεζες, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές (βλ. Αρ. Αναγνώστου - Δεδούλη, «Το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 19 και οι επιπτώσεις του στα επικουρικά ταμεία των τραπεζών», ΕΔΚΑ 2004/321 επ.).

Α.ΙΙΙ. Περαιτέρω, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΛΠ αριθ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του Ν. 2076/92, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους τις υποχρεώσεις αυτές ως υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα το να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα υπήρχε, αν το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές (πολύ περισσότερο γι’ αυτές που μέχρι τότε καταβάλλονταν στο πλαίσιο προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών) σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι σχετικές υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις του αρμόδιου κρατικού φορέα και, κατ’ επέκταση, του κοινωνικού συνόλου, αλλά όχι των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιορίζονταν στις εργοδοτικές εισφορές (όπως συμβαίνει στα ασφαλιστικά προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών) και θα απαλλάσσονταν από την κάλυψη των ελλειμμάτων. Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των ΔΛΠ και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το Ν. 3371/05 «Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις» (ιδίως με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η’ αυτού, άρθρα 57 ως 64) καθορίσθηκαν τα ακόλουθα: Ως προς την κυρία ασφάλιση, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ). Ως προς την επικουρική ασφάλιση, προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1-1-2005 στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ). Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών. Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσης, για τη μη απώλεια δικαιωμάτων που είχαν αποκτηθεί από τους παλαιούς ασφαλισμένους και για την εξίσωση των παροχών που καταβάλλονταν από τα υπό διάλυση ταμεία, προς αυτές που θα καταβάλλονται στο μέλλον από το ΕΤΕΑΜ, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ).Επιπρόσθετα, προβλέφθηκε η λειτουργία του ΕΤΑΤ ως φορέα σύνδεσης και διαμεσολάβησης μεταξύ του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και του ΕΤΕΑΜ, ενώ και πάλι ορίσθηκε ότι στην ασφάλιση του ΕΤΑΤ υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του Ν. 2076/92 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών. Η πρόβλεψη του νομοθέτη ήταν να γίνει η διάλυση των κατ’ ιδίαν ταμείων επικουρικής ασφάλισης με συναίνεση των ενδιαφερομένων και, μετά την ένταξη των ασφαλισμένων και συνταξιούχων στο ΕΤΑΤ, να περιέλθει σ’ αυτό το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των ταμείων που θα διαλυθούν. Προβλέφθηκε, ακόμη, ότι το ποσό της επιβάρυνσης εκάστου πιστωτικού ιδρύματος και του αντίστοιχου, παλαιού ταμείου από την υπαγωγή των ασφαλισμένων και συνταξιούχων στο ΕΤΑΤ θα προσδιορισθεί με εκπόνηση ειδικής οικονομικής μελέτης. Παρά ταύτα, ορίσθηκε ότι, σε περίπτωση που δεν αποφασισθεί εκουσίως η διάλυση των επικουρικών ταμείων ή των κλάδων σύνταξης αυτών ή των ενώσεων προσώπων ή των ειδικών λογαριασμών, αλλά θα προκύψουν δικαστικές διενέξεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, στο πλαίσιο των ιδιωτικών συμφωνιών που είχαν καταρτίσει μεταξύ τους για την ίδρυση και λειτουργία των ταμείων, το ΕΤΑΤ, με αίτημα του αρμόδιου οργάνου του εργοδότη ή των εργαζομένων ή του ταμείου (υποβαλλόμενο, δηλαδή, και μονομερώς), αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση και διαχείριση των πάσης φύσεως υποθέσεων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των οικείων επικουρικών ταμείων που αφορούν σε ασφαλιστικά ή συνταξιοδοτικά τους ζητήματα, όπως είσπραξη εισφορών ή απονομή και καταβολή συντάξεων, χωρίς, όμως, να εμπλέκεται στις αντιδικίες αυτές. Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλομένη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (βλ. ΟλΑΠ 9/12, ΟλΣτΕ 2197-2202/10, όπ.π). Ταυτόχρονα, όμως, η παρέμβασή του υπαγορεύτηκε από τη σπουδαιότητα, την οποία ο ίδιος ο νομοθέτης αναγνώρισε στο περιστατικό ότι η εφαρμογή των ΔΛΠ από τα πιστωτικά ιδρύματα του Ν. 2076/92, σε συνδυασμό αφενός με τη διαιώνιση της υποχρέωσης αυτών να εξασφαλίζουν στα οικεία επικουρικά ταμεία τους πόρους, που απαιτούνταν εκάστοτε για την από τα ταμεία πληρωμή των οφειλομένων ασφαλιστικών παροχών, και αφετέρου με την αναμενόμενη σημαντική μείωση των προς τα ταμεία ασφαλιστικών εισφορών μετά την από 1-1-2005 υποχρεωτική υπαγωγή των νέων ασφαλισμένων στο ΕΤΕΑΜ, θα έθετε σε διακινδύνευση την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Εφόσον δε η έλλειψη κεφαλαιακής επάρκειας οδηγούσε στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας ενός ή πλειόνων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα ετίθετο ζήτημα που ενδιέφερε γενικότερα την Εθνική Οικονομία (βλ. ΟλΑΠ 9/12, ΟλΣτΕ 2197-2202/10, όπ.π).

  1. IV. Ως πρακτική της εκμετάλλευσης ή επιχειρησιακή συνήθειανοείται η διαμορφούμενη μέσα στο χώρο της επιχείρησης πρακτική από το μακροχρόνιο και ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργαζομένων και εργοδοτών, η οποία από μόνη της μεν δεν συνιστά πηγή γέννησης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας (βλ. ΑΠ 603/17 και ΑΠ 868/15, αμφότερες δημ. σε ΤΝΠ ΔΣΑ «Ισοκράτης», ΑΠ 226/14, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 665/12, ΑΠ 1217/05, ΝοΒ 2006/206, ΑΠ 1263/05, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 2/92, ΝοΒ 1993/458). Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, χωρίς νομική ή προϋφιστάμενη συμβατική δέσμευση, είτε ρητά, με ανακοίνωσή του, υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών, είτε, χωρίς ρητή και θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες παροχές στους εργαζομένους, οι οποίες πάντως προϋποτίθεται ότι είναι νόμιμες (βλ. ΑΠ 120/17 και ΑΠ 397/15, αμφότερες δημ. σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), οπότε η αποδοχή αυτών των παροχών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελεύθερα ανακλητής θέλησης. Για τη διαμόρφωση, όμως, επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι μακροχρόνια, γενική και απρόσωπη, όπως επίσης και ανεπιφύλακτη. Ειδικότερα, οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο ίδιος (ο εργοδότης) κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών (βλ. ΑΠ 1237/17, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 95/09, ΔΕΝ 2009/219, Στ. Βλαστός,«Ατομικό Εργατικό Δίκαιο», 2012, 372 - 373). Σε κάθε περίπτωση, η επιφύλαξη αυτή του εργοδότη, ρητή ή σιωπηρή, πρέπει να είναι σαφής, δηλαδή να προκύπτει από αυτήν κατά τρόπο αναμφισβήτητο η βούληση του εργοδότη να αποκλείσει κάθε δέσμευση για το μέλλον. Άλλωστε, αναφορικά με την ύπαρξη επιφύλαξης, είναι δυνατόν και από την εκτίμηση των περιστάσεων να προκύπτει ότι ο εργοδότης ήθελε να δεσμευθεί για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ή ότι η παροχή θα δίνεται με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων και ότι οι εργαζόμενοι όφειλαν και μπορούσαν να αντιληφθούν τον περιορισμό αυτό (βλ. Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», σελ. 155). Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της ρητής ή σιωπηρής διατύπωσης επιφύλαξης, από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ’ επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των οικειοθελών παροχών. Κατά συνέπεια, η από τον εργοδότη διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθ. 7 Ν. 2112/20 δικαιώματα του εργαζομένου, ούτε θεμελιώνει αξίωση για τη συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής. Επομένως, και κατ’ αντίθεση, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά), από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί μόνον εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (βλ. ΑΠ 603/17, όπ.π, ΑΠ 1402/17 και ΑΠ 147/17, αμφότερες δημ. σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 13/15, ΔΕΕ 2015/46, ΑΠ 364/13, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 258/12, ΔΕΕ 2013/166, ΑΠ 1681/10, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 48/15, ΤΝΠ ΔΣΑ «Ισοκράτης»).

A.V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη αδικοπραξίας και την εκ ταύτης απορρέουσα υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση του παθόντος (άρ. 297 - 299 του ΑΚ), εκτός από την επέλευση της ζημίας, απαιτείται: α) η ζημία αυτή να έχει επέλθει από το δράστη παράνομα, συγχρόνως δε και υπαίτια, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (άρ. 330 του ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσης ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή, στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΑΠ 1758/14, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 481/12, ΕΠολΔ 2012/641, ΑΠ 363/12, ΕΕμπΔ 2012/927, ΑΠ 1535/11, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Ιδίως δε επί μελλοντικής ζημίας, προσαπαιτείται να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Ειδικότερα, η αιτιώδης διαδρομή μεταξύ πράξης και μελλοντικής ζημίας πρέπει να προσδοκάται με πιθανότητα, η οποία δεν υπάρχει όταν παρεμβάλλονται μελλοντικοί αστάθμητοι παράγοντες, που καθιστούν τη ζημία άδηλη και υποθετική. Δηλαδή, εάν η πραγματοποίηση της ζημίας στο μέλλον εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, οι οποίοι κατά την άσκηση ή έστω μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, είναι τουλάχιστον αστάθμητοι ή από πιθανότητες, οι οποίες είναι ενδεχόμενο ή όχι να επέλθουν και των οποίων η πραγματοποίηση στο μέλλον είναι αδύνατον, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να προβλεφθεί με ασφάλεια κατά το χρόνο που συζητείται η αγωγή, δεν μπορεί να απαιτηθεί αποζημίωση από τώρα ως πρόωρη, αναβαλλομένου του καθορισμού της αποζημίωσης και της καταδίκης των εναγομένων σε μεταγενέστερο χρόνο, διότι η σχετική αξίωση δεν έχει πλήρως γεννηθεί και διαμορφωθεί και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί το πραγματικό της αγωγής, (βλ. ΕφΔυτΜακ 44/15, Αρμ 2016/612, ΕφΑνΚρητ 10/12, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΑθ 7995/06, ΕλλΔνη 2008/222, ΕφΘεσ 949/00 Αρμ. 2001/324). Περαιτέρω, ως προς την έννοια του παρανόμου, γίνεται δεκτό ότι η προκληθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη, όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευόμενο από το νόμο. Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφαλείας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλονότι η παράβαση της, κοινωνικά επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρεούσης, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας, συντρέχει όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τοιαύτη νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ (βλ. ΑΠ 1028/15, ΑΠ 949/15, ΑΠ 932/14, δημ. σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1501/14, ΔΕΕ 2014/87, ΕφΘεσ 43/16, ΕλλΔνη 2016/19). Σημειώνεται ότι είναι δυνατόν μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή καθεαυτή, και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος υπαιτίως ζημία σε άλλον (βλ. ΑΠ 334/15, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1596/15, ΧρΙΔ 2015/185, ΑΠ 1596/14, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1527/13, ΧρΙΔ 2014/281). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρόστηση είναι η ανάθεση από κάποιον (προστήσαντα) σε τρίτο πρόσωπο (προστηθέντα) ορισμένης υπηρεσίας που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων (επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων), του προστήσαντος, ενώ προϋπόθεση αυτής είναι να υπάρχει ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα σχέση εξάρτησης, έστω και χαλαρή, ήτοι ο προστηθείς να τελεί υπό τον έλεγχο ή την επίβλεψη ή κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται. Η υπόθεση στην οποία ο προστηθείς απασχολείται μπορεί να αποτελεί εκπλήρωση ενοχικής υποχρέωσης του προστήσαντος έναντι τρίτου και είναι αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος (βλ. ΑΠ 401/17, ΑΠ 1262/17 και ΑΠ 899/14, δημ. σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1351/12, ΝοΒ 2013/375, ΑΠ 687/11, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 316/09, ΔΕΕ 2009/811).

Β.Ι. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή τους, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι άπαντες, πρώην εργαζόμενοι της εναγομένης και νυν συνταξιούχοι, είναι δικαιούχοι μετεργασιακής παροχής, καταβλητέας μηνιαίως μέσω ενός κοινού έντοκου λογαριασμού ειδικού σκοπού, άνευ νομικής προσωπικότητας, τιτλοφορούμενου ως «Ειδικός Λογαριασμός Επικούρησης του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος» (εφεξής ως «ΛΕΠΕΤΕ»), συσταθέντος το έτος 1949, οπότε εγκρίθηκε και ο κανονισμός λειτουργίας του, με απόφαση του τότε Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, κατόπιν συλλογικής συμφωνίας, συναφθείσας ανάμεσα στην τελευταία και στους εργαζομένους της. Ότι η εναγομένη είναι υπόχρεη για καταβολή της ανωτέρω παροχής, συμβατικά, εν τοις πράγμασι και εκ του νόμου, αφού ανέκαθεν η ίδια χρηματοδοτούσε το «ΛΕΠΕΤΕ», ώστε να είναι εφικτή η απρόσκοπτη καταβολή της (της παροχής) στους δικαιούχους, μέσω του τελευταίου. Ότι, ειδικότερα, η υποχρέωση αυτή της εναγομένης απορρέει από το γεγονός ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» λειτουργεί ως Υπηρεσία δική της, ταυτισμένη με το νομικό πρόσωπο αυτής, αλλά και εκ της φύσεως του «ΛΕΠΕΤΕ» ως προγράμματος καθορισμένων, εγγυημένων, παροχών, όπως προκύπτει από δηλώσεις της διοίκησης της εναγομένης, αλλά και από ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού του «ΛΕΠΕΤΕ», καθώς και από το γεγονός ότι η χρηματοδότηση του τελευταίου, για όσο ποσό χρειάζεται ώστε να καλύπτεται το υφιστάμενο έλλειμμά του και να καταβάλλεται απρόσκοπτα η προβλεπόμενη παροχή στους δικαιούχους, συνιστά πάγια και διαχρονική πρακτική της εναγομένης, σύμφωνη και με τον αρχικό σκοπό ίδρυσης του «ΛΕΠΕΤΕ». Ότι η ανωτέρω υποχρέωση της εναγομένης πηγάζει και από το γεγονός ότι το εν λόγω έλλειμμα του «ΛΕΠΕΤΕ» οφείλεται σε πράξεις και παραλείψεις των οργάνων διοίκησης και διαχείρισής του, τα οποία κυριαρχικά συνιστούσαν όργανα της εναγομένης, και συνίστανται οι πράξεις αυτές και παραλείψεις σε κακοδιαχείριση, άτοκη εκμετάλλευση των αποθεματικών του «ΛΕΠΕΤΕ», για την επίτευξη αποκλειστικά σκοπών της εναγομένης, μη απόδοση πόρων εκ μέρους της τελευταίας, συντέλεση εθελούσιων εξόδων προσωπικού της, με συνακόλουθη μη απόδοση συμφωνημένης ενίσχυσης του «ΛΕΠΕΤΕ», μη ένταξη στον τελευταίο των προσληφθέντων από 1-1-2005 υπαλλήλων της. Ότι η ίδια ως άνω υποχρέωση της εναγομένης ερείδεται και στο νόμο, βάσει των προβλεπόμενων στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 εδ. β και 11 παρ. 2 εδ. β του Ν. 1902/90. Ότι, άλλωστε, η λήψη της επίδικης παροχής, μέσω του «ΛΕΠΕΤΕ», είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας εκάστου των δικαιούχων, δηλαδή και των εναγόντων, δεσμευτικός για την εναγομένη, ώστε η μη καταβολή της να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Ότι, παρά την ανωτέρω υποχρέωσή της, περί χρηματοδότησης του «ΛΕΠΕΤΕ», την οποία εκπλήρωνε επί σειρά ετών, η διοίκηση της εναγομένης, τον Ιούλιο του έτους 2017, αποφάσισε αιφνιδιαστικά και μονομερώς να διακόψει την ως άνω χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα, μετά το μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους, να καθίσταται ανέφικτη και να διακοπεί η καταβολή της προβλεπόμενης παροχής στους δικαιούχους, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες. Ότι η διοίκηση της εναγομένης έλαβε την απόφαση αυτή προφασιζόμενη την οικονομική της κατάσταση, την έλλειψη συμβατικής της δέσμευσης, αλλά και τη συμμόρφωσή της σε διατάξεις που διέπουν τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, ενόψει του ότι όψιμα χαρακτήρισε μονομερώς το «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης, μολονότι ο ίδιος δεν συνιστά τέτοιου είδους φορέα, όπως και η ίδια η εναγομένη είχε υποστηρίξει, μέσω της διοικήσεώς της, ήδη από το έτος 1995. Ότι, δεδομένου ότι το εν λόγω βοήθημα καταλαμβάνει σημαντικό μέρος των μηνιαίων απολήψεων του συνόλου των δικαιούχων, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες, η εν λόγω απόφαση της διοίκησης της εναγομένης, μη ερειδόμενη στο νόμο ή σε πραγματικές συνθήκες, έχει ως άμεση συνέπεια την περιέλευσή τους σε δεινή οικονομική κατάσταση και τους εκθέτει στον ορατό και άμεσο κίνδυνο να καταστούν αναξιόχρεοι και εν γένει μη δυνάμενοι να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, τις οποίες διαμόρφωσαν με την προσδοκία λήψης και της επίδικης παροχής. Ότι, με βάση και τις επιπτώσεις αυτές, η διακοπή καταβολής της επίδικης εργοδοτικής παροχής - επικούρησης συνιστά αθέτηση της εργασιακής σύμβασης και επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή για τους ενάγοντες, ως πρώην εργαζόμενους της εναγομένης, που συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της προσωπικότητάς τους. Για τους λόγους αυτούς, ισχυριζόμενοι ότι η συμπεριφορά της εναγομένης είναι παράνομη, υπαίτια, αντισυμβατική και καταχρηστική, επικαλούμενοι και τις διατάξεις περί εντολής, παρακαταθήκης, κοινωνίας (ως συνδικαιούχοι κατ’ ιδανικά μερίδια του «ΛΕΠΕΤΕ»), αδικοπραξίας, τελεσθείσας μέσω των προστηθέντων στη διοίκηση και διαχείριση του «ΛΕΠΕΤΕ» οργάνων της εναγομένης, αλλά και επικουρικά τις διατάξεις περί συμβάσεως υπέρ τρίτου, για τους προεκτεθέντες λόγους, οι ενάγοντες,όπως το αίτημά τους παραδεκτά περιορίστηκε με δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, (…), ζητούν: Α) κυρίως: 1) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να συνεχίσει να τους καταβάλλει, ως πρώην εργοδότρια, κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και εντεύθεν και εις το διηνεκές την καθορισμένη μηνιαία επικουρική παροχή που δικαιούται και λάμβανε έκαστος αυτών μέσω του «ΛΕΠΕΤΕ», μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2017, και ειδικότερα να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και εις το διηνεκές το συγκεκριμένα προσδιορισμένο ως προς έκαστο των εναγόντων μηνιαίο χρηματικό επικουρικό βοήθημα, καθώς και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων 1 μηνιαία επικούρηση ως δώρο Χριστουγέννων, ½ μηνιαία επικούρηση ως δώρο Πάσχα και ½ μηνιαία επικούρηση ως επίδομα αδείας, ετησίως και εις το διηνεκές, 2) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει την ως άνω οφειλόμενη εργοδοτική μηνιαία παροχή της, για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και εντεύθεν και εις το διηνεκές νομιμότοκα από την επομένη της ημερομηνίας που εκάστη επιμέρους παροχή καθίσταται απαιτητή, ήτοι από την 28η εκάστου ημερολογιακού μήνα, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της παρούσας της μέχρι την εξόφληση, Β) επικουρικά να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να συνεχίσει να καταβάλλει στον τηρούμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα (οργανικά ελλείμματα) για τη συνέχιση της καταβολής σε αυτούς μέσω του «ΛΕΠΕΤΕ» των καθορισμένων μηνιαίων επικουρικών παροχών που προβλέπονται από τον κανονισμό του τελευταίου από τον Ιανουάριο του 2018 και εις το διηνεκές, όπως αυτές οι παροχές αναφέρονται και είχαν διαμορφωθεί το μήνα Νοέμβριο του έτους 2017 και Γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του, άλλως ως ηθική βλάβη, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της. Επίσης ζητούν να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική τους δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Ειδικότερα, ως προς τα ανωτέρω υπό στοιχεία Α) 1 και Α) 2 κύρια αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, κατά το βάσιμο ως προς τούτο ισχυρισμό της εναγομένης, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο ως αναγόμενο σε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (βλ. ΑΠ 1278/17, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1595/14, ΔΕΕ 2015/166, ΑΠ 1617/11, ΝοΒ 2012/890, ΑΠ 595/10, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», Ν. Νίκας, «Πολιτική Δικονομία», τ. ΙΙ, 2003, σελ. 320). Τούτο διότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, ανέκαθεν, η συμβατική υποχρέωση της εναγομένης (ως προς όλες τις μορφές των επικαλούμενων συμβατικών ενοχών), συνίσταται, όχι στην απευθείας καταβολή σε αυτούς, αλλά στη χρηματοδότηση του «ΛΕΠΕΤΕ» προς κάλυψη των ελλειμμάτων του, προκειμένου μέσω αυτού («ΛΕΠΕΤΕ») οι ίδιοι να λαμβάνουν τις επιμέρους επίδικες μηνιαίες παροχές που δικαιούνται. Ουδόλως γίνεται μνεία ότι η εναγομένη ανέλαβε με οποιονδήποτε τρόπο (συμβατικά ή εν τοις πράγμασι) την υποχρέωση να καταβάλλει απευθείας, ούτε και άλλωστε ότι σε οποιονδήποτε χρόνο η ίδια προέβη σε απευθείας καταβολή, στους δικαιούχους, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες, της επίδικης παροχής, βάσει οποιασδήποτε έννομης σχέσης και νόμιμου λόγου. Συνεπώς, εφόσον η απευθείας καταβολή των επίδικων μηνιαίων παροχών στους ενάγοντες δεν συνιστούσε περιεχόμενο οποιασδήποτε μεταξύ τους σύμβασης, ούτε συμφωνηθέντα τρόπο εκπλήρωσης των επίδικων παροχών, οι ίδιοι δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώςστην προκείμενη δίκη, ως προς τα ανωτέρω υπό στοιχεία Α)1 και Α)2 κύρια αιτήματά τους, κατά το μέρος που αυτά ερείδονται στη βάση της επικαλούμενης ενδοσυμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης. Ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων ως προς τα ίδια ως άνω αιτήματα και κατά το ίδιο ως άνω μέρος που αφορούν, όπως προεκτέθηκε, αναγνώριση εκπλήρωσης της επικαλούμενης συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στα πλαίσια σύμβασης υπέρ τρίτου, την οποία επικουρικά επικαλούνται οι ενάγοντες, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση. Συγκεκριμένα, και στην περίπτωση αυτή, ακόμα και θεωρούμενης της σχετικής υπέρ τρίτου σύμβασης ως γνήσιας, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να ζητήσουν μόνον την εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, η δε, εκ μέρους της εναγομένης, απευθείας καταβολή σ’ αυτούς δεν συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών. Περαιτέρω, ωστόσο, κατά το μέρος κατά το οποίο εκτιμάται ότι, με τα ίδια ως άνω αιτήματα της κρινόμενης αγωγής, οι ενάγοντες ζητούν την αποκατάσταση της ζημίας τους, λόγω της σωρευτικά επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, στα πλαίσια των παράνομων και υπαίτιων πράξεων των προστηθέντων οργάνων της, οι ίδιοι (οι ενάγοντες), ως αμέσως ζημιωθέντες (δεδομένου ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» περιγράφεται ως μία Υπηρεσία της εναγομένης, άνευ νομικής προσωπικότητας, χωρίς ο ίδιος να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων), δικαιολογούν έννομο συμφέρον και τυπικά νομιμοποιούνται ενεργητικά, όπως αντίστοιχα η εναγομένη τυπικά νομιμοποιείται παθητικά, στην προκείμενη δίκη. Κατά το ίδιο αυτό μέρος και υπό την ίδια αυτή νομική βάση, η κρινόμενη αγωγή είναι παραδεκτή, πλην των επιμέρους εκείνων αποζημιωτικών κονδυλίων (ήτοι των επιμέρους μηνιαίων παροχών) που αντιστοιχούν στο χρόνο μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, τα οποία κρίνονται προώρως ασκηθέντα και πρέπει να απορριφθούν, για το λόγο αυτό, ως απαράδεκτα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.V νομική σκέψη της παρούσας. Τούτο διότι η αποζημίωση που ζητείται, υπό τη μορφή περιοδικών παροχών, κατά το μέρος που αφορά το χρόνο μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, δεν εξαρτάται μεν από αντιπαροχή, στοχεύει όμως στην αποκατάσταση μελλοντικής ζημίας. Η έκταση της τελευταίας, αναφορικά με τον αναγόμενο στο μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής χρόνο, δεδομένου ότι οι ενάγοντες ζητούν αποκατάσταση της ζημίας τους στο διηνεκές, χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό (λχ έως το εκτιμώμενο, κατά περίπτωση, προσδόκιμο ζωής), δεν δύναται να προσδιορισθεί ήδη από τώρα, καθίσταται δηλαδή άδηλη. Κατά το ανωτέρω μέρος που κρίθηκε παραδεκτή, ήτοι αναφορικά με τα ανωτέρω υπό στοιχεία Α)1 και Α)2 κύρια αιτήματα, εκλαμβανόμενα ως αξίωση αποζημίωσης ενός εκάστου των εναγόντων, καταβλητέας σε περιοδικές παροχές, για το χρόνο μέχρι τη συζήτησή της, στη βάση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, η κρινόμενη αγωγή είναι νόμιμη, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ίδια ως άνω υπό στοιχείο Α. V νομική σκέψη της παρούσας, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 330, 914, 926 του ΑΚ, 70 και 176 του ΚΠολΔ, πλην του μέρους κατά το οποίο η ίδια ως άνω αποζημιωτική αξίωση ερείδεται επί των ενεργειών της εναγομένης που αφορούν την υπαγωγή του προσληφθέντος από 1-1-2005 και εφεξής προσωπικού της σε δημόσιο φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, δεδομένου ότι η εν λόγω υπαγωγή τελεί σε συμμόρφωση προς το νόμο, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.ΙΙΙ νομική σκέψη της παρούσας και δεν πληροί το πραγματικό της αδικοπραξίας, ήτοι δεν συνιστά άδικη και υπαίτια πράξη. Επιπρόσθετα, ως προς το ανωτέρω υπό στοιχείο Γ αίτημα, περί αναγνωρίσεως της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, η κρινόμενη αγωγή είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις ίδιες ως άνω διατάξεις και στη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, ως προς την επικουρική βάση του εν λόγω αιτήματος, την ερειδόμενη στην επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης, που κατέληξε στα ελλείμματα του «ΛΕΠΕΤΕ» και συνακόλουθα στη ζημία των εναγόντων, ενώ το ίδιο αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο ως προς τις λοιπές βάσεις του. Ειδικότερα, ως μη νόμιμη πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, ως προς την κύρια βάση του εν λόγω υπό στοιχείο Γ αιτήματος, περί χρηματικής ικανοποίησης, λόγω προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων, την οποία οι τελευταίοι ρητώς επιχειρούν να βασίσουν αφενός επί της επικαλούμενης παραβάσεως των υποχρεώσεων πρόνοιας της εναγομένης, ως εργοδότριάς τους, και αφετέρου επί της μονομερούς βλαπτικής ματαβολής των όρων εργασίας, που συνιστά η, κατά τους ισχυρισμούς τους, μονομερής απόφαση της ίδιας περί διακοπής χρηματοδότησης του «ΛΕΠΕΤΕ» και, κατά συνέπεια, η διακοπή καταβολής μέσω αυτού του μηνιαίου βοηθήματος που δικαιούνται. Τούτο διότι άπαντες οι ενάγοντες δεν είναι πλέον εργαζόμενοι της εναγομένης, αλλά συνταξιούχοι. Συνεπώς, ως προς τους ίδιους δεν τίθεται ζήτημα μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας τους, αφού ενεργή σύμβαση εργασίας δεν υφίσταται. Για τον ίδιο λόγο, ήτοι δεδομένου ότι δεν υφίσταται ενεργή σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, η εναγομένη δεν συνιστά πλέον εργοδότριά τους, δεν τίθεται ζήτημα παράβασης υποχρέωσης πρόνοιας, ως παραβάσεως εργοδοτικής υποχρέωσης, ώστε να είναι ικανή, με συνδρομή και άλλων προϋποθέσεων, να στοιχειοθετήσει προσβολή προσωπικότητας. Μη νόμιμη επίσης κρίνεται η επίκληση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης εκ μόνου του γεγονότος ότι δεν προστρέχει στην απαιτούμενη χρηματοδότηση του «ΛΕΠΕΤΕ». Άλλωστε, έστω και αληθούς υποτιθέμενου του γεγονότος ότι η εναγομένη έχει αναλάβει (εκ της συστάσεως, εκ του κανονισμού λειτουργίας ή εκ των δεσμευτικών οικειοθελών παροχών) τη δέσμευση και κατ’ επέκταση την υποχρέωση χρηματοδότησης του «ΛΕΠΕΤΕ», η μη εκπλήρωση της εν λόγω ενοχικής υποχρέωσης (η οποία κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων συνιστά μη καταβολή εργοδοτικής παροχής), καθεαυτή δεν συνιστά αδικοπραξία, αφού η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης για καταβολή των ενοχικά οφειλόμενων παροχών δεν άγει σε απώλεια των παροχών αυτών για τους δικαιούχους. Ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνει αξίωση για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ούτε λόγω προσβολής προσωπικότητας (πρβλ. ΑΠ 670/16, ΑΠ 717/13, ΑΠ 574/07, ΕφΘεσ 1540/17, Αρμ 2017/88). Τέλος, ως προς το επικουρικό αίτημα της αγωγής (ανωτέρω υπό στοιχείο Β), περί αναγνωρίσεως της υποχρέωσης της εναγομένης να συνεχίσει να καταβάλλει στον τηρούμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα (οργανικά ελλείμματα) για τη συνέχιση της καταβολής στους ενάγοντες μέσω του «ΛΕΠΕΤΕ» των καθορισμένων μηνιαίων επικουρικών παροχών, που προβλέπονται από τον κανονισμό του τελευταίου από τον Ιανουάριο του 2018 και εις το διηνεκές, πρέπει ομοίως (όπως ανωτέρω και για τα κύρια αιτήματα της κρινόμενης αγωγής) να γίνει διάκριση ως προς τις παράλληλα σωρευόμενες βάσεις επί των οποίων επιχειρείται να θεμελιωθεί, ήτοι της ερειδομένης σε ενδοσυμβατική και της ερειδόμενης σε αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης. Ως προς το εν λόγω αίτημα και αναφορικά με τη βάση που ερείδεται επί της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, οι ενάγοντες δικαιολογούν έννομο συμφέρον και τυπικά νομιμοποιούνται μεν ενεργητικά, δεδομένου του ισχυρισμού τους ότι συνιστούν αμέσως ζημιωθέντες εκ των παράνομων και υπαίτιων ενεργειών των προστηθέντων της εναγομένης, ωστόσο ως προς το ίδιο αυτό επικουρικό αίτημα και ως προς την ίδια αυτή βάση, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τούτο διότι, έστω και αληθούς υποτιθέμενης της συνδρομής των όρων περί αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, το εν λόγω επικουρικό αίτημα κατατείνει όχι στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης ζημίας ενός εκάστου των εναγόντων, αλλά στην αποκατάσταση της τυχόν ζημίας του συνόλου των δικαιούχων του «ΛΕΠΕΤΕ». Ενόψει του ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώσουν την αποκατάσταση μόνον της τυχόν δικής τους συγκεκριμένης ζημίας (όπως αυτή φέρεται να αντιστοιχεί, κατά τους ισχυρισμούς τους, στις μηνιαίες παροχές που δικαιούται έκαστος αυτών, ήτοι όπως αυτή φέρεται να αντιστοιχεί στα ανωτέρω κύρια αιτήματα της κρινόμενης αγωγής) και όχι την εν γένει αποκατάσταση της τυχόν ζημίας του συνόλου των δικαιούχων, η κρινόμενη αγωγή, ως προς το ανωτέρω επικουρικό αίτημα και ως προς τη συγκεκριμένη βάση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, επί της οποίας επιχειρείται να θεμελιωθεί, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη. Κατά το ίδιο ως άνω επικουρικό αίτημα κατά τη σωρευόμενη, όμως, βάση περί εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης, η κρινόμενη αγωγή είναι παραδεκτή, αφού υφίσταται τυπική ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων, αντλούμενη εκ των αγωγικών ισχυρισμών ότι οι μεν ενάγοντες είναι δικαιούχοι των επίδικων παροχών, η δε εναγομένη υπόχρεη προς χρηματοδότηση της ταυτισμένης με το νομικό πρόσωπο αυτής Υπηρεσίας της, ήτοι του «ΛΕΠΕΤΕ». Κατά το ίδιο ως άνω επικουρικό αίτημα και υπό την ίδια ως άνω βάση, την ερειδόμενη σε ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, η κρινόμενη αγωγή είναι νόμιμη, κατά το ειδικότερο μέρος που αυτή ερείδεται επί των αναληφθεισών συμβατικών δεσμεύσεων έναντι ενός εκάστου των δικαιούχων (ήτοι και των εναγόντων), ως τμήματος και συνέχειας των προϋφιστάμενων συμβάσεων εργασίας τους, ως εκ της εντάξεως του «ΛΕΠΕΤΕ» στην κατηγορία προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, λόγω της επικαλούμενης, εκ μέρους της εναγομένης, ανάληψης δέσμευσης περί καλύψεως των ελλειμμάτων του και ως εκ της δεσμευτικής πρακτικής χορήγησης, εκ μέρους ομοίως της εναγομένης, οικειοθελών παροχών, ήτοι κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 του Συντάγματος, 173, 200, 281, 330, 361, 648, 653, του ΑΚ, 70 και 176 του ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς τις λοιπές επικαλούμενες βάσεις ενδοσυμβατικής ευθύνης, ήτοι εκείνες που επιχειρείται να θεμελιωθούν στις διατάξεις περί παρακαταθήκης, εντολής, μεσεγγύησης, κοινωνίας δικαιώματος και επικουρικά γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 303 του ΑΚ περί λογοδοσίας δεν ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση, διότι δεν ζητείται λογοδοσία). Συγκεκριμένα, κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση στις διατάξεις περί παρακαταθήκης και δη στις διατάξεις περί της ευθύνης του θεματοφύλακα, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, πρωτίστως διότι δεν περιγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής σύμβαση παρακαταθήκης μεταξύ των εναγόντων (ή και των λοιπών δικαιούχων του επίδικου μηνιαίου βοηθήματος) και της εναγομένης. Δηλαδή, δεν περιγράφεται ότι η τελευταία ανέλαβε, κατά τη σύσταση του «ΛΕΠΕΤΕ» τη φύλαξη συγκεκριμένων αντικαταστατών πραγμάτων και μάλιστα χωρίς δυνατότητα χρήσης αυτών. Αντιθέτως, έστω και αν τα κεφάλαια του «ΛΕΠΕΤΕ» και δη τμήμα αυτών μπορούν να θεωρηθούν ως περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων, στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής περιγράφεται ότι η εναγομένη ανέλαβε, άμεσα ή έμμεσα, όχι τη φύλαξη, αλλά τη διαχείριση του «ΛΕΠΕΤΕ». Εξάλλου σύμβαση παρακαταθήκης για περιουσία και δη για μέρος περιουσίας (δεδομένου ότι και οι ίδιοι οι ενάγοντες περιγράφουν τον «ΛΕΠΕΤΕ» ως ένωση περιουσίας με δικαιούχους, κατ’ ιδανικά μερίδια, και τους ίδιους) δεν είναι εφικτή (βλ. Απ. Γεωργιάδη,«Ενοχικό Δίκαιο», 2007, σελ. 87). Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως επίκληση ευθύνης της εναγομένης εκ συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης, διότι τέτοιου είδους σύμβαση δεν περιγράφεται, ούτε οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υφίσταται. Εξάλλου, δεν μπορεί να θεμελιωθεί νόμιμα αξίωση των εναγόντων έναντι της εναγομένης από σύμβαση κατάθεσης χρημάτων που συγκροτούν τον «ΛΕΠΕΤΕ» σε τυχόν συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό που τηρείται στην τελευταία. Συγκεκριμένα, με την τυχόν κατάθεση των χρημάτων (των πόρων που εισφέρονται για τη συγκρότηση των κεφαλαίων του «ΛΕΠΕΤΕ») αποκόπτεται πράγματι κάθε δεσμός μεταξύ καταθέτη και κατάθεσης, δικαιούχος της οποίας είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε τράπεζα, από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων, έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο, όταν της ζητηθεί (βλ. ΑΠ 1691/14, ΔΕΕ 2015/156). Ωστόσο, κατά τα εκτιθέμενα στην κρινόμενη αγωγή, δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, αφού η ένδικη διαφορά δεν συνίσταται σε άρνηση της εναγομένης να αποδώσει στους δικαιούχους κατάθεσης το ποσό που τους αναλογεί, εκ του τηρούμενου τραπεζικού λογαριασμού (εφόσον τηρείται τέτοιος, δεδομένου ότι δεν λαμβάνει χώρα σχετική σαφής μνεία στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής), αλλά, αρνείται να χρηματοδοτήσει το «ΛΕΠΕΤΕ», ώστε να υφίσταται η ανάλογη επάρκεια των κεφαλαίων (σε τυχόν τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό) που απαιτούνται για την χορήγηση του ένδικου βοηθήματος στους δικαιούχους. Επίσης η επίκληση της ευθύνης της εναγομένης, ως μεσεγγυούχου, κατ’ άρθρο 833 του ΑΚ, είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι δεν περιγράφεται σύμβαση μεσεγγύησης, ήτοι παράδοση στην εναγομένη κινητών προς φύλαξη και εξασφάλιση των επ’ αυτών αβέβαιων ή αμφισβητούμενων δικαιωμάτων (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, «ΕρΝομΑΚ», σε άρθρο 831 επ. ΑΚ, σελ. 474 επ). Ομοίως μη νόμιμη κρίνεται η επίκληση των διατάξεων περί κοινωνίας δικαιώματος. Τούτο διότι κατά τα εκτιθέμενα στο σχετικό δικόγραφο, ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά μεν ένωση περιουσίας, έκαστος δε των δικαιούχων διατηρεί, εκ του καταστατικού του, αυτοτελές δικαίωμα λήψης μηνιαίας επικούρησης, συγκεκριμένου ποσού, και δεν υφίσταται κοινότητα δικαιώματος που ανήκει σε πολλούς μαζί κατ’ ιδανικά μερίδια. Επιπρόσθετα, μη νόμιμη κρίνεται η επίκληση των διατάξεων περί εντολής και δη περί ευθύνης του εντολοδόχου, εκ της αναλήψεως της διαχείρισης του «ΛΕΠΕΤΕ» από την εναγομένη, διότι, έστω και αληθούς υποτιθέμενης της εν λόγω ανάληψης της διαχείρισης, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται συμβατική σχέση εντολής, περί διαχειρίσεως του «ΛΕΠΕΤΕ», ανάμεσα σε αυτούς και την εναγομένη. Ομοίως μη νόμιμη κρίνεται η επικληση της διάταξης του αρ. 11 παρ. 2 εδ. Β του Ν. 1902/90, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1976/91, σύμφωνα με την οποία «Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ. 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα», πρωτίστως διότι η αναφορά σε υποχρέωση κάλυψης τυχόν ελλειμμάτων αφορά σε φορείς κύριας ασφάλισης, όπως σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι η μνημονευόμενη παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου αναφέρεται σε ταμεία (φορείς) κύριας κοινωνικής ασφάλισης (βλ. ΕφΑθ 487/17, ΣτΕ 1334/17, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Υπό τα εκτιθέμενα δε στην κρινόμενη αγωγή, ο ειδικός λογαριασμός «ΛΕΠΕΤΕ» δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως φορέας κύριας κοινωνικής ασφάλισης,που χορηγεί δηλαδή κύριες συντάξεις, ενόψει του ότι το μηνιαίο βοήθημα που παρέχεται μέσω αυτού περιγράφεται ως μετεργασιακή παροχή, συνδεόμενο με το μισθό που λάμβαναν και μη συνδεόμενο με συνταξιοδοτικά θέματα. Μη νόμιμη κρίνεται και η επίκληση, επικουρικά, των διατάξεων περί συμβάσεως υπέρ τρίτου. Ειδικότερα, η σύμβαση υπέρ τρίτου και δη η γνήσια, ώστε ο τρίτος να διατηρεί ευθεία αξίωση κατά του υποσχεθέντος, προϋποθέτει, κατ’ αρχάς, την ύπαρξη τριμερούς - τριγωνικής σχέσης, ήτοι υποσχεθέντος, δέκτη υπόσχεσης και τρίτου (βλ. ΑΠ 880/13), ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», Απ. Γεωργιάδης,«Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα», 2010, σελ. 835). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, όπως αυτοί εκτίθενται στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, ο «ΛΕΠΕΤΕ» ιδρύθηκε με απόφαση της εναγομένης, κατά τη 13η συνεδρίαση της 18-11-1949 του Γενικού της Συμβουλίου, οπότε και εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας του, στη βάση προγενέστερης συλλογικής συμφωνίας με συλλόγους των εργαζομένων της. Στο πλαίσιο αυτό περιγράφεται ότι η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στο «ΛΕΠΕΤΕ» την εργοδοτική της εισφορά (9% επί των αποδοχών των εργαζομένων), πρόσθετες παροχές (όπως εκποιήσεις περιουσιακών και προμήθειες από ασφαλιστική εργασία), αλλά και να χρηματοδοτεί τον τελευταίο ανεξάντλητα και στο διηνεκές, ώστε να καθίσταται κατά πάντα χρόνο εφικτή η καταβολή μηνιαίας επικούρησης σε τρίτους - δικαιούχους, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες. Με τα εκτιθέμενα αυτά πραγματικά περιστατικά, έστω και αν ως υποσχεθείσα θεωρηθεί η εναγομένη και ως τρίτοι οι, κατά τον κανονισμό του «ΛΕΠΕΤΕ», δικαιούχοι της ως άνω μηνιαίας επικούρησης, δεν υφίσταται πρόσωπο που να συνιστά το δέκτη της υπόσχεσης, αφού ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι, με βάση τα εκτιθέμενα, φερόμενος ως δέκτης της υπόσχεσης είναι ο «ΛΕΠΕΤΕ», ο τελευταίος στερείται νομικής προσωπικότητας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συνιστά πρόσωπο δεκτικό υπόσχεσης. Μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ο «ΛΕΠΕΤΕ» δεν συνιστά παρά μια Υπηρεσία της εναγομένης, ταυτισμένη με το νομικό πρόσωπο αυτής, οπότε, υπό τα δεδομένα αυτά, ομοίως απουσιάζει η τριμερής - τριγωνική σχέση που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση σύμβασης υπέρ τρίτου, αφού υποσχεθείς και δέκτης της υπόσχεσης ταυτίζονται (πρβλ ΑΠ 880/13, όπ.π, στο πλαίσιο αντίστοιχης περίπτωσης, όπου εξετάσθηκε η περίπτωση ύπαρξης σύμβασης υπέρ τρίτου, υπό το δεδομένο ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υποσχεθείσα η οικεία τράπεζα, ως τρίτοι οι δικαιούχοι της μηνιαίας επικούρησης, δηλαδή οι υπάλληλοι της τελευταίας, και ως δέκτης, όμως, της υπόσχεσης, Ταμείο, υφιστάμενο δηλαδή στην περίπτωση εκείνη νομικό πρόσωπο). Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται σύμβαση υπέρ τρίτου, στην οποία υποσχεθείσα είναι η εναγομένη, δέκτες της υπόσχεσης οι σύλλογοι των εργαζομένων (στη βάση της συμφωνίας με τους οποίους συστάθηκε ο «ΛΕΠΕΤΕ») και τρίτοι οι εκάστοτε δικαιούχοι του τελευταίου, αυτή δεν μπορεί να κριθεί, με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, ότι συνιστά γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, θεμελιώνοντας ευθεία κατά της εναγομένης αξίωση των τρίτων. Τούτο διότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 361, 410 και 411 ΑΚ, για να υπάρχει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία παρέχει στον τρίτο το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή, πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σκοπούσαν να προσπορίσουν απευθείας στον τρίτο ίδιο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου να μπορεί αυτός, στρεφόμενος κατά του υποσχεθέντος, να ζητήσει την παροχή (βλ. ΑΠ 1424/13, ΔΕΕ 2014/234). Τέτοιου είδους, όμως, βούληση των μερών, κατά τη σύσταση του «ΛΕΠΕΤΕ» ή και, κατά τροποποίηση, σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν εκθέτουν οι ενάγοντες. (...)

Γ. Η εναγομένη αρνείται την αγωγή και, πλην των ισχυρισμών της περί απαραδέκτου, οι οποίοι εξετάσθηκαν ανωτέρω στον οικείο τόπο της παρούσας, ισχυρίζεται ότι ουδεμία υποχρέωση υπέχει για την καταβολή της επίδικης παροχής και δη για τη χρηματοδότηση του «ΛΕΠΕΤΕ», κατά τρόπο ώστε να καλύπτεται το έλλειμμά του και να καθίσταται εφικτή η καταβολή του μηνιαίου βοηθήματος στους εκάστοτε δικαιούχους. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά φορέα υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, λειτουργεί καθ’ υποκατάσταση του κρατικού φορέα επικουρικής ασφάλισης (ήδη ΕΤΕΑΕΠ) και, ως εκ τούτου, με βάση τις εφαρμοζόμενες διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας και δη του άρθρου 52 του Ν. 2084/92, δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από την ίδια. Στο ίδιο πλαίσιο, περί μη δυνατότητάς της εκ του νόμου να χρηματοδοτήσει το «ΛΕΠΕΤΕ» η εναγομένη επικαλείται και τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 3 του Ν. 3239/55, 2 παρ. 3 του Ν. 1876/90 και 43 παρ. 3 του Ν. 1902/90, περί απαγορεύσεως ρύθμισης συνταξιοδοτικών ζητημάτων με συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με διαιτητικές αποφάσεις. Η επίκληση των τελευταίων αυτών διατάξεων, ωστόσο, κρίνεται αλυσιτελής, ενόψει του ότι, έστω και αν αποδειχθεί βάσιμος ο ισχυρισμός περί του ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά φορέα ασφάλισης, ουδείς ισχυρίζεται ότι συστήθηκε με συλλογική σύμβαση εργασίας ή ότι έλαβαν χώρα επιμέρους τροποποιήσεις και ρυθμίσεις (για τις μέσω αυτού παροχές, έστω και εκλαμβανόμενες ως συνταξιοδοτικές, ή για τυχόν εγγυητική ευθύνη της εναγομένης) μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων. Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, ουδέποτε ανέλαβε ρητά ή σιωπηρά τη δέσμευση να χρηματοδοτεί τον «ΛΕΠΕΤΕ», προκειμένου μέσω αυτού να εισπράττουν οι δικαιούχοι, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες, την επίδικη παροχή. Οι δε διευκολύνσεις που παρείχε κατά το παρελθόν, ομοίως κατά τους ισχυρισμούς της, προκειμένου να καθίσταται εφικτή η καταβολή της εν λόγω παροχής, ενόψει των ελλειμμάτων του «ΛΕΠΕΤΕ», έλαβαν χώραν πάντα υπό την επιφύλαξη ότι καταβάλλονται ως ταμιακές διευκολύνσεις και δη ως δάνεια, οπότε δεν νοείται, βάσει αυτών, διαμόρφωση σχετικής πρακτικής, δεσμευτικής για την ίδια. Οι ανωτέρω αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί θα εξετασθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Δ. (…) Aποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Άπαντες οι ενάγοντες συνιστούν συνταξιούχους της εναγομένης και, υπό την ιδιότητά τους αυτή, δικαιούμενους μηνιαίας παροχής, την οποία και λάμβαναν μέσω ενός συσταθέντος προς τούτο ειδικού λογαριασμού, του «ΛΕΠΕΤΕ». Ήδη, μετά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017, οι ενάγοντες έπαψαν να λαμβάνουν την ανωτέρω προβλεπόμενη μηνιαία παροχή, διότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν διαθέτει πλέον επαρκή προς τούτο κεφάλαια, αφού η εναγομένη, η οποία τον χρηματοδοτούσε από το έτος 2007, αναπληρώνοντας το έλλειμμά του, ώστε να καθίσταται εφικτή η καταβολή μέσω αυτού των αντίστοιχων παροχών στους δικαιούχους του, αποφάσισε, ήδη από τον Ιούλιο του έτους 2017, την διακοπή της χρηματοδότησής του. Ειδικότερα, ο ανωτέρω λογαριασμός, ο οποίος τιτλοφορήθηκε ως «Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος» (εφεξής ως «ΛΕΠΕΤΕ»), συστάθηκε, ως ειδικός έντοκος λογαριασμός, «παρά τη Εθνική Τραπέζη», το έτος 1949, κατά την από 18-11-1949 συνεδρίαση του τότε γενικού συμβουλίου (ήδη διοικητικό συμβούλιο) της εναγομένης, οπότε και εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας του, κατόπιν προτάσεως ειδικά συσταθείσας προς τούτο επιτροπής, στη βάση προγενέστερης συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης και των ταμείων αλληλοβοηθείας του προσωπικού της. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, σκοπός του «ΛΕΠΕΤΕ» είναι η επικούρηση από το «Ταμείο Αλληλοβοηθείας των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος» και από το «Ταμείο Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος», των μελών αυτών, εξελθόντων και εξερχομένων της υπηρεσίας της εναγομένης, σύμφωνα με τα εδάφια ε των άρθρων 2 των καταστατικών αμφότερων των ειρημένων Ταμείων. Ειδικότερα, σκοπός της σύστασης του «ΛΕΠΕΤΕ» είναι η παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και στο εξερχόμενο προσωπικό της εναγομένης, το οποίο προέρχεται από την τελευταία και, μετά το 1953, από αμφότερες τις συγχωνευθείσες το ίδιο έτος (1953), δηλαδή την «Εθνική Τράπεζα» και την «Τράπεζα Αθηνών», ανεξάρτητα από βαθμό και ιδιότητά τους, εφόσον το προσωπικό αυτό είναι ή ήταν, πριν από την έξοδό τους, ασφαλισμένο στο Ταμείο Συντάξεων της «Εθνικής Τράπεζας» ή σε εκείνο της «Τράπεζας Αθηνών» και συνταξιοδοτείται από αυτά, και στα συνταξιοδοτούμενα από τα ανωτέρω ταμεία μέλη των οικογενειών τους, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα και στο άρθρο 6 του ανωτέρω κανονισμού. (...) Τα δε κεφάλαια του «ΛΕΠΕΤΕ» συντίθενται από τους πόρους του, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού του, προέρχονται από: 1) εισφορά των εν ενεργεία ή διαθεσιμότητα μισθωτών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος 3 ½ (τρία και ήμισυ) τοις εκατόν επί των πάσης φύσεων αποδοχών αυτών ως και τυχόν καταβαλλομένων ποσοστών επί των κερδών της εναγομένης, 2) εισφορά της εναγομένης 9% επί των ίδιων ως άνω αποδοχών, 3) εφάπαξ εισφορά των ασφαλισμένων που συνάπτουν πρώτο γάμο κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού, ίση προς το λόγω γάμου παρεχόμενο από την εναγομένη επίδομα τριών μηνών, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα, 4) εφάπαξ εισφορά για κάθε αποκτώμενο τέκνο, ίση προς το λόγω του δηλούμενου τέκνου παρεχόμενο από την εναγομένη επίδομα τριών μηνών, κατά τα ομοίως ειδικότερα οριζόμενα, 5) εισφορά της εναγομένης ίση με την καταβαλλόμενη εισφορά των ασφαλισμένων, λόγω γάμου και τέκνων, κατά τα ανωτέρω, 6) ποσό εκ των προμηθειών από ασφαλιστικές εργασίες που διενεργούν μέσω των Υπηρεσιών της εναγομένης, καθοριζόμενου του ποσού αυτού εκάστοτε από τη διοίκηση της τελευταίας, 7) τόκους των κεφαλαίων του «ΛΕΠΕΤΕ» και τις προσόδους εκ των επενδύσεων αυτού, 8) προσόδους από την εκποίηση άχρηστου υλικού της εναγομένης και 9) κάθε άλλη πρόσοδο από δωρεά κλπ. Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ανωτέρω κανονισμού, ορίστηκε ότι η χορηγούμενη επικούρηση παρέχεται στους δικαιούχους (συνταξιούχους) για όσο χρόνο παρέχεται η σύνταξη από τα Ταμεία Συντάξεων του προσωπικού της εναγομένης, καθοριζόμενη (η επικούρηση), σύμφωνα με το άρθρο 9 του ίδιου κανονισμού (όπως ισχύει μετά την τροποποίηση που έλαβε χώρα το έτος 1995) σε ποσοστά επί των συντάξιμων αποδοχών, ανάλογα των συντάξιμων ετών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων, όπως το εν λόγω άρθρο ειδικότερα ορίζει. Από το σκοπό της ίδρυσής του, όπως αυτός αποτυπώνεται στο ανωτέρω άρθρο 1 του κανονισμού του, (...) αλλά και από το σύνολο των διατάξεων του ανωτέρω κανονισμού που διέπουν τη λειτουργία του και κατατείνουν στην επίτευξη του σκοπού του, όπως και από την αντιμετώπισή του από τη δημόσια διοίκηση, τον νομοθέτη και τη νομολογία, αποδεικνύεται ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» ιδρύθηκε με βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία και ανέκαθεν λειτούργησε ως φορέας επικουρικής ασφάλισης, καθ’ υποκατάσταση του δημόσιου φορέα επικουρικής ασφάλισης ΝΠΔΔ ΙΚΑ - ΤΕΑΜ και ήδη ΕΤΕΑΕΠ (βλ. και την από 15-9-2017 γνωμοδότηση της καθηγήτριας Π. Παπαρρηγοπούλου).(παρ. 2) Σημειώνεται ότι για το χαρακτηρισμό ενός φορέα ως ασφαλίσεως δεν απαιτείται αυτός να έχει συσταθεί ως νομικό πρόσωπο, πολλώ μάλλον δεν απαιτείται να έχει συσταθεί ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, όπως αντίθετα, αλλά αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.Ι νομική σκέψη της παρούσας, ο νομοθέτης αναγνωρίζει ως φορείς ασφάλισης ακόμα και ειδικούς λογαριασμούς (μη κερδοσκοπικούς) χωρίς νομική προσωπικότητα. Ειδικότερα, αναλύοντας τα ανωτέρω στοιχεία, εκ των οποίων αποδεικνύεται ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» εντάσσεται στην έννοια του φορέα ασφάλισης, σημειώνεται ότι, όπως καταγράφεται στα πρακτικά της 13ης συνεδρίασης της 18ης-11-1949 του τότε Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, εγκρίθηκε ο Κανονισμός Λειτουργίας του «ΛΕΠΕΤΕ», με την ενέργειά της αυτή η εναγομένη απέβλεψε στη συμπλήρωση «… της συνταξιοδοτικής υπέρ των υπαλλήλων της Τραπέζης πρόνοιας δια της ιδρύσεως επικουρικού ταμείου, το οποίον δι’ αναλόγων καταβολών, θα δύναται να συμπληροί τας υπό του Ταμείου Συντάξεων καταβαλλομένας συντάξεις», ενώ σε έτερο σημείο των ίδιων ως άνω πρακτικών διαλαμβάνεται η όλως ρητή διατύπωση κατά την οποία «… Δια του υπό ίδρυσιν Οργανισμού παρέχεται προς τους συνταξιούχους … είς επί πλέον οργανισμός, ο οποίος, καλώς λειτουργών, θα δυνηθή να συμπληρώση τας υπό των λοιπών ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού … παροχάς». Μάλιστα, ομοίως κατά τα διαλαμβανόμενα στα ίδια ως άνω πρακτικά, δικαιολογείται η μορφή του τότε υπό ίδρυση «ΛΕΠΕΤΕ» και η επιλογή να συσταθεί ο «οργανισμός» αυτός υπό τη μορφή έντοκου ειδικού λογαριασμού, εντασσόμενος ως ειδικός κλάδος στα προϋφιστάμενα ταμεία αλληλοβοήθειας και όχι ως νομικό πρόσωπο, ως ακολούθως: (...) Συνεπώς, κατά τα ρητώς και μη χρήζοντα ερμηνείας διαλαμβανόμενα στα ανωτέρω πρακτικά, ο «ΛΕΠΕΤΕ» ιδρύθηκε ως «οργανισμός» κοινωνικής ασφάλισης και μάλιστα ως ένας επιπλέον, των τότε υφιστάμενων ασφαλιστικών οργανισμών του προσωπικού της εναγομένης, ήτοι ιδρύθηκε ως φορέας ασφάλισης και δη επικουρικής, αφού στόχευε στη συμπλήρωση της καταβλητέας κύριας σύνταξης στους δικαιούχους - συνταξιούχους. (...) Η δε μορφή του επιλέχθηκε προκειμένου να παρακαμφθούν νομοθετικοί περιορισμοί που αφορούσαν τους μετά τη σύσταση του ΙΚΑ ιδρυόμενους ασφαλιστικούς οργανισμούς, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται για την προσεκτική διαχείριση αυτού, ώστε η περιουσία που διατίθεται σε αυτόν (τον οργανισμό κατά το χαρακτηρισμό των ιδρυτών) να μην υποστεί την τύχη των υπολοίπων, πλην του ίδιου δηλαδή, ασφαλιστικών οργανισμών του προσωπικού της εναγομένης. Το γεγονός ότι, με τη σύστασή του, ενισχύθηκε το προσωπικό της εναγομένης και δημιουργήθηκε σε αυτό η προσδοκία λήψης μηνιαίας επικούρησης, κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία, οπότε και, στη βάση αυτή, μπορούσαν να δημιουργηθούν εντονότεροι δεσμοί με την εναγομένη, (και) στους οποίους δεσμούς η ίδια σκοπούσε, ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο αποχώρησης και ένταξης ικανών στελεχών σε έτερα πιστωτικά ιδρύματα, πλην του ότι διατυπώθηκε ως θέση της διοίκησης της τελευταίας δεκαετίας μετά τη σύσταση του «ΛΕΠΕΤΕ» και δεν αποδείχθηκε ότι επέφερε πράγματι στο πέρασμα των ετών τη συνέπεια αυτή, δεν επαρκεί για την αναίρεση του ως άνω σαφώς και εξαρχής, από τη στιγμή δηλαδή της σύστασής του, διατυπωμένου σκοπού του. Άλλωστε, ακριβώς λόγω της φύσεως του «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα επικουρικής ασφάλισης, κατέστη εφικτή η εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1405/83, περί διαδοχικής ασφάλισης, ο οποίος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.Ι νομική σκέψη της παρούσας, προϋποθέτει φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Στο άρθρο δε 9 παρ. 3 του κανονισμού του «ΛΕΠΕΤΕ», γίνεται σαφής επίκληση περί εφαρμογής των διατάξεων διαδοχικής ασφάλισης, ορίζοντος ότι: «συντάξιμος χρόνος είναι αυτός για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές στο Λογαριασμό λόγω υπηρεσίας στην ΕΤΕ καθώς και ο χρόνος που προσμετράται κατά το άρθρο 11 του παρόντος και τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης όπως ισχύουν κάθε φορά και εφόσον αφορούν το Λογαριασμό». Οι σχετικές δε νομοθετικές διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης πράγματι εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται, όπως αποδεικνύεται και από τις με αριθμό πρωτοκόλλου 72810/22-6-2017 και με αριθμό 501/2017/1607 αποφάσεις των διευθυντών περιφερειακών καταστημάτων του (ήδη) «ΕΦΚΑ», περί συνυπολογισμού χρόνου ασφάλισης σε ΙΚΑ - ΕΤΕΑΜ για χορήγηση επικουρικής σύνταξης από «ΛΕΠΕΤΕ» και περί συνυπολογισμού χρόνου ασφάλισης στο «ΛΕΠΕΤΕ» για χορήγηση επικουρικής σύνταξης από «ΕΦΚΑ» αντιστοίχως. Η αποδεδειγμένη ως άνω φύση του «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα επικουρικής ασφάλισης επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 9 παρ. 8 του κανονισμού του (όπως αυτός ισχύει), σύμφωνα με το οποίο «το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου». Δεδομένου ότι, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 3 του Ν. 1902/90 (σε αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 997/79), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.Ι νομική σκέψη της παρούσας, οι δικαιούχοι του «ΛΕΠΕΤΕ» μπορούσαν να εξαιρεθούν της υποχρεωτικής υπαγωγής τους στη δημόσια επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ (ήδη ΕΤΕΑΕΠ), ακριβώς λόγω του ότι ο ειδικός αυτός λογαριασμός συνιστά φορέα επικουρικής ασφάλισης, το ανωτέρω άρθρο του κανονισμού του, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του ίδιου κανονισμού το έτος 1995, τελεί σε συμμόρφωση προς τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 997/79, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 3 του Ν. 2084/92 και τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2335/95. Τούτο διότι, βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως, όπως εκτέθηκε και στην ίδια ως άνω νομική σκέψη της παρούσας, φορείς κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που λειτουργούν με τη μορφή ειδικού λογαριασμού, όπως ο «ΛΕΠΕΤΕ», όφειλαν να παρέχουν την ελάχιστη ασφαλιστική προστασία, την οποία παρέχει εκάστοτε το ΙΚΑ - ΤΕΑΜ, διαφορετικά θα συγχωνεύονταν με το τελευταίο. Η φύση του «ΛΕΠΕΤΕ» και γενικότερα του εκάστοτε ειδικού λογαριασμού, έστω και άνευ νομικής προσωπικότητας, που είχε συσταθεί για την εξυπηρέτηση του αντίστοιχου με αυτόν προεκτιθέμενου σκοπού, ήτοι της καταβολής μηνιαίου βοηθήματος, συμπληρωματικού της καταβλητέας κύριας σύνταξης, ως φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, επιβεβαιώνεται και σε νομοθετικό επίπεδο, κατά τα διαλαμβανόμενα ομοίως στην υπό στοιχείο Α.Ι νομική σκέψη της παρούσας. Συγκεκριμένα, ο «ΛΕΠΕΤΕ» εντάσσεται, με βάση τη λειτουργία του, στον ευρύ εννοιολογικό νομοθετικό προσδιορισμό, με βάση τον οποίο ως φορείς ασφάλισης νοούνται τα επικουρικά ταμεία, οι κλάδοι ή λογαριασμοί των τραπεζικών υπαλλήλων που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ καθώς επίσης και οι άλλοι φορείς ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων (ενδεικτικά άρ. 10 παρ. 1 β του Ν. 1902/90). Ο δε «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά φορέα που χορηγεί περιοδικές παροχές, υπό τον τύπο βοηθήματος, ενώ τα έσοδα αυτού από τις εργοδοτικές εισφορές της εναγομένης (κυρίως 9% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των υπαλλήλων), βάσει του κανονισμού του, υπερβαίνουν τα έσοδα από τις εισφορές των ασφαλισμένων-υπαλλήλων της και δικαιούχων του εν λόγω βοηθήματος (κυρίως 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους). Πέραν, όμως, της αναγνωρίσεως του «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα ασφάλισης, εκ της εντάξεώς του σε γενικούς ορισμούς διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας, σύμφωνα και με τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ο ίδιος αναγνωρίζεται και ειδικά από την Πολιτεία ως φορέας ασφάλισης. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι, βάσει του αρ. 33 του Ν. 2843/00, στο πλαίσιο των ρυθμίσεων ασφαλιστικών θεμάτων υπαλλήλων της πρώην Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, λόγω συγχωνεύσεως της τελευταίας με την εναγομένη, ορίστηκε ότι, κατόπιν διαχωρισμού, με τη συνδρομή ειδικά προς τούτο συγκροτημένης επιτροπής, του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας των κοινών ασφαλιστικών φορέων του προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κτηματικής, θα περιέλθει τμήμα της συνολικής περιουσίας αυτών στους ασφαλιστικούς φορείς του προσωπικού της εναγομένης. Κατ’ εφαρμογή αυτών, εγκρίθηκε το πόρισμα της οικείας επιτροπής, με τη με αριθμό Β1/45/890 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και μέρος της ανωτέρω περιουσίας περιήλθε πράγματι στους ασφαλιστικούς φορείς του προσωπικού της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο «ΛΕΠΕΤΕ», υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητά του ως ασφαλιστικού φορέα. Ομοίως στους κοινωνικούς προϋπολογισμούς, εκ της διευθύνσεως οικονομικού του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τουλάχιστον εκείνους των ετών 2000, 2002 και 2008, ο «ΛΕΠΕΤΕ» κατηγοριοποιείται ως φορέας επικουρικής ασφάλισης (κλάδος σύνταξης), εντασσόμενος στην αρμοδιότητα του ως άνω Υπουργείου, αν και όχι υπαγόμενος στην εποπτεία του. Σημειώνεται ότι εκ του τελευταίου αυτού γεγονότος, ήτοι εκ του γεγονότος ότι δεν εποπτεύεται από το ανωτέρω Υπουργείο, οι ενάγοντες αντλούν πρόσθετο επιχείρημα υπέρ του ισχυρισμού τους, περί του ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» δεν συνιστά φορέα κοινωνικής ασφάλισης και, συνακόλουθα, περί του ότι η παροχή που θα πρέπει να λαμβάνουν μέσω αυτού δεν συνιστά επικουρική σύνταξη. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν άγει στην αναίρεση του χαρακτηρισμού του «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα επικουρικής ασφάλισης, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.Ι νομική σκέψη της παρούσας, η κρατική εποπτεία δεν συνιστά εννοιολογικό γνώρισμα των φορέων επικουρικής ασφάλισης των οποίων η σύσταση έλαβε χώρα με βάση την ιδιωτική πρωτοβουλία. Εξάλλου, όπως εκτέθηκε στην ίδια ως άνω νομική σκέψη, ο νομοθέτης διακρίνει στους δημόσιους φορείς ασφάλισης που υπάγονται στην ανωτέρω εποπτεία (και πρόκειται για ΝΠΔΔ, άρ. 2 παρ. 4 εδ. α του Ν. 2084/92) και στους υπόλοιπους φορείς ασφάλισης, οι οποίοι μπορεί να συνιστούν ακόμα και ενώσεις (προσώπων ή περιουσίας) άνευ νομικής προσωπικότητας (άρ. 2 παρ. 4 εδ. β του Ν. 2084/92) και δεν υπάγονται στην ανωτέρω εποπτεία. Οι ενάγοντες επιχειρούν επιπρόσθετα να ενισχύσουν τη θέση τους, ισχυριζόμενοι ότι ούτε η δημόσια διοίκηση αναγνωρίζει τον «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης, προς τούτο δε επικαλούνται το περιεχόμενο απαντητικών εγγράφων (σε σχετικά ερωτήματα άμεσα ενδιαφερόμενων, αλλά και εκ της Βουλής των Ελλήνων) από το ανωτέρω Υπουργείο αλλά και από την Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του πολίτη». Αναφορικά με τα επικαλούμενα έγγραφα εκ της Ανεξάρτητης Αρχής «Συνήγορος του Πολίτη», αποδεικνύεται ότι η εν λόγω Αρχή απλώς αποφαίνεται για μη συνδρομή αρμοδιότητάς της, λόγω μη υπαγωγής του «ΛΕΠΕΤΕ» στις περιοριστικά αναφερόμενες Υπηρεσίες του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 3094/03, επί των οποίων εκτείνεται η αρμοδιότητά της. Αναφορικά δε με επικαλούμενα έγγραφα της αρμόδιας Γραμματείας του ανωτέρω Υπουργείου, σε αυτά επισημαίνεται, πράγματι, ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» δεν υπάγεται στην εποπτεία και στον έλεγχό του. Ωστόσο, στα ίδια αυτά έγγραφα επισημαίνεται ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» λειτουργεί αυτοτελώς ως φορέας επικουρικής ασφάλισης, με σκοπό την παροχή επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους, τη δε ευθύνη για τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του φέρει η διοίκησή του, ενώ ο αυτός χαρακτηρισμός προσδίδεται στο «ΛΕΠΕΤΕ» και στο από 23-12-2008 έγγραφο της αρμόδιας Γραμματείας του ίδιου ως άνω Υπουργείου. Σημειώνεται ότι και σε νομολογιακό επίπεδο έχει κριθεί συγκεκριμένα ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά φορέα επικουρικής ασφάλισης (βλ. ΕφΑθ 4291/14, εκ της οποίας δεν παράγεται δεδικασμένο, δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο, ενόψει ελλείψεως ταυτότητας τόσο διαδίκων, όσο και αντικειμένου με την τότε κριθείσα διαφορά). Εξάλλου και σε συλλογικό επίπεδο οργάνωσης τραπεζοϋπαλλήλων και δη εκ της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος («ΟΤΟΕ»), ο «ΛΕΠΕΤΕ» έχει χαρακτηρισθεί ως «Επικουρικό Ταμείο» (βλ. ΟΤΟΕ «Το συνταξιοδοτικό των τραπεζοϋπαλλήλων», Οκτώβριος 2003). Μάλιστα, ο χαρακτηρισμός του «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα ασφάλισης, εντασσόμενου δηλαδή στην ευρεία διατύπωση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. β του Ν. 2084/92 (βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο Α.Ι νομική σκέψη της παρούσας), επισημαίνεται και στις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τους ενάγοντες: από 8-3-1995 γνωμοδότηση του καθηγητή Νομικής Σχολής Αθηνών Κ. Κρεμαλή (ο οποίος καταλήγει ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά μεν φορέα επικουρικής ασφάλισης, υπαγόμενος στην έννοια του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2084/92, όχι όμως υποχρεωτικής, αλλά προαιρετικής ασφάλισης), στην από 4-2-2005 γνωμοδότηση του καθηγητή Νομικής Σχολής Αθηνών Γ. Λεβέντη, στην από 24-3-2003 γνωμοδότηση του δικηγόρου Ιωάν. Πετρόγλου (ο οποίος μάλιστα δέχεται ότι τυγχάνει εφαρμογής στο «ΛΕΠΕΤΕ» και η διάταξη του άρθρου 71 του Ν. 2084/92, περί υποχρεώσεως των φορέων κοινωνικής ασφάλισης να προβαίνουν στην κατάρτιση αναλογιστικών μελετών). Παρέπεται ότι και οι ίδιοι οι ενάγοντες, οι οποίοι αρνούνται τη φύση του «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, επικαλούνται, παρά ταύτα, για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της εναγομένης, την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. β του Ν. 1902/90, (μη νόμιμη επίκληση, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν στον ανωτέρω υπό στοιχείο Β.ΙΙ οικείο τόπο της παρούσας), η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει φορέα κοινωνικής ασφάλισης (και μάλιστα κύριας κοινωνικής ασφάλισης). Επισημαίνεται ότι το έτος 1995, κατά τη συνεδρίαση της 22-11-1995 του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ο τότε διοικητής της διατύπωσε τη θέση ότι «Η Τράπεζα από την αρχή της Διοίκησής μου είχε διακηρύξει ότι ο λογαριασμός αυτός δεν είναι Ταμείο Σύνταξης, όπως είναι άλλοι ασφαλιστικοί οργανισμοί», προτείνοντας να μην τύχουν εφαρμογής συγκεκριμένες διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας, σχετικές με το ύψος της καταβλητέας εργοδοτικής εισφοράς (άρ. 32 του Ν. 2084/92). Επιπρόσθετα, κατά την ίδια ως άνω συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, ο ίδιος διοικητής της δήλωσε ότι : «…αφού ο λογαριασμός δεν υπάγεται στο νόμο αυτό, η Τράπεζα πάνω σε αυτό το μηχανισμό να κάνει τη δική της πολιτική, η οποία είναι να αποδεσμεύσει το λογαριασμό από τις συντάξεις και να τον συνδέσει με τους μισθούς». Σημειώνεται ότι το τότε διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης ομόφωνα ενέκρινε τις προτάσεις του ανωτέρω διοικητή. Ωστόσο, τα ανωτέρω, ήτοι ο χαρακτηρισμός εκ μέρους της διοίκησης της εναγομένης περί του ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» δεν είναι ταμείο σύνταξης, ακόμα και αν εκληφθεί ότι ισοδυναμεί με τη θέση ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» δεν είναι φορέας επικουρικής ασφάλισης, δεν επαρκεί για την αναίρεση των ως άνω αποδεδειγμένων περί της φύσεως του «ΛΕΠΕΤΕ», ως φορέα επικουρικής ασφάλισης. Η φύση αυτή του «ΛΕΠΕΤΕ» προσδιορίζεται από τον προαναφερόμενο σκοπό του, τη σύνθεση των κεφαλαίων του, τη λειτουργία του, τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου και τους κανόνες που έχουν διαχρονικά εφαρμοστεί επ’ αυτού, κατά τα ως άνω αναλυόμενα. Δεν επηρεάζεται από τον χαρακτηρισμό που τυχόν επιφυλάσσουν ενδιαφερόμενοι και εμπλεκόμενοι, όπως η εκάστοτε διοίκηση της εναγομένης, ο οποίος πάντως χαρακτηρισμός δεν αποτυπώθηκε δεσμευτικά (λχ με σχετική τροποποίηση του κανονισμού) και ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, αποδεικνύεται ευκαιριακός, αφού η ίδια στάση δεν τηρήθηκε από προηγούμενη και επόμενη διοίκηση της εναγομένης. Ειδικότερα, (...) η προηγούμενη (εκείνης που προέβη στις ανωτέρω δηλώσεις) διοίκηση της εναγομένης εφάρμοζε τη διάταξη του άρθρου 32 του Ν. 2084/92, προφανώς αναγνωρίζοντας ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά φορέα επικουρικής ασφάλισης. Η δε τρέχουσα διοίκηση της εναγομένης ρητά αναγνωρίζει το «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα και μάλιστα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Παραλλήλως, δεν παραβλέπεται ότι, κατά το παρελθόν, θεωρήθηκε αυτονόητη η φύση τον «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα ασφάλισης, όπως όταν το έτος 2006 υποβλήθηκε αίτηση ένταξης του «ΛΕΠΕΤΕ» στο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων - «ΕΤΑΤ» ή προκειμένου για την, κατ’ άρθρο 33 του Ν. 2843/00, προαναφερόμενη περίπτωση περιέλευσης τμήματος της περιουσίας των ασφαλιστικών φορέων του προσωπικού της Κτηματικής στον «ΛΕΠΕΤΕ», ομοίως ως ασφαλιστικό φορέα υπαλλήλων της εναγομένης. Ας σημειωθεί ότι η φύση του «ΛΕΠΕΤΕ», ως φορέα επικουρικής ασφάλισης, όμως προαιρετικής, έχει επιβεβαιωθεί και από την ίδια τη διαχειριστική του επιτροπή, όπως ενδεικτικά καταδεικνύεται και από τη, με ενέργειες της επιτροπής αυτής, συμμετοχή του στην κοινή προσπάθεια των επικουρικών φορέων ασφάλισης του τραπεζικού χώρου να εξετασθεί η δυνατότητα ίδρυσης ενιαίου επικουρικού φορέα για τον τραπεζικό χώρο (...) Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά φορέα υποχρεωτικής, και όχι προαιρετικής, επικουρικής ασφάλισης. Τούτο διότι ο τελευταίος αποδείχθηκε ότι λειτουργεί καθ’ υποκατάσταση του δημόσιου φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.Ι νομική σκέψη της παρούσας, δεν μπορεί να υπολείπεται του υποκαθιστάμενου δημόσιου φορέα. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, υπήρξε και η προαναφερόμενη πρόβλεψη του άρθρου 9 παρ. 8 του κανονισμού του (όπως αυτός ισχύει, σύμφωνα με το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, «το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου»). Η υπαγωγή και ασφάλιση σε αυτόν αφορούσε το σύνολο των εργαζομένων της εναγομένης, ήταν δηλαδή γενική, καθολική και υποχρεωτική (για τους προσληφθέντες έως 31-12-2004, οπότε και για τους έκτοτε προσλαμβανόμενους, ενόψει του Ν. 3371/05, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, είναι υποχρεωτική η ασφάλιση στον αντίστοιχο δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης). Οι ασφαλισμένοι σε αυτόν τον φορέα, ακριβώς λόγω της υποχρεωτικής συμμετοχής τους στον τελευταίο, εξαιρούνταν και εξαιρούνται της δημόσιας υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, βάσει της διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 3 του Ν. 1902/90, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ίδια ως άνω νομική σκέψη της παρούσας. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί του ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά θεσμό μετεργασιακής μέριμνας, μη σχετιζόμενο με φορέα κοινωνικής ασφάλισης και εν γένει μη συνδεόμενο με συνταξιοδοτικά θέματα και, συνακόλουθα, περί του ότι οι παροχές που λαμβάνουν οι δικαιούχοι - συνταξιούχοι μέσω αυτού φέρουν μισθολογικό (μετεργασιακό) χαρακτήρα (χαρακτηρισμός ο οποίος αποτυπώνεται και στην από 4-12-2007 εισήγηση του Αν. Πετρόπουλου, περί συνδρομής προϋποθέσεων άρ. 11 Ν. 997/79, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 76 παρ. 3 του Ν. 2084/92, βλ. όμως και την από 30-11-2007 γνωμοδότησή του, στην οποία δέχεται ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά ειδικό λογαριασμό «Προαιρετικής Επικουρικής Ασφάλισης», αποτέλεσμα συλλογικής αυτονομίας, δεδομένου ότι κατά το χρόνο ίδρυσής του δεν υπήρχε σχετική νομοθετική επιταγή ή πρόβλεψη για ενίσχυση των συντάξεων που παρείχαν έως τότε τα ταμεία κύριας ασφάλισης). Άλλωστε, εργοδοτική παροχή, συμφωνηθείσα να καταβληθεί στο «ΛΕΠΕΤΕ», ως τμήμα των επιμέρους συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ήδη λυθεισών, λόγω συνταξιοδότησής τους, συνιστά μόνον η εισφορά που είχε υποχρέωση να καταβάλλει η εναγομένη, βάσει του άρθρου 5 του Κανονισμού του «ΛΕΠΕΤΕ», την οποία, όπως δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι, πράγματι κατέβαλλε (εισφορά κατά βάση 9% επί των μισθών των εν ενεργεία υπαλλήλων, βλ. ΟλΑΠ 17/05, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), όχι όμως και η καθ’ εαυτή μηνιαία επικούρηση, που ορίστηκε να λαμβάνουν οι συνταξιούχοι μέσω του «ΛΕΠΕΤΕ». Η εν λόγω μηνιαία επικούρηση, εκ του χαρακτήρος του «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, συνιστά μηνιαία επικουρική σύνταξη, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ίδια ως άνω υπό στοιχείο Α.Ι νομική σκέψη της παρούσας. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, την απορρέουσα εκ της επικαλούμενης παραβάσεως μετενεργούντων όρων των λυθεισών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων. Ας σημειωθεί ότι δεν πρέπει να συγχέεται η περίπτωση του «ΛΕΠΕΤΕ» με περιπτώσεις έτερων ειδικών λογαριασμών (που αφορούν συνταξιούχους έτερου πιστωτικού ιδρύματος), των οποίων η παροχές κρίθηκαν ως μετεργασιακές παροχές, μη σχετιζόμενες με καταβολή επικουρικής σύνταξης, κυρίως ενόψει του ότι οι έτεροι αυτοί ειδικοί λογαριασμοί δεν υπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό με το «ΛΕΠΕΤΕ», αφού οι αντίστοιχοι δικαιούχοι βοηθημάτων, εκ των ιδίων αυτών ειδικών λογαριασμών, υπάγονταν στους δημόσιους φορείς τόσο κύριας όσο και επικουρικής ασφάλισης (βλ. ΕφΑθ 4262/94, ΔΕΝ 194/67, την οποία επικαλούνται και οι ενάγοντες, με την οποία κρίθηκε περίπτωση ταμείου, έτερου πιστωτικού ιδρύματος, κατά την οποία η μηνιαία επικουρική παροχή που καταβαλλόταν στους εξερχόμενους υπαλλήλους αυτής τέθηκε μεν εκτός πλαισίου κύριας και επικουρικής ασφάλισης, δεδομένου, όμως, ότι οι υπάλληλοι του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος ήταν ασφαλισμένοι τόσο για κύρια, όσο και για επικουρική σύνταξη σε δημόσιους φορείς, ήτοι στο ΙΚΑ και στο ΤΕΑΑΠΑΕ, αντίστοιχα, περίσταση που δεν συντρέχει στην επίδικη περίπτωση, αφού οι υπάλληλοι της εναγομένης, οι προσληφθέντες μέχρι και 31-12-2004, δεν υπάγονταν στο φορέα δημόσιας υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, αλλά στον καθ’ υποκατάσταση αυτού «ΛΕΠΕΤΕ»). Εκ της ως άνω αποδειχθείσης φύσεως του «ΛΕΠΕΤΕ» ως φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, παρίσταται πλέον αυτονόητη και η μη ταύτισή του με το νομικό πρόσωπο της εναγομένης, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμου, διότι η τελευταία συνιστά πιστωτικό ίδρυμα, επιδιώκοντας έτερους, αυτόνομους, σκοπούς και όχι σκοπούς κοινωνικής ασφάλισης (βλ. την από 9-6-2017 γνωμοδότηση των καθηγητών Α. Στεργίου και Ι. Κουκιάδη). Εξάλλου, ο «ΛΕΠΕΤΕ», όπως προκύπτει και από τα προαναφερόμενα άρθρα 2 και 5 του κανονισμού του είναι αυτοτελής, υπό την έννοια ότι είναι αυτοδιοικούμενος και αυτοδιαχειριζόμενος (βλ. την από 30-11-2007 γνωμοδότηση του Αν. Πετρόπουλου, την ανωτέρω γνωμοδότηση των καθηγητών Α. Στεργίου και Ι. Κουκιάδη, αντίθετα δε την από 26-9-2013 γνωμοδότηση του δικηγόρου Γ.Ν. Τσάκωνα, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» ταυτίζεται «τρόπον τινά» με την εναγομένη, εκκινώντας όμως από το εσφαλμένο σκεπτικό ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» συνιστά ένωση προσώπων, μέλος της οποίας η εναγομένη, που συμμετέχει στην ίδια ένωση με ποσοστό 73% ανάλογο των εισφορών που καταβάλλει και προσδιοριστικό της έκτασης της ευθύνης της για τις υποχρεώσεις του «ΛΕΠΕΤΕ»). Η αυτή θέση περί αυτοτέλειας του «ΛΕΠΕΤΕ», ως αυτοδιοικούμενου και αυτοδιαχειριζόμενου, έχει εκφραστεί ρητά και από την ίδια τη διαχειριστική επιτροπή του τελευταίου.(...)

Με βάση όσα προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ», ως φορέας υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, συνιστά μία ξεχωριστή οικονομική μονάδα, αυτοδιοικούμενη και αυτοδιαχειριζόμενη, μη ταυτιζόμενη με το νομικό πρόσωπο της εναγόμενης, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμου. Η εναγομένη,ομοίως σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν έχει αναλάβει τη διαχείριση και διοίκησή του, ούτε τυπικά, με βάση τον κανονισμό του, ούτε εν τοις πράγμασι, κατ’ επιβολή της. Ας σημειωθεί ότι ενόψει αυτού, η μη εκπόνηση αναλογιστικών μελετών, με επιμέλειά της, σχετικά με την επιβάρυνση του «ΛΕΠΕΤΕ», εκ των εφαρμοσμένων προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της, δεν μπορεί να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη της (πρβλ. ΕφΑθ 487/17, προσκομιζόμενη), ως αποτέλεσμα κακοδιαχείρισης, όπως αντίθετα, αλλά αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. (...) Τούτο, πέραν του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε ότι η, κατά τον τρόπο αυτό, αποχώρηση τμήματος του προσωπικού της εναγομένης και η συνακόλουθη ένταξή του στους δικαιούχους του «ΛΕΠΕΤΕ» συνδέεται αιτιωδώς με την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση του τελευταίου, αφενός διότι δεν προσκομίζονται σχετικά αποδεικτικά στοιχεία (και δη συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία), αφετέρου διότι τουλάχιστον ένα εκ των προγραμμάτων εθελούσιων εξόδων του έτους 2002 αφορούσε προσωπικό με θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα (βλ. την από 24-3-2003 γνωμοδότηση του δικηγόρου Ι. Πετρόγλου). Επιπρόσθετα ας σημειωθεί ότι, για τον ίδιο λόγο, ήτοι της αποδεδειγμένης μη διοικήσεως και διαχειρίσεως του «ΛΕΠΕΤΕ» από την εναγομένη, η μη απόδοση εκ μέρους της τελευταίας έτερων (πλην της εργοδοτικής εισφοράς σε ποσοστό 9% επί των αποδοχών των υπαλλήλων της) παροχών που προβλέπονται από τον κανονισμό του «ΛΕΠΕΤΕ», όπως ποσοστά από ασφαλιστικές εργασίες των υπαλλήλων της, ή από έτερες επιμέρους συμφωνίες, όπως στο πλαίσιο εφαρμογής εθελούσιων εξόδων του προσωπικού της, δεν συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο Α.V νομική σκέψη της παρούσας, αφού, χωρίς τις ως άνω προϋπάρχουσες συμβατικές προβλέψεις, η εν λόγω μη απόδοση δεν θα συνιστούσε καθεαυτή πράξη παράνομη. Άλλωστε, δεν μπορεί να θεμελιωθεί εκ του ίδιου αυτού γεγονότος βασιμότητα της ενδοσυμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης να χρηματοδοτεί το «ΛΕΠΕΤΕ» και δη στο διηνεκές, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε η έκταση, η αντιστοιχία και εν τέλει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αιτούμενης με την κρινόμενη αγωγή χρηματοδότησης του «ΛΕΠΕΤΕ» και της ανωτέρω παράβασης επιμέρους συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης. Εξάλλου, η διαχείριση του «ΛΕΠΕΤΕ» ανατέθηκε (άρ. 2 του κανονισμού του «ΛΕΠΕΤΕ») σε διαχειριστική επιτροπή, η οποία και ασκεί, όπως αποδείχθηκε, πραγματικά τα καθήκοντά της, λαμβάνοντας τις σχετικές αποφάσεις διοίκησης, επένδυσης και εν γένει διαχείρισης του ειδικού αυτού λογαριασμού. Οι δε αποφάσεις της ίδιας αυτής επιτροπής συνιστούν αποφάσεις του εν λόγω συλλογικού οργάνου, ως οργάνου εκπροσωπευτικού του «ΛΕΠΕΤΕ» (ιδιότητα που αποδεικνύεται από τον τίτλο «Διαχείρισις-Εκπροσώπησις» του ανωτέρω άρθρου 2 του κανονισμού του «ΛΕΠΕΤΕ», το οποίο προβλέπει τη σύσταση και τα καθήκοντά της) και όχι συλλογικές αποφάσεις των επιμέρους νομικών προσώπων, εκ των οποίων προέρχονται τα μέλη της εν λόγω επιτροπής. Δηλαδή, τα μέλη της τελευταίας λαμβάνουν τις αποφάσεις τους υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητά τους και όχι ως αντιπρόσωποι των ανωτέρω επιμέρους νομικών προσώπων, ούτε ως βοηθοί εκπλήρωσης ή ως προστηθέντες των ίδιων αυτών νομικών προσώπων, μεταξύ των οποίων η εναγομένη. Ως εκ τούτου, αποφάσεις και ενέργειες των μελών της διαχειριστικής επιτροπής του «ΛΕΠΕΤΕ», έστω και ζημιογόνες, παράνομες ή και υπαίτιες, δεν μπορούν να αποδοθούν στην εναγομένη και να ιδρύσουν αντίστοιχη (ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική) ευθύνη της, εκ κακοδιαχειρίσεως και εν γένει εκ πλημμελούς διεξαγωγής διαχειριστικών καθηκόντων, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόντων, ως ουσιαστικά αβάσιμου. Κατόπιν αυτού, τα κύρια αιτήματα των εναγόντων [ανωτέρω υπό στοιχεία Α)1 και Α)2], περί αναγνωρίσεως υποχρέωσης της εναγομένης να τους καταβάλει η ίδια, ως αποζημίωση, τις μηνιαίες παροχές που δικαιούνται, στο πλαίσιο αδικοπρακτικής της ευθύνης, κατά το μέρος που κρίθηκαν παραδεκτά και νόμιμα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ομοίως ως ουσία αβάσιμο, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτό και νόμιμο, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται, κατά τα ανωτέρω σχέση πρόστησης και εντεύθεν αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα (ανωτέρω υπό στοιχείο Γ) περί αναγνωρίσεως υποχρέωσης χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων. Ομοίως ως ουσία αβάσιμο, πρέπει να απορριφθεί και το επικουρικό αίτημα των εναγόντων (ανωτέρω υπό στοιχείο Β), κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτό και νόμιμο, ως προς την επίκληση ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης, εκ της διαχειρίσεως του «ΛΕΠΕΤΕ». Περαιτέρω, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ», ως φορέας επικουρικής ασφάλισης, συνιστά μία ξεχωριστή, αυτοτελή, οικονομική μονάδα, που χορηγεί μηνιαίες παροχές μετά την έξοδο από την υπηρεσία (επικουρικές συντάξεις), εντάσσεται, ως πρόγραμμα παροχών, είτε στην κατηγορία προγράμματος καθορισμένων παροχών, κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων, είτε στην κατηγορία προγράμματος καθορισμένων εισφορών, κατά τον ισχυρισμό της εναγομένης. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, μετά την τροποποίηση του κανονισμού του «ΛΕΠΕΤΕ» το έτος 1995, ορίστηκε συγκεκριμένος τύπος καθορισμού των καταβλητέων μέσω αυτού παροχών [άρ. 9 παρ. 4, κατά το οποίο «το ποσοστό για τον καθορισμό της Επικούρησης υπολογίζεται σε 1,0285% επί των συντάξιμων αποδοχών, όπως ορίζονται παρακάτω, για κάθε συντάξιμο έτος, (δηλαδή σε 45% επί του 1/35 του 80% των συντάξιμων αποδοχών για κάθε συντάξιμο έτος), με ανώτατο όριο το 38% των συντάξιμων αποδοχών»], χωρίς ωστόσο το γεγονός αυτό να καθιστά τις παροχές καθορισμένες. Τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 9 του ίδιου κανονισμού οι χορηγούμενες μέσω του «ΛΕΠΕΤΕ» παροχές αναπροσαρμόζονταν με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της εναγομένης, ανάλογα με τα οικονομικά στοιχεία του «ΛΕΠΕΤΕ», κατόπιν σχετικής αποφάσεως της διαχειριστικής του επιτροπής, της μόνης αρμόδιας για να αποφασίσει την εν λόγω αναπροσαρμογή (ή την αναστολή αυτής ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή ή την αναπροσαρμογή σε μικρότερο ποσοστό, κατ’ άρθρο 9 παρ. 9 και 2 παρ. 2 του ίδιου κανονισμού). Δηλαδή, οι παροχές εκ του «ΛΕΠΕΤΕ», με βάση τα εν λόγω άρθρα του κανονισμού δεν είναι εγγυημένες, αφού αναπροσαρμόζονται, μεταβάλλονται, αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως του «ΛΕΠΕΤΕ» και μάλιστα με μόνη την περί τούτου απόφαση όχι της εναγομένης, αλλά της, κατά τα ως άνω, ανεξάρτητης από την τελευταία, διαχειριστικής επιτροπής του. Αντιθέτως, οι εισφορές (εργοδότη και εργαζομένων), εκ των οποίων συντίθεται οι παροχές, είναι σαφώς καθορισμένες (9% και 3,5%) και για την αναπροσαρμογή τους απαιτείται τροποποίηση του σχετικού άρθρου (άρ. 5 παρ. 1) του κανονισμού που τις προβλέπει (βλ. την από 15-9-2017 γνωμοδότηση της καθηγήτριας Π. Παπαρρηγοπούλου). Πέραν τούτου, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι οι παροχές είναι καθορισμένες, προσαπαιτείται η διαπίστωση περί υπάρξεως, ρητής ή τεκμαιρόμενης, δέσμευσης της εναγομένης να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές, εφόσον ο εν λόγω λογαριασμός δεν διαθέτει πλέον επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να καταβληθούν όλες οι προβλεπόμενες παροχές στους δικαιούχους. Τούτο διότι, σύμφωνα με τον εννοιολογικό προσδιορισμό έκαστης κατηγορίας προγραμμάτων, όπως αυτός διαλαμβάνεται στον Κανονισμό 1725/03, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον τέτοιου είδους δέσμευση δεν υφίσταται, τότε το πρόγραμμα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καθορισμένων παροχών, με περαιτέρω συνέπεια ο κίνδυνος (επενδυτικός και αναλογιστικός) να επιρρίπτεται στους εργαζομένους. Τέτοιου είδους δε δέσμευση της εναγομένης δεν αποδεικνύεται με βάση τον κανονισμό λειτουργίας του «ΛΕΠΕΤΕ». Ειδικότερα δεν υφίσταται άρθρο του εν λόγω κανονισμού που να την προβλέπει ρητά (όπως συμβαίνει σε αντίστοιχους ειδικούς λογαριασμούς άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, βλ. ΟλΑΠ 9/12, όπου αναφέρεται σχετική περίπτωση), ούτε από τα άρθρα του ίδιου ως άνω κανονισμού, και ιδίως εκείνο που αφορά τους πόρους του, δύναται να συναχθεί ότι η εναγομένη ανέλαβε τέτοιου είδους δέσμευση. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, με βάση το άρθρο 5 του κανονισμού λειτουργίας του, καθορίζονται σαφώς και περιοριστικώς οι πόροι του «ΛΕΠΕΤΕ» και ιδίως οι πόροι που προέρχονται από παροχές της εναγομένης, οι οποίες εξαντλούνται, κατά κύριο λόγο, σε υποχρέωση καταβολής εισφορών σε ποσοστό επί των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων της (πέραν παροχών της με βάση εκποίηση άχρηστου υλικού της ή ποσοστά εκ διενεργηθεισών ασφαλιστικών εργασιών) και όχι σε επιπρόσθετη υποχρέωση χρηματοδότησης σε περίπτωση ελλειμμάτων του «ΛΕΠΕΤΕ». Σχετική δέσμευση της εναγομένης δεν αποδεικνύεται ούτε από τον πρωτογενώς διατυπωμένο σκοπό σύστασης του «ΛΕΠΕΤΕ», όπως αυτός εκφράστηκε κατά την ανωτέρω αναφερόμενη από 13/18-11-1949 συνεδρίαση του τότε γενικού συμβουλίου (ήδη διοικητικό συμβούλιο) της εναγομένης. Συγκεκριμένα, κατά τα διαλαμβανόμενα στα σχετικά πρακτικά γίνεται λόγος για «κατασφάλιση» της περιουσίας του «ΛΕΠΕΤΕ», όχι όμως μέσω αναλήψεως ευθύνης εκ μέρους της εναγομένης προς κάλυψη, ολικώς ή μερικώς, των ελλειμμάτων αυτού, αλλά, όπως ρητά αναφέρεται, μέσω της προσεκτικά επιλεγόμενης δικής του διοίκησης (ήτοι της διαχειριστικής του επιτροπής). Ομοίως δεν μπορεί να συναχθεί δέσμευση της εναγομένης περί καλύψεως των ελλειμμάτων του «ΛΕΠΕΤΕ», εκ των καταγραφόμενων δηλώσεων του (τότε) διοικητή της εναγομένης στα πρακτικά της από 22-11-1995 συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου αυτής. Ανεξαρτήτως του εάν θα μπορούσε να παραχθεί δέσμευση της εναγομένης από μόνες τις δηλώσεις του διοικητή της στα πλαίσια μιάς συνεδρίασης του διοικητικού της συμβουλίου, αποδεικνύεται ότι ο ίδιος (ο τότε διοικητής της εναγομένης) αιτιολογεί την πρόταση έγκρισης της τροποποίησης του κανονισμού του «ΛΕΠΕΤΕ» (σχετικά με τη σύνδεση των καταβλητέων παροχών όχι με τις συντάξεις, αλλά με τις συντάξιμες αποδοχές), χωρίς ωστόσο να δηλώνει, όπως αντίθετα, αλλά αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι θέλει να διασφαλίσει η διοίκηση την καταβολή των επικουρήσεων στο διηνεκές. Επίσης δεν μπορεί να συναχθεί τεκμαιρόμενη σχετική δέσμευση της εναγομένης από ενέργειες της τελευταίας, όπως εθελούσιες έξοδοι του προσωπικού της, υποχρεωτική ένταξη του από 1-1-2005 προσωπικού της στο δημόσιο φορέα υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, βάσει των διατάξεων του Ν. 3371/05, έγκριση τροποποίησης του κανονισμού του «ΛΕΠΕΤΕ», περί συνδέσεως της επικουρικής σύνταξης με τις συντάξιμες αποδοχές, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση των επικουρικών συντάξεων και εντεύθεν σε επιβάρυνση του λογαριασμού. Τούτο διότι άπασες οι ανωτέρω ενέργειες διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της πολιτικής ή στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου ή στο πλαίσιο εφαρμογής του κανονισμού του «ΛΕΠΕΤΕ», αντιστοίχως, και ουδόλως συνδέθηκαν, αμέσως ή εμμέσως, με αντίστοιχη ανάληψη της ευθύνης της εναγομένης για τα τυχόν ελλείμματα εκ των ενεργειών αυτών. Παρέπεται ότι δέσμευση της εναγομένης για κάλυψη των ελλειμμάτων του «ΛΕΠΕΤΕ» δεν μπορεί να αποδειχθεί εκ του τρόπου διαχείρισης του τελευταίου, ακριβώς διότι, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, η ίδια δεν ασκούσε τη διαχείρισή του, ούτε και είχε την αρμοδιότητα να καθορίζει τα ποσοστά των καταβλητέων μέσω του «ΛΕΠΕΤΕ» παροχών. Ομοίως δεν μπορεί να συναχθεί τέτοιου είδους δέσμευση της εναγομένης, εκ του γεγονότος ότι από το έτος 2007, οπότε και κατέστη μη εφικτή η καταβολή των μηνιαίων επικουρικών συντάξεων εξ ιδίων κεφαλαίων του «ΛΕΠΕΤΕ», η εναγομένη προέβη σε αλλεπάλληλες ταμιακές ενισχύσεις αυτού. Τούτο διότι οι εν λόγω ταμιακές ενισχύσεις δόθηκαν εκ μέρους της τελευταίας και αναλήφθηκαν εκ μέρους της διαχειριστικής επιτροπής του «ΛΕΠΕΤΕ» ως δάνειο. Υπό τη μορφή αυτή καταχωρίσθηκαν ως υποχρεώσεις του «ΛΕΠΕΤΕ» προς την εναγομένη (...) Ο ίδιος ο χαρακτηρισμός των επιμέρους ταμιακών αυτών ενισχύσεων ως δανείων και μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις με εξασφαλίσεις υπέρ της εναγομένης, είναι ενδεικτικός της σαφώς εκπεφρασμένης βούλησης της εναγομένης να μην εκληφθούν οι ανωτέρω ενισχύσεις ως ανάληψη ευθύνης κάλυψης των ελλειμμάτων του «ΛΕΠΕΤΕ» στο διηνεκές. Μάλιστα, η βούληση αυτή εκφράζεται ρητά, απερίφραστα και επαναλαμβανόμενα σε έκαστο των σχετικών συμφωνητικών που συνήφθησαν, στο πλαίσιο χορήγησης των εν λόγω ταμιακών ενισχύσεων, αφού σε έκαστο αυτών καταγράφεται ότι η χορήγηση του αντίστοιχου κάθε φορά ποσού: «αποτελεί απλώς έκτακτη ταμιακή ενίσχυση και δεν δημιουργεί καμία απολύτως δέσμευση της Τράπεζας για το μέλλον» «ούτε αναγνώριση υπάρξεως υποχρεώσεώς της οποιασδήποτε φύσεως». Επισημαίνεται ότι η εναγομένη και δη η διοίκησή της, και εκτός πλαισίου των ανωτέρω συμφωνητικών έχει εκφράσει απερίφραστα ότι δεν έχει αναλάβει και δεν προτίθεται να αναλάβει αντίστοιχη δέσμευση κάλυψης των ελλειμμάτων του «ΛΕΠΕΤΕ», όχι μόνο εσχάτως, αλλά ήδη από το έτος 2008. Η αυτή θέση της εναγομένης έχει μεταφερθεί στη διαχειριστική επιτροπή του «ΛΕΠΕΤΕ» πολλάκις, σε προγενέστερο και σε επόμενο χρόνο (...) ακόμα και ως απάντηση σε αίτημα και θέση μελών της τελευταίας, περί του ότι η ίδια η εναγομένη πρέπει να αναλάβει την εγγυητική ευθύνη για τη βιωσιμότητα του «ΛΕΠΕΤΕ». Μάλιστα, κατά το παρελθόν, υπήρξε και περίπτωση που η εναγομένη είχε μεταφέρει την άρνησή της προς τη διαχειριστική επιτροπή να προβεί σε ταμιακή ενίσχυση του «ΛΕΠΕΤΕ», όπως καταγράφεται στα πρακτικά της από 9-7-2008 συνεδρίασης της τελευταίας, στα οποία καταγράφεται ότι δεν μπορεί να επαναληφθεί ταμιακή διευκόλυνση, όπως είχε γίνει το Δεκέμβριο του έτους 2007, άρνηση η οποία πάντως κάμφθηκε, αφού επί σειρά ετών, μέχρι και το έτος 2017, η εναγομένη προέβαινε σε διαρκείς ταμιακές ενισχύσεις του «ΛΕΠΕΤΕ». Συνεπώς, με βάση όσα προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν ανέλαβε τη δέσμευση, ρητή ή τεκμαιρόμενη, να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές και εν γένει να χρηματοδοτεί το «ΛΕΠΕΤΕ», για την κάλυψη των ελλειμμάτων του, όπως αντίθετα, αλλά αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες (ενισχύοντας τη θέση τους, επικαλούνται και την από 30-11-2007 γνωμοδότηση του Αν. Πετρόπουλου). Ως εκ τούτου, το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα του «ΛΕΠΕΤΕ» δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί πρόγραμμα εγγυημένων παροχών, στη βάση του οποίου να μπορεί εξαρχής να ανακύψει ευθύνη της εναγομένης για κάλυψη των ελλειμμάτων του, όπως αντίθετα, αλλά αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες (χαρακτηρισμός ο οποίος διαλαμβάνεται και στην από Νοεμβρίου 2007 έκθεση περί του «ΛΕΠΕΤΕ» του Γ. Ρωμανιά, ως επιστημονικού συμβούλου του ΙΝΕ ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ, όπως και στην ως άνω από 30-11-2007 γνωμοδότηση του Αν. Πετρόπουλου). Συνακόλουθα, το επικουρικό αίτημα της κρινόμενης αγωγής, περί αναγνωρίσεως υποχρέωσης της εναγομένης να χρηματοδοτεί το «ΛΕΠΕΤΕ», καλύπτοντας τα οργανικά του ελλείμματα, ερειδόμενο στην εκ της αιτίας αυτής συμβατική της ευθύνη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι ο «ΛΕΠΕΤΕ» εντάσσεται στην έννοια των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών (βλ. και την από 15-9-2017 γνωμοδότηση της καθηγήτριας Π. Παπαρρηγοπούλου). Έτι περαιτέρω, ενόψει όσων προεκτέθηκαν σχετικά με τις επαναλαμβανόμενες χρηματοδοτήσεις του «ΛΕΠΕΤΕ», εκ μέρους της εναγομένης, μέσω των επί σειρά ετών ταμιακών διευκολύνσεων, δεν αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας των τελευταίων, δημιουργήθηκε αντίστοιχη, συμβατικά δεσμευτική, πρακτική της εναγομένης. Τούτο διότι, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, κάθε φορά που η εναγομένη προέβαινε στις εν λόγω διευκολύνσεις, ήτοι κάθε φορά που συνάπτονταν τα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά χρηματοδότησης του «ΛΕΠΕΤΕ», εξέφραζε ρητά, κατά τη σύναψή τους, την επιφύλαξή της, περί του ότι οι εν λόγω χρηματοδοτήσεις δεν αποσκοπούν στην παραγωγή αντίστοιχης συμβατικής της δέσμευσης. Ομοίως όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, η ρητή αυτή επιφύλαξη ενισχύεται από το γεγονός ότι οι ταμιακές αυτές ενισχύσεις πήραν τη μορφή δανείου (και όχι δωρεάς ή άλλης, χαριστικής αιτίας, δικαιοπραξίας) και μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, με παράλληλη και πραγματική χορήγηση εξασφαλίσεων. Συνεπώς, ενόψει της ρητής επιφύλαξης της εναγομένης κάθε φορά που προέβαινε στις αντίστοιχες ταμιακές ενισχύσεις, οι τελευταίες δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως οικειοθελείς παροχές, ικανές να δημιουργήσουν συμβατική και συνακόλουθα δεσμευτική πρακτική της εναγομένης (βλ. και την από 5-10-2017 γνωμοδότηση του καθηγητή Μ. Σταθόπουλου).(παρ. 3) Ως εκ τούτου, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχείο Α.ΙΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, δεν μπορεί να ανακύψει, εκ της αιτίας αυτής, υποχρέωση της εναγομένης, περί εξακολουθήσεως χρηματοδότησης του «ΛΕΠΕΤΕ», απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόντων. Συνακόλουθα το επικουρικό αίτημα της κρινόμενης αγωγής, περί αναγνωρίσεως υποχρέωσης της εναγομένης να χρηματοδοτεί το «ΛΕΠΕΤΕ», καλύπτοντας τα οργανικά του ελλείμματα, ερειδόμενο στην εκ της αιτίας αυτής συμβατική ευθύνη της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Άλλωστε, εκ των ανωτέρω σαφών και ρητών επιφυλάξεων της εναγομένης, ανεξαιρέτως σε κάθε περίπτωση που προέβαινε σε χρηματοδότηση του «ΛΕΠΕΤΕ», των ομοίως ρητώς εκπεφρασμένων αρνήσεών της, όπως αυτές προπεριγράφηκαν, να αναλάβει οποιουδήποτε είδους εγγυητική ευθύνη για τη βιωσιμότητα του ίδιου λογαριασμού, της αποδειχθείσας μη αναλήψεως εκ μέρους της διαχειριστικών καθηκόντων του τελευταίου και της εντεύθεν μη υπάρξεως ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής της ευθύνης για το έλλειμα αυτού και την αδυναμία πραγμάτωσης του σκοπού του, δεν αποδεικνύεται καταχρηστικότητα της άρνησής της (της εναγομένης) να εξακολουθήσει να χρηματοδοτεί τον εν λόγω λογαριασμό, όπως αντίθετα, αλλά αβάσιμα, ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Επισημαίνεται τέλος, ότι με βάση όσα προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν ανέλαβε ούτε με καταστατικές, ούτε με άλλες διατάξεις την ευθύνη κάλυψης των ελλειμμάτων του «ΛΕΠΕΤΕ». Για το λόγο αυτό, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 52 παρ. 2 του Ν. 2084/92, την οποία επικαλείται η εναγομένη και βάσει της οποίας: «...Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές ή άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992».Τούτο διότι η εν λόγω διάταξη, η οποία θέτει ποσοτικό περιορισμό της συμμετοχής του εργοδότη για την κάλυψη ελλειμμάτων επικουρικών φορέων ασφάλισης, προϋποθέτει πρωτίστως να έχει αναλάβει ο εργοδότης, είτε με καταστατικές είτε με άλλες διατάξεις την υποχρέωση κάλυψης των ελλειμμάτων αυτών, περίσταση η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.

Ε. Κατόπιν όσων προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να απορριφθεί, τόσο κατά τα κύρια όσο και κατά το επικουρικό αίτημά της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, ενόψει της δυσχέρειας της ερμηνείας των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (άρ. 179 του ΚΠολΔ), πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ τους, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.