Αρείου Πάγου 761/18 περί «απόλυσης στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας στη ΔΕΗ»

Περίληψη: Πειθαρχικός έλεγχος, πειθαρχικά παραπτώματα και πειθαρχική διαδικασία κατά τον έχοντα ουσιαστική ισχύ νόμου Κανονισμό Καταστάσεως Προσ/κού ΔΕΗ – Η απόφαση των πειθαρχικών συμβουλίων υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων – Στους υπαλλήλους της ΔΕΗ, για τους οποίους έχει ληφθή ειδική μέριμνα με τον Ν. 4491/96 και τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν. 2112/20, ούτε του Ν. 3198/55 ως προς την αποζημίωση απολύσεως – Οι διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ παραπέμπουν στους Ν. 2112/20 και 3198/55 μόνον για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως, όχι και ως προς την συνέπεια ακυρότητος, όταν δεν καταβληθή η αποζημίωση – Στον κατ’ ΑΝ 173/67 περιορισμό του ποσού της αποζημιώσεως υπάγονται και οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας – Οι διατάξεις περί περιορισμού της αποζημιώσεως έχουν τον χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια – Αποφασιστικό στοιχείο για τον χαρακτηρισμό επιχειρήσεως ως κοινής ωφελείας είναι η φύση των υπηρεσιών της ως ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου – Η ΔΕΗ είχε εξ αρχής και εξακολουθεί να έχει και μετά από την έξοδό της από τον Δημόσιο Τομέα τον χαρακτήρα επιχειρήσεως κοινής ωφελείας – Με τον «μνημονιακό» Ν. 4046/12 του οποίου οι κανόνες ισχύουν αμέσως ως πρωτογενείς κανόνες δικαίου της ελληνικής εννόμου τάξεως, αφαιρείται η μονιμότητα σε όλες τις συμβάσεις και σε όλες τις εταιρίες – Διατάξεις της εκδοθείσης κατά Ν. 4046/12 ΠΥΣ 6/12 – Με το άρθρο 5 της ΠΥΣ καταργήθηκαν από 14-2-2012 οι «ρήτρες μονιμότητος» και οι ρυθμίσεις που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη – Δεν καταργήθηκε και οποιοσδήποτε όρος που προβλέπει ειδική προστασία σε περιπτώσεις καταγγελίας και δεν θεσπίζει μονιμότητα, όπως η υποχρέωση ακροάσεως του μισθωτού, εκφράσεως γνώμης από τους εκπροσώπους των εργαζομένων, καταβολής μεγαλυτέρας αποζημιώσεως κ.λπ. – Επιβολή σε υπάλληλο της ΔΕΗ της πειθαρχικής ποινής οριστικής απολύσεως χωρίς αποζημίωση, λόγω τελέσεως πειθαρχικών παραπτωμάτων, πλημμελούς εκτελέσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων και προκλήσεως βλάβης στην ΔΕΗ και στο Δημόσιο – Επικύρωση της αποφάσεως του Εφετείου που έκρινε ότι η καταγγελία δεν πάσχει ακυρότητα λόγω μη καταβολής αποζημιώσεως, ούτε είναι καταχρηστική – Αναιτιώδης η καταγγελία συμβάσεως αορίστου χρόνου, ελεγχομένη κατ’ άρθρ. 281 ΑΚ – Η ποινή της οριστικής απολύσεως είναι ανάλογη προς την σοβαρότητα των πειθαρχικών παραπτωμάτων, των τεχνασμάτων που μετήλθε ο μισθωτός και της υποτροπής του – Η προάσπιση των συμφερόντων της επιχειρήσεως δεν μπορούσε να επιτευχθή με την επιβολή άλλων ηπιοτέρων ποινών.

 

Διαβάστε περισσότερα:

(...) 2. Στον Γενικό Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της Δημοσίας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που κυρώθηκε με το άρθρο 2 ΝΔ 210/74 «περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών του Προσωπικού της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ)», δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου και στο κεφάλαιο ΣΤ’ υπό τον τίτλο «πειθαρχικός έλεγχος» προσδιορίζονται: Με το άρθρο 26 τα πειθαρχικά παραπτώματα, γενικά, στην παρ. 1, ως παραβάσεις, υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του υπηρεσιακού καθήκοντος, στα πλαίσια των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από τη σύμβαση εργασίας, τις κείμενες διατάξεις, εγκυκλίους, οδηγίες και διαταγές, τη φύση της υπηρεσίας και τη διεξαγωγή που πρέπει να τηρεί κάθε μισθωτός μέσα στην υπηρεσία όπως προσδιορίζονται στη παρ. 3 υπό περιπτώσεις α - ια, και στην παρ. 4 οι πειθαρχικές ποινές διαβαθμιζόμενες από την προφορική επίπληξη υπό στοιχ. α’ μέχρι και την οριστική απόλυση με ή χωρίς καταβολή αποζημίωσης υπό στοιχ. στ’, ανάλογα με την βαρύτητα του παραπτώματος και τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε. Με το άρθρο 29 τα όργανα που ασκούν τον πειθαρχικό έλεγχο, με το άρθρο 30 η πειθαρχική προδικασία, με το άρθρο 31 τα δικαιώματα του εγκαλουμένου και με τα άρθρα 32 και 33 η σύνθεση του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου αντίστοιχα. Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, που ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζομένους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμένη διαδικασία, αν η πράξη ή παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος ή αν κατά την άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 784/99).

Κατά το άρθρο 2 Ν. 3198/55 «Η κατά το Ν. 2112/20, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, αποζημίωσις των υπαλλήλων, των απολυομένων άνευ της τηρήσεως των περί προμηνύσεως διατάξεων του άρθρου 1 του προκειμένου νόμου, εφόσον δεν υπερβαίνει τας αποδοχάς έξι μηνών καταβάλλεται υπό του εργοδότου κατά την ημέραν της λύσεως της σχέσεως εργασίας». Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ιδίου νόμου 3198/55 «Η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρος εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθή η οφειλομένη αποζημίωσις». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55 αναφέρεται στην δυνάμει του Ν. 2112/20 αποζημίωση απολύσεως. Εξάλλου κατά το άρθρο 9 Ν. 2112/20 «ο παρών νόμος δεν έχει εφαρμογήν επί υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ουδ’ αφορά υπαλλήλους επιχειρήσεων, δι’ ους έχει ληφθεί ειδική μέριμνα δια νόμων ή κανονισμών εγκεκριμένων υπό του κράτους. Δεν υπάγονται ωσαύτως εις τας διατάξεις του παρόντος υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή και ιδιωτικών επιχειρήσεων, εφόσον έχει ληφθή δια τας εν λόγω περιπτώσεις ειδική μέριμνα δια κανονισμών παρεχόντων τουλάχιστον ίσην προστασίαν προς την του παρόντος νόμου».

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 37 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 210/74 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου,

«Με απόφαση του Γενικού Διευθυντή απολύονται, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας μισθωτοί στους οποίους επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης με τελεσίδικη απόφαση του αρμοδίου πειθαρχικού συμβουλίου. Οι απολυόμενοι παίρνουν αποζημίωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον δεν απολύονται λόγω πειθαρχικής ποινής που επιβλήθηκε ως συνέπεια ποινικής δίωξης για αδίκημα, που στρέφεται κατά της επιχείρησης και φέρει τον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Σε κάθε περίπτωση αποζημίωση δεν οφείλεται όταν ο απολυόμενος δικαιούται εφάπαξ βοηθήματος, λόγω της απολύσεώς του από τον οικείο ασφαλιστικό φορέα. Σε περίπτωση που το εφάπαξ βοήθημα υπολείπεται της αποζημιώσεως, καταβάλλεται μόνο η διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης και του εφάπαξ βοηθήματος». Με το Ν. 4491/66 «περί ασφαλίσεως του προσωπικού της Δημοσίας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού», η ΔΕΗ ανέλαβε και ενεργεί υποχρεωτική ασφάλιση του προσωπικού της διεπομένη από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου. Το παραπάνω εφάπαξ βοήθημα του άρθρου 37 ΚΚΠ/ΔΕΗ είναι αυτό του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 4491/66, κατά το οποίο: «Εις τους εξερχομένους εκ της υπηρεσίας της ΔΕΗ ησφαλισμένους, τους δικαιουμένους συντάξεως κατά τας διατάξεις του άρθ. 8 του παρόντος νόμου και τους μη δικαιουμένους συντάξεως, εφόσον οι τελευταίοι ούτοι συνεπλήρωσαν 15ετή τουλάχιστον ασφάλισιν περιλαμβάνουσαν τουλάχιστον 10 έτη πραγματικής υπηρεσίας εν τη ΔΕΗ, καταβάλλεται εφάπαξ βοήθημα ίσον προς το γινόμενον των τακτικών μηνιαίων αποδοχών, που καθορίζονται με το άρθρον 8 παρ. 4 εδ. γ’, λαμβανομένων με ανώτατον όριον το τριπλάσιον του μισθού του 7ου κλιμ. της ΔΕΗ, επί τον αριθμόν των ετών της εν τη ΔΕΗ πραγματικής υπηρεσίας και μέχρι τριάντα κατ’ ανώτατον όριον». Διαφορετική είναι η εφάπαξ αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 12 του ιδίου Ν. 4491/66, κατά το οποίο «Ασφαλισμένος οπωσδήποτε αποχωρών εκ της υπηρεσίας της ΔΕΗ και μη πληρών τας προϋποθέσεις δια την λήψιν συντάξεως, δικαιούται, αντί συντάξεως, εφάπαξ αποζημίωσιν εφόσον έχει συμπληρώσει πενταετή υπηρεσίαν εν τη ΔΕΗ». Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στους υπαλλήλους της ΔΕΗ, για τους οποίους έχει ληφθεί ειδική μέριμνα με το Ν. 4491/96 και τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2112/20 και κατά συνέπεια και του Ν. 3198/55, σχετικά με την αποζημίωση απολύσεώς τους. Η αναφορά στο άρθρο 37 παρ. 2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ότι «οι απολυόμενοι παίρνουν την αποζημίωση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου», έχει την έννοια της παραπομπής στις διατάξεις του Ν. 2112/20 για τον προσδιορισμό και μόνο της αποζημίωσης και όχι και την υπαγωγή αυτής στις διατάξεις του Ν. 2112/20 και του Ν. 3198/55, οπότε και η μη καταβολή αυτής, οσάκις οφείλεται, ταυτόχρονα με την γνωστοποίηση της απόλυσης, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της απόλυσης (ΑΠ 784/99).

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/67 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ΑΝ 99/67, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λπ.» (ΦΕΚ Α’ 189), «Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρίαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Ν. 2112/20, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου». Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/03 προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. «Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρίας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις... προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του Ν. 2112/20 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης». Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ΝΔ 618/70 «Περί εφαρμογής των διατάξεων του ΑΝ 173/67... επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ.» (ΦΕΚ Α’ 171), «Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/67 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ’ οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ` αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου». Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικοτέρου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών, για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι’ αυτό των ευνοϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 1876/90 (ΟλΑΠ 10/98,(παρ. 15) ΑΠ 597/17, ΑΠ 227/16, ΑΠ 675/14, ΑΠ 1621/11). Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/06,(παρ. 16) ΟλΑΠ 10/98, ΑΠ 597/17, ΑΠ 227/16, ΑΠ 675/14, ΑΠ 1621/11).(παρ. 17) Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, διότι, όπως ήδη σημειώθηκε οι εν λόγω περιορισμοί τέθηκαν από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 245/13). Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της εν λόγω αποζημίωσης, στα ανώτατα όρια, συνάγεται ότι η οφειλομένη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2112/20, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στους περιορισμούς που τίθενται από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του νόμου δεδομένου ότι η ΔΕΗ, κατά τις διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία της, ήταν εξαρχής και εξακολουθεί να είναι και κατά τον κρίσιμο χρόνο επιχείρηση κοινής ωφελείας, ειδικά, άλλωστε, μνημονεύεται τούτο στο άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/67. Η ΔΕΗ εξακολουθεί να αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας και μετά την έξοδό της από τον δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 30/09),(παρ. 18) αφού από 1-1-2001 έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ ΑΕ)», σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 2773/99, σε συνδυασμό με το ΠΔ 333/00 και δεν ανήκει στον δημόσιο τομέα ( ΑΠ 1198/17).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/12 (ΦΕΚ 28/14-2-2012) «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της Εθνικής Οικονομίας» (ΦΕΚ Α’ 28/14-2-2012),(παρ. 19) ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Μemorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος. Με το άρθρο 1 παρ. 6 Ν. 4046/12 ορίσθηκε ότι «Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε’ «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις», παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης» παράγραφος 4.1: «Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας» του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου». Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε’ υπό τον τίτλο «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις» του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα «υφιστάμενες« σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου «existing») συμβάσεις σε όλες τις εταιρίες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο «Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι» προβλέπει τα εξής: «Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας». Πρόθεση του νομοθέτη του παραπάνω νόμου ήταν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις των μνημονίων, που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/12 (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προαναφερθείσες για την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας στις εργασιακές σχέσεις) να ισχύσουν αμέσως ως πρωτογενείς κανόνες δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης (ΟλΑΠ 11/17). Στη συνέχεια, κατ’ εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/12 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 6/28-2-2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (εφεξής ΠΥΣ) που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 38/28-2-2012, για τη «ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/12». Με το άρθρο 5 της ως άνω ΠΥΣ ορίσθηκε: «1. Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2112/20, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/82 (Α’ 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν. 1892/90 (Α’ 101). 2. Από την 14-2-2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/82 (Α’ 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν. 1892/90 (Α 101)». Με το άρθρο 6 της ως άνω ΠΥΣ ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28-2-2012) εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό, ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω ΠΥΣ καταργήθηκαν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία. Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα δηλαδή αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων από αυτόν μισθωτών. Ειδικότερα, η έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5 της εν λόγω υπ’ αριθμό 6/12 ΠΥΣ είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θεσπίσεως ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται δηλαδή οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους. Από την παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ’ αριθμ. 6/12 ΠΥΣ, που αναφέρεται στην κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, προκύπτει ότι δεν καταργήθηκε και οποιοσδήποτε όρος, που προβλέπει ειδική προστασία σε περιπτώσεις καταγγελίας, ο οποίος δεν φθάνει σε σημείο να θεσπίζει μονιμότητα, όπως π.χ. η υποχρέωση του εργοδότη να ακροασθεί τον μισθωτό, η υποχρέωση έκφρασης γνώμης εκ μέρους των εκπροσώπων των εργαζομένων, η υποχρέωση καταβολής μεγαλύτερης αποζημίωσης κ.λπ. Αυτές οι υποχρεώσεις δεν άγουν σε μονιμότητα αλλά απλώς αναγνωρίζουν κάποιες στοιχειώδεις αρχές διαφάνειας και ευθυκρισίας και κάποιες μορφές εγγυήσεων και ειδικής προστασίας που βρίσκονται μεταξύ των προβλέψεων του Ν. 2112/20 και της καθιέρωσης της μονιμότητας των εργαζομένων. Τέτοιες μορφές προστασίας προβλέπονται ήδη στον ως άνω έχοντα ισχύ νόμου ΚΚΠ/ΔΕΗ και στο νόμο 4491/66 περί καταβολής εφάπαξ αποζημίωσης, οι οποίες αποτελούν μορφές ειδικής προστασίας. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η αναφορά στο άρθρο 37 παρ. 2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ότι «οι απολυόμενοι παίρνουν την αποζημίωση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου», έχει την έννοια της παραπομπής στις διατάξεις του Ν. 2112/20 για τον προσδιορισμό και μόνο της αποζημίωσης και όχι και την υπαγωγή αυτής στις διατάξεις του Ν. 2112/20 και του Ν. 3198/55, οπότε και η μη καταβολή αυτής, οσάκις οφείλεται, ταυτόχρονα με την γνωστοποίηση της απόλυσης, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της απόλυσης. Να σημειωθεί τέλος ότι η ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ’ αριθμ. 6/12 ΠΥΣ παραπέμπει μόνο στο Ν. 2112/20 και δεν παραπέμπει γενικά στην κοινή εργατική νομοθεσία ή στο Ν. 3198/55, που ορίζει στο άρθρο 5 παρ. 3 ότι: «Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρος, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση ...».

Στην προκειμένη περίπτωση, παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 5-4-2013 αγωγή ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ» στις 9-9-93 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια, δυνάμει της από 14-11-1997 αποφάσεώς της, εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και ειδικότερα στον κλάδο του διοικητικού - οικονομικού προσωπικού για να εργαστεί στο κατάστημα αυτής στα Ιωάννινα, αρχικά ως διοικητικός επιμελητής και από το έτος 2006 ως υπάλληλος στο γραφείο εξυπηρέτησης πελατών του Τομέα Εμπορίας, ασκώντας τα ειδικότερα καθήκοντα που αναφέρει στην αγωγή του, ότι σε εκτέλεση της σύμβασής του, απασχολήθηκε με την ιδιότητα αυτή συνεχώς και αδιαλείπτως έως τις 31-1-2013, οπότε η εναγομένη του κοινοποίησε την από 30-1-2013 απόφαση της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων και Οργάνωσης, περί απολύσεώς του, εκδοθείσα σε εκτέλεση της υπ αριθ. …2012 αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, η οποία επικυρώθηκε και κατέστη τελεσίδικη με την υπ’ αριθ. …2012 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και με την οποία του επιβλήθηκε κατά πλειοψηφία η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης χωρίς αποζημίωση, λόγω της εκ μέρους του, κατά το χρονικό διάστημα από 12-2-2008 έως 18.10...., τέλεσης των πειθαρχικών παραπτωμάτων της πλημμελούς εκτέλεσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων, της μη τήρησης των αρμοδίως διδόμενων εντολών και οδηγιών της επιχείρησης, της χρησιμοποίησης των υπηρεσιακών του γνώσεων και της εμπειρίας του προκειμένου να διενεργήσει έξι (6) παράνομες ηλεκτροδοτήσεις και της πρόκλησης οικονομικής ζημίας στην επιχείρηση και στο Ελληνικό Δημόσιο. Ότι οι ως άνω πειθαρχικές αποφάσεις και η σε εκτέλεσή τους εκδοθείσα απόφαση απόλυσής του είναι άκυρες διότι, α) τα αποδιδόμενα σ’ αυτόν ως άνω πειθαρχικά παραπτώματα, πλην ενός, ως μη αφορώντα την περιουσία της τελευταίας, είχαν υποπέσει στην ενιαύσια, κατ’ άρθρο 28 παρ.1 εδ. α’ και ε’ του ΚΚΠ/ΔΕΗ, παραγραφή, β) δεν τέλεσε τα άνω πειθαρχικά παραπτώματα, αντίθετα δε οι ενέργειές του ήταν σύμφωνες με τις δοθείσες σ’ αυτόν εντολές και οδηγίες, ενώ σε κάθε περίπτωση οι άνω αποφάσεις είναι αναιτιολόγητες, διότι, κατά παράβαση του άρθρου 29 παρ. 3 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, δεν αναφέρουν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν τις παράνομες εκ μέρους του ενέργειες που αποδεικνύουν την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του, γ) επικουρικώς, διότι η επιβληθείσα σ αυτόν πειθαρχική ποινή της απόλυσης χωρίς αποζημίωση είναι καταχρηστική καθώς υπαγορεύθηκε από κίνητρα απόδοσης ευθυνών στο πρόσωπό του, παρά την ομαλή και αποδοτική εικοσαετή άσκηση της εργασίας του και χωρίς να συνεκτιμηθούν συγκεκριμένα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια (οικογενειακή και οικονομική κατάσταση), και μάλιστα δυσανάλογη της βαρύτητας των φερόμενων παραπτωμάτων του, αφού υπήρχαν άλλα ηπιότερα του έσχατου και επαχθέστερου μέσου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του μέσα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού και δ) όλως επικουρικώς διότι η απόλυσή του έγινε χωρίς να του καταβληθεί η προβλεπόμενη από τον κανονισμό της εναγομένης (άρθρο 37 ΚΠΠ/ΔΕΗ) και τον νόμο (Ν. 2112/20 και Ν. 3198/55) αποζημίωση απόλυσης, με αποτέλεσμα η εναγομένη να έχει καταστεί υπερήμερη στην αποδοχή των υπηρεσιών του. Με το ιστορικό αυτό ζητεί Α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των προαναφερόμενων πειθαρχικών αποφάσεων με τις οποίες του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της απόλυσης χωρίς αποζημίωση και της εκδοθείσας σε εκτέλεσή τους απόφασης της εναγομένης για τους ως άνω αναφερόμενους λόγους και Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 30-1-2013 έως 30-9-2013, κατά τους ειδικότερους περιεχόμενους στην αγωγή υπολογισμούς, το ποσό των 14.448,48€, άλλως και όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που κριθούν έγκυρες οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων και συνακόλουθα και η γενόμενη απόλυσή του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 31.606.05 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά τα ως άνω υπό στοιχείο Α) πρώτο αίτημά της (περί ακυρότητος της απόλυσης του αναιρεσείοντος, λόγω μη καταβολής της προβλεπόμενης από το Ν. 2112/20 και το Ν. 3198/55, αποζημίωσης απόλυσης), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, είναι μη νόμιμο, διότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή έχει ο κανονισμός της ΔΕΗ και όχι οι ως άνω νόμοι 2112/20 και 3198/55, κατά τον οποίο η μη καταβολή αυτής, οσάκις οφείλεται, ταυτόχρονα με την γνωστοποίηση της απόλυσης, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της απόλυσης, η δε αναφορά στο άρθρο 37 παρ. 2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ότι «οι απολυόμενοι παίρνουν την αποζημίωση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου», έχει την έννοια της παραπομπής στις διατάξεις του Ν. 2112/20 για τον προσδιορισμό και μόνο της αποζημίωσης και όχι και την υπαγωγή αυτής στις διατάξεις του Ν. 2112/20 και του Ν. 3198/55.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, α) με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26, 29 και 37 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και του Ν. 4491/66 οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και β) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 της ΠΥΣ 6/12 και των άρθρων 1, 3 του Ν. 2112/20 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες. Επομένως ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

  1. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/20 και 1 και 5 Ν. 3198/55 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και συνεπώς τούτο (το κύρος αυτής) δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Εξ άλλου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους ―που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος― εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης (ΑΠ 102/17, ΑΠ 251/16, ΑΠ 904/12). Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους ―αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως― όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος. Ειδικότερα το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 102/17, ΑΠ 244/17, ΑΠ 904/12). Συνακόλουθα η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και στην περίπτωση κατά την οποία, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των λόγων που την υπαγόρευσαν, δεν ήταν, με καθαρώς αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αρχές τις καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, το επιβαλλόμενο μέτρο για την προστασία του καλώς εννοουμένου οικονομικού συμφέροντος του εργοδότη γιατί αυτό θα μπορούσε να προστατευθεί με άλλα ηπιότερα μέτρα (ΑΠ 102/17, ΑΠ 244/17, ΑΠ 496/87). (...)

Συνεπώς, οι αποφάσεις του Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου της εναγόμενης, οι οποίες δέχθηκαν τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, εκδόθηκαν δε από αρμόδια όργανα με νόμιμη σύνθεση, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τον κανονισμό διαδικασία, με πλήρη και σαφή αιτιολογία έκριναν ότι οι πράξεις που καταλογίσθηκαν στον ενάγοντα συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα σύμφωνα με τον κανονισμό, ενόψει δε των εν γένει συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες αυτά τελέσθηκαν, της ροπής και της υποτροπής του στη διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων λόγω και των προηγούμενων πειθαρχικών ποινών που του επιβλήθηκαν, η ποινή της οριστικής απόλυσής του είναι ανάλογη με την βαρύτητα των παραπτωμάτων του και η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη αλλά και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του αντιστοίχου δικαιώματος του εργοδότη (εναγομένης), που ανάγεται στην εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης, την οποία, εύρυθμη λειτουργία, δεν προάγουν καταστάσεις, όπως η υπό κρίση εξαιτίας των παραπτωμάτων του ενάγοντος, που έχουν ως αποτέλεσμα να διαταράσσεται η ομαλή συνεργασία και να κλονίζεται η εμπιστοσύνη των συμβαλλομένων, έτσι ώστε ο καθένας να αξιώνει από τον άλλο κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, την εξακολούθηση της συμβατικής σχέσης εργασίας, η οποία απαιτεί διαρκή σχέση προσωπικής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Η ποινή της οριστικής απόλυσης που επιβλήθηκε στον ενάγοντα από το Πειθαρχικό Συμβούλιο αυτής, είναι ανάλογη της σοβαρότητας των πειθαρχικών παραπτωμάτων που αυτός τέλεσε, της εκ μέρους του χρήσεως ιδιαίτερων τεχνασμάτων, πρωτίστως δε ενόψει της υποτροπής του ενάγοντος, όπως προκύπτει αναντίρρητα από την επανειλημμένη προηγούμενη πειθαρχική τιμωρία με τέσσερις αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων της εναγομένης, για ισάριθμα πειθαρχικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων και τα ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα της κατάχρησης ποσού 9.112,66 ευρώ με πλαστογράφηση υπογραφών, καθώς και παράτυπων και αυθαίρετων πράξεων αναφορικά με την ηλεκτροδότηση πελάτη, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω, ώστε η προάσπιση των συμφερόντων της εναγομένης δεν μπορούσε να γίνει με τη επιβολή άλλων ηπιότερων ποινών, οι οποίες άλλωστε είχαν επιβληθεί χωρίς να αποτρέψουν τον ενάγοντα, όπως αποδείχθηκε τελικώς, από την τέλεση και άλλων αδικημάτων σε βάρος της εργοδότριάς του. Αφού, λοιπόν αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι οι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων με τις οποίες επιβλήθηκε στον ενάγοντα η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης ήταν πλήρως αιτιολογημένες και δεν λήφθηκαν καταχρηστικά αλλά με αντικειμενικά κριτήρια όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η δε επιβληθείσα ποινή της οριστικής απόλυσης ήταν ανάλογη με τη βαρύτητα των παραπτωμάτων του, πρόσφορη δε και αναγκαία για τη διαφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της εναγομένης, το κύριο αίτημα της αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας των προαναφερόμενων πειθαρχικών αποφάσεων και της εκδοθείσας σε εκτέλεσή τους απόφασης της εναγομένης περί απόλυσής του κρίνεται αβάσιμο κατ’ ουσίαν».

Κατ’ ακολουθία των παραδοχών αυτών το Εφετείο, απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που δέχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της απόλυσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του αναιρεσείοντος δεν ήταν καταχρηστική και ότι με αυτήν δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, Α) δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281 του ΑΚ, 26 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και Β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων ως άνω διατάξεων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος ως προς το πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγος αναίρεσης από τον αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. (...)

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, τελεσιδίκως, ότι από τα τελεσθέντα πειθαρχικά παραπτώματα του αναιρεσείοντος προκλήθηκε οικονομική ζημία στην αναιρεσίβλητη και συνεπώς δεν ισχύει επ’ αυτών η ενιαύσια παραγραφή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, με την εφαρμογή της, την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α’ και εδ. ε’ του ΚΚΠ/ΔΕΗ.