Αρείου Πάγου 953/2018 περί «εξοφλητικών αποδείξεων και ανάλυσης μισθοδοσίας»

Περίληψη: Για να είναι σαφής η προβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου με την επίκληση σχετικών εγγράφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο για την εργασία του, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών. Επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ανάλυσης μισθοδοσίας.

 

Διαβάστε περισσότερα:

  1. Από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, προκύπτει ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη ειδικότερα η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας με την επίκληση σχετικών εγγράφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959).

Για το λόγο άλλωστε αυτό με τα άρθρα 18 παρ. 1 ν. 1082/1980 και 26 παρ. 9 περ. ε α.ν. 1846/1951, όπως η περ. ε προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 ν. 1469/1984, επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σ’ αυτές (Α.Π. 1069/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 18.4.2011 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 21.6.2010 μεταξύ αυτού και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση παροχής τουριστικών υπηρεσιών, προσελήφθη και απασχολήθηκε από αυτόν ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου μέχρι τις 31.1.2011, οπότε ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τα εξής ποσά: α) 615 ευρώ για διαφορές αποδοχών, β) 292,50 ευρώ για εποχιακό επίδομα, γ) 5.751,30 ευρώ για υπερεργασία και υπερωρίες, δ) 7.257,60 ευρώ για απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, ε) 8.100 ευρώ για επίδομα τροφής, στ) 600 ευρώ για επίδομα φορτοεκφορτώσεως αποσκευών και συνολικά το ποσό των 22.616,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Ο εναγόμενος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε επιγραμματικά στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προέβαλε ένσταση εξοφλήσεως, την οποία ανέπτυξε με τις από 13.3.2013 έγγραφες προτάσεις του και έχει κατά λέξη ως εξής:

Μετά την επιστροφή του ενάγοντα από κάθε εκδρομή γινόταν εκκαθάριση και ελάμβανε το ποσό που δικαιούνταν για τυχόν υπερεργασία, για προσαυξήσεις λόγω απασχόλησης την Κυριακή και τυχόν επιπλέον έξοδα που είχε κάνει κατά τη διάρκεια της εκδρομής. Ενδεικτικά προσκομίζω τα κάτωθι αντίγραφα εξοφλητικών αποδείξεων πληρωμής, τα οποία φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος καθώς και αντίγραφα των υπευθύνων δηλώσεων της θυγατέρας του κ. Ε.-Μ. Μ., η οποία εισέπραττε για λογαριασμό του πατέρα της, όταν αυτός απουσίαζε στο εξωτερικό ήτοι: 1. για το διάστημα Ιουνίου 2010 έλαβε στις 17.6.2010 ποσό 150 ευρώ, στις 22.6.2010 ποσό 500 ευρώ και στις 30-6-2010 ποσό 500 ευρώ, που αφορούσε εξόφληση μέχρι 4.7.2010 2. για το διάστημα Ιουλίου 2010 έλαβε στις 6.7.2010 ποσό 500 ευρώ, στις 26.7.2010 ποσό 400 ευρώ 3. για το διάστημα Αυγούστου 2010 έλαβε στις 2.8.2010 ποσό 500 ευρώ στις 16.8.2010 ποσό 200 ευρώ, στις 23.8.2010 ποσό 500 ευρώ και στις 27.8.2010 ποσό 900 ευρώ 4. για το διάστημα Σεπτεμβρίου 2010 έλαβε στις 7.9.2010 ποσό 500 και στις 30.9.2010 ποσό 1.000 ευρώ 4. για το διάστημα Οκτωβρίου 2010 έλαβε στις 1.10.2010 ποσό 550 ευρώ, στις 15.10.2010 ποσού 800 ευρώ, στις 19.10.2010 ποσό 500 ευρώ 5. για τον μήνα Δεκέμβριο 2010 στις 10.12.2010 ποσό 987 ευρώ 6. για τον μήνα Ιανουάριο 2011 στις 11.1.2011 ποσό 200 ευρώ, στις 2.2.2011 ποσού 1.186,3 ευρώ. Ήτοι συνολικά ο ενάγων έλαβε σε 7 μήνες εργασίας συνολικά το ποσό των 9.873,30 ευρώ, ήτοι 1.450 ευρώ περίπου ανά μήνα, το οποίο ξεπερνά κατά πολύ το συμφωνηθέντα μισθό των 1.020 ευρώ.

Με αυτό το περιεχόμενο ο προπαρατεθείς ισχυρισμός, με τον οποίο ο εναγόμενος επιχείρησε να θεμελιώσει ένσταση εξοφλήσεως, ήταν απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονταν σ’ αυτόν τα καταβληθέντα επί μέρους ποσά για κάθε μία από τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι αυτός συνιστούσε νόμιμη ένσταση εξοφλήσεως και κατά παραδοχή του ως και κατ’ ουσίαν βασίμου απέρριψε τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις για αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές, καθώς και για επιδόματα τρροφής και φορτοεκφορτώσεως αποσκευών, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ., ήτοι αυτήν της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου. Επομένως ο πρώτος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

  1. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 887/2015). Θεωρείται δε ότι το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει και προσκομιστεί, εφόσον στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο (Α.Π. 83/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής:

Ο εναγόμενος διατηρεί στην Αθήνα επιχείρηση παροχής υπηρεσιών τουριστικών εκδρομών εσωτερικού-εξωτερικού. Στις 21.6.2010 ο ενάγων, ο οποίος κατέχει επαγγελματική άδεια ικανότητας οδηγού, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός των τουριστικών λεωφορείων του με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίως εργασίας και επί 8ωρο ημερησίως, με μηνιαίες συμφωνημένες αποδοχές τις καθοριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ και απασχολήθηκε με την ειδικότητα αυτή μέχρι τις 31.1.2011, οπότε ο εναγόμενος τον απέλυσε.

Ο ενάγων ως οδηγός του … τουριστικού λεωφορείου του εναγόμενου πραγματοποιούσε εκδρομές στο εξωτερικό, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και Κροατία-Δαλματικές Ακτές. Κατά τις εκδρομές αυτές στο εξωτερικό, που συνήθως ήταν επταήμερες, συνοδευόταν από συνοδό-αρχηγό του γκρουπ, ο οποίος πολλές φορές συνέβαινε να διαθέτει το αναγκαίο δίπλωμα οδήγησης, αλλά και από δεύτερο οδηγό, προκειμένου αυτός να συνεχίζει την οδήγηση του λεωφορείου μετά τη συμπλήρωση του νομίμου ωραρίου (οκταώρου) από τον ενάγοντα, όπως συνέβαινε και με άλλους οδηγούς που απασχολούσε ο εναγόμενος…

Ειδικότερα στην εκδρομή προς Κωνσταντινούπολη ο ενάγων οδηγούσε το λεωφορείο μέχρι τον Πλαταμώνα ή τη Θεσσαλονίκη, που μαζί με τις στάσεις έφτανε μετά 6-7 ώρες περίπου και στη συνέχεια παρέδιδε στο δεύτερο οδηγό μέχρι την Κωνσταντινούπολη που έφτανε μετά 7-8 ώρες και αντιστρόφως (ξεκινούσε ο άλλος οδηγός και συνέχιζε ο ενάγων). Η εκδρομή στην Κωνσταντινούπολη διαρκούσε επτά ημέρες συνολικά. Από τη δεύτερη έως και έκτη ημέρα (στην Κωνσταντινούπολη) οι ώρες απασχόλησης του ενάγοντος δεν ξεπερνούσαν τις 7 ώρες ημερησίως. Η επιστροφή γινόταν μέσω Θεσσαλονίκης ή Κομοτηνής, όπου διανυκτέρευαν και την επομένη ξεκινούσαν για Αθήνα, μετά από 7-8 ώρες περίπου, κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο.

Με βάση τα ανωτέρω… ο ενάγων δεν πραγματοποιούσε υπέρβαση του οκταώρου ημερησίως και τις 40 ώρες την εβδομάδα και επομένως δεν αποδείχθηκε ότι αυτός πραγματοποιούσε υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, ώστε τα σχετικά κονδύλια της αγωγής είναι απορριπτέα ως αβάσιμα ουσιαστικά. Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, που ήταν έγγαμος και είχε τριετή προϋπηρεσία, είχε γνωστοποιήσει τόσο αυτήν (προϋπηρεσία) όσο και την οικογενειακή του κατάσταση στον εναγόμενο κατά την πρόσληψή του, ανέρχονταν, καθ’ όλο το διάστημα της απασχόλησής του, στο ποσό των 1.102 ευρώ…

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στον εναγόμενο εργάστηκε τουλάχιστον 20 Σάββατα και Κυριακές, όμως ο εναγόμενος του κατέβαλε την αμοιβή του με τις νόμιμες προσαυξήσεις για την απασχόλησή του αυτή, υπολογιζόμενη στις μηνιαίες αποδοχές του, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο υπεύθυνες δηλώσεις – αποδείξεις πληρωμής για το διάστημα Ιουνίου (21/30-6), Ιουλίου 2010 συνολικού ποσού 1.900 ευρώ, για τους μήνες Αύγουστο – Σεπτέμβριο 2010 συνολικού ποσού 3.100 ευρώ, για τους μήνες Οκτώβριο – Νοέμβριο 2010 συνολικού ποσού 2.837 ευρώ, αφού τα ποσά αυτά υπερέβαιναν τον συμφωνημένο νόμιμο μηνιαίο μισθό του (1.102 ευρώ).

Από τις ίδιες επίσης αποδείξεις προκύπτει ότι στα παραπάνω ποσά περιλαμβάνονταν και η αμοιβή του ενάγοντος για διανυκτερεύσεις, φορτοεκφόρτωση αποσκευών και για νυκτερινή εργασία. Άλλωστε αυτό ρητά αναφέρεται στις παραπάνω αποδείξεις, τις οποίες χωρίς επιφύλαξη ο ενάγων υπέγραφε ως ο λαβών τα ανωτέρω ποσά, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός διαμαρτυρήθηκε πριν από την απόλυσή του με οποιοδήποτε τρόπο για μη πληρωμή των ως άνω επίδικων αξιώσεών του. Αντίθετα στις δηλώσεις – αποδείξεις δήλωνε ότι δεν διατηρεί καμία αξίωση από το γραφείο (επιχείρηση) του εναγομένου για οποιοδήποτε ποσό. Περαιτέρω ως προς το κονδύλιο για τροφή πρέπει να σημειωθεί ότι… ο εναγόμενος του εξασφάλιζε δύο γεύματα ημερησίως. Επομένως το σχετικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως αβάσιμο».

Με βάση τις παραδοχές αυτές (και άλλες που αφορούν τη μερική παραδοχή των κονδυλίων για εποχιακό επίδομα και για διαφορές αποδοχών ποσών 288 και 615 ευρώ αντίστοιχα και οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω), το εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως αόριστη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον ενάγοντα να καταβάλει στον εναγόμενο το ποσό των 903 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτήν διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι ο ενάγων δεν εργάστηκε ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου όλες τις ημέρες της εβδομάδος και επί δώδεκα ώρες ημερησίως, όπως ο τελευταίος ισχυρίσθηκε με την αγωγή του, αλλά μόνο επί οκτώ ώρες ημερησίως και ότι συνεπώς δεν δικαιούται αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, δεν έλαβε υπόψη τους 87 ημερήσιους δίσκους ταχογράφων του τουριστικού λεωφορείου με τα στοιχεία κυκλοφορίας …, τους οποίους ο ενάγων επικαλέσθηκε με τις από 2.10.2015 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του (σελίδες 3-4 αυτών) και οι οποίοι αποτελούν κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη της εκτελέσεως των δρομολογίων εκ μέρους του ενάγοντος ως οδηγού του ανωτέρω τουριστικού λεωφορείου, των ωρών οδηγήσεως, καθώς και των τυχόν διαλειμμάτων Τούτο διότι, παρά την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του «και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν», από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης και ειδικότερα από το γεγονός ότι το εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα χωρίς να μνημονεύει ή να αντικρούει τα ανωτέρω έγγραφα (ταχογράφους), προέκυψαν αμφιβολίες για το αν έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, τα οποία επικαλέσθηκε νόμιμα ο ενάγων και τα οποία θεωρείται ότι προσκομίσθηκαν εφόσον το εφετείο δεν βεβαιώνει το αντίθετο.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

  1. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω (πρώτου κατά το τρίτο σκέλος του και δευτέρου) λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια για υπερεργασία και υπερωρίες, για απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και για επιδόματα τροφής και φορτοεκφορτώσεως αποσκευών, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονται τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

(Αναιρεί την 881/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή).