Αρείου Πάγου 7/2019 (Πλήρους Ολομελείας) περί «συσχέτισης της ετήσιας άδειας και των αποδοχών αδείας με την άδεια ασθένειας»

Περίληψη: Η λήψη αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας προϋποθέτει την λήψη αδείας, αφού οι παροχές αυτές δεν αποτελούν ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα του μισθωτού, αλλά παρεπόμενο του κυρίου δικαιώματος αδείας – Όταν δεν οφείλεται άδεια, δεν οφείλονται και αποδοχές και επίδομα αδείας, αφού οι επί μέρους παροχές έχουν στενή και άμεση εξάρτηση και η σχετική αξίωση είναι ενιαία και αδιαίρετη – Και όταν υπάρχει υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθενείας, ο ασθενής μισθωτός δεν χάνει το δικαίωμα αδείας, αλλά δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα αδείας όταν λύεται η σχέση εργασίας του – Επικύρωση της αποφ. 5417/17 Μον. Πρωτοδ. Αθηνών διότι κατέληξε σε ορθό διατακτικό έστω και με διαφορετική αιτιολογία, δηλαδή υιοθετώντας την ευνοϊκή για τον εργαζόμενο άποψη της Ολ. ΑΠ 27/04 που είχε δεχθεί ότι οι αποδοχές και το επίδομα αδείας είναι διαφορετικές αξιώσεις και οφείλονται και όταν δεν υπάρχη δικαίωμα αδείας λόγω συμψηφισμού – Ο εθνικός δικαστής οφείλει στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύει το εσωτερικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, προκρίνοντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν.

 

Διαβάστε περισσότερα:

Με την από 3-7-2018 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα εισάγεται στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1050/18 ομόφωνη απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β ΚΠολΔ και άρθρου 23 παρ. 2 εδ. γ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/88), ο από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (αντί του εσφαλμένου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) μοναδικός λόγος της από 18-7-2017 (αρ. κατ. 559482/17) αίτησης αναίρεσης της ήδη καλούσας ανώνυμης εταιρίας - αναιρεσείουσας, με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ..., για την αναίρεση της 5417/17 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος του ως άνω αναιρετικού λόγου, με το οποίο τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και πιο συγκεκριμένα, εάν το δικαίωμα του εργαζόμενου να λάβει αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας, είτε λύνεται η σύμβαση ή σχέση εργασίας, είτε αυτή εξακολουθεί, προϋποθέτει ή δεν προϋποθέτει υφιστάμενο δικαίωμα του ιδίου να λάβει ενόλω ή εν μέρει κανονική άδεια (ή άδεια αναψυχής ή ανάπαυσης) εντός του κρίσιμου ημερολογιακού έτους.(...)

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/45, όπως η παρ. 1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε µε την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/66 και η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ΝΔ/τος 3755/57, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση, είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται «κανονική άδεια», για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, υφίσταται ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη. Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως (in natura) μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλλε, εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως (αποδοχές άδειας). Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται, όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει.

Επίσης, το άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/45 περί χορηγήσεως αδειών με αποδοχές στους μισθωτούς ορίζει ότι, για τον υπολογισμό του χρόνου απασχόλησης του μισθωτού, τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία έχει απόσχει ή απέχει από την απασχόλησή του για ασθένεια βραχείας διάρκειας, στράτευση, απεργία, ανταπεργία ή ανώτερη βία δεν εξομοιώνονται με χρόνο μη απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες αδείας. Από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη γενικότερη διάταξη του άρθρου 667 ΑΚ, προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις όπου ο μισθωτός δεν απέχει από την απασχόλησή του για οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες πιο πάνω αιτίες, αλλά απουσιάζει χωρίς δικαιολογία ή με την πρόφαση της συμμετοχής του σε απεργία που δεν είναι νόμιμη, καταλογίζεται ο χρόνος της απουσίας του αυτής στη διάρκεια της αδείας του, από την οποία αφαιρείται. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 2112/20 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/30, ορίζεται ότι ...ως βραχείας διάρκειας ασθένεια θεωρείται εκείνη, που διαρκεί ένα μήνα για υπαλλήλους που υπηρετούν μέχρι τέσσερα έτη, τρεις μήνες για υπαλλήλους που υπηρετούν πλέον των τεσσάρων ετών,όχι όμως και πλέον των δέκα ετών (...). Σύμφωνα, επομένως, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 ΑΝ 539/45 και 5 παρ.3 Ν. 2112/20 τα διαστήματα, κατά τα οποία ο μισθωτός απέχει από την απασχόλησή του λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται προς τις ημέρες της άδειας, τις οποίες αυτός δικαιούται, την οποία επομένως δεν απομειώνουν. Ο λόγος θέσπισης της διάταξης αυτής ήταν να μην αποστερείται από την κανονική του άδεια ο μισθωτός που απέχει από την εργασία του λόγω βραχείας ασθένειας επί διαστήματα που ποικίλλουν ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 6 και 3 παρ. 1 και 8 του ΑΝ 539/45, όπως η παρ. 8 προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 4547/66, που ορίζουν ότι κατά τη διάρκεια της άδειας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε αν απασχολείτο και ότι οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται κατά την έναρξη της αδείας, αλλά και από το όλο πνεύμα των διατάξεων του νόμου αυτού, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 Ν. 4504/66 που ορίζει ότι το επίδομα άδειας καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών άδειας, συνάγεται, ότι η λήψη αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας προϋποθέτει τη λήψη άδειας, αφού οι εν λόγω αποδοχές και το ανάλογο επίδομα άδειας δεν αποτελούν ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα του μισθωτού, αλλά παρεπόμενο του κυρίου δικαιώματος, δηλαδή του δικαιώματος λήψεως της άδειας. Επομένως, όταν για λόγους που αφορούν τον εργαζόμενο, δεν οφείλεται άδεια, δεν οφείλονται και αποδοχές και επίδομα αδείας, αφού οι επιμέρους παροχές, που συνθέτουν την άδεια αναψυχής έχουν στενή και άμεση εξάρτηση, η δε σχετική αξίωση είναι ενιαία και αδιαίρετη (Ολ. ΑΠ 1139/74).

Επίσης, το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ'αποδοχών του εργαζομένου προβλέπεται στο ενωσιακό δίκαιο από την Οδηγία 2003/88/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε τις διατάξεις της οδηγίας 93/104, την οποία κατήργησε. Το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, το οποίο έχει πανομοιότυπη διατύπωση με το άρθρο 7 της οδηγίας 93/104, έχει ως εξής:

«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης». Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/88 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της. Εντούτοις, δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση όσον αφορά το άρθρο 7. Ως προς το ζήτημα αυτό, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου - ΔΕΚ (απόφαση 6-11-2018 ΔΕΚ C-684/16, ΔΕΚ C-619/16) η εν λόγω διάταξη απαγορεύει εθνικές διατάξεις ή πρακτικές οι οποίες προβλέπουν ότι, κατά τη λύση της σχέσεως εργασίας, ουδεμία χρηματική αποζημίωση για μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών καταβάλλεται στον εργαζόμενο ο οποίος δεν ήταν σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, ιδίως επειδή ευρισκόταν σε αναρρωτική άδεια κατά τη διάρκεια ολόκληρης ή μέρους της περιόδου αναφοράς και/ή μιας περιόδου μεταφοράς (αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2009, Schultz-Hoff κ.λπ., C-350/06 και C-520/06, EU: C:2009:18, σκέψη 62 της 20ής Ιουλίου 2016, Maschek, C-341/15, EU:C:2016:576, σκέψη 31, καθώς και της 29ης Νοεμβρίου 2017, King, C-214/16, EU:C:2017:914, σκέψη 65). Το Δικαστήριο (ΔΕΚ) έχει ιδίως διευκρινίσει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 δεν απαγορεύει, καταρχήν, εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει λεπτομερείς κανόνες για την άσκηση του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που απονέμεται ρητώς από την ως άνω οδηγία, οι οποίοι περιλαμβάνουν ακόμη και την απώλεια του εν λόγω δικαιώματος κατά τη λήξη μιας περιόδου αναφοράς ή μιας περιόδου μεταφοράς, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο εργαζόμενος του οποίου το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών αποσβέσθηκε είχε πράγματι τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα που του απονέμει η εν λόγω οδηγία (απόφαση C-350/06 και C-520/06, ως ανωτέρω). Στο ως άνω πλαίσιο, υπενθυμίζεται, τέλος, ότι το θεμελιώδες δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, που επίσης, κατοχυρώνεται με το άρθρο 31 παράγραφος 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, επιτρέπεται να περιοριστεί, μόνον εφόσον τηρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 52 παράγραφος 1 του Χάρτη και, ιδίως, εφόσον δεν θίγεται το βασικό περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος.

Συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να παρεκκλίνουν από την αρχή που απορρέει από το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, σε συνδυασμό με το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν είναι δυνατή ερμηνεία της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία να είναι σύμφωνη προς το άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31 παράγραφος 2 του Χάρτη. Η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει, επίσης, στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση αυτών να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους, σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς της εκάστοτε οδηγίας. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν ορθή η κρίση εθνικού δικαστηρίου ότι αδυνατεί να ερμηνεύσει εθνική διάταξη σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για τον λόγο και μόνον ότι η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί παγίως κατά τρόπο μη συνάδοντα προς το δίκαιο αυτό (απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger, C-414/16, EU:C:2018:257, σκέψεις 72 και 73 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εξάλλου, το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών συνιστά ουσιώδη αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης. Η αρχή αυτή πηγάζει τόσο από πράξεις που έχουν καταρτιστεί από τα κράτη μέλη σε επίπεδο Ένωσης, όπως ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, όσο και από διεθνή κείμενα στην κατάρτιση των οποίων τα εν λόγω κράτη μέλη έχουν συμπράξει ή στα οποία αυτά έχουν προσχωρήσει. Μεταξύ των διεθνών αυτών κειμένων περιλαμβάνεται ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, στον οποίο όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη. Πρέπει, επίσης, να γίνει μνεία της Συμβάσεως 132 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, της 24ης Ιουνίου 1970, περί της ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών (αναθεωρηθείσα), η οποία, όπως επισήμανε το Δικαστήριο (ΔΕΚ) στις σκέψεις 37 και 38 της αποφάσεως C-350/06 και C-520/06, διατυπώνει τις αρχές της εν λόγω Οργανώσεως, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όπως διευκρινίζει.

Συνεπώς, το άρθρο 7 της οδηγίας 93/104 και το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 δεν κατοχύρωσαν αφ’ εαυτών το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, το οποίο ως εκ τούτου πηγάζει, μεταξύ άλλων, από διάφορα διεθνή κείμενα και έχει επιτακτικό χαρακτήρα, ως ουσιώδης αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 16ης Μαρτίου 2006, Robinson-Steele κ.λπ., C-131/04 και C-257/04, EU:C:2006: 177, σκέψεις 48 και 68). Επομένως, σε περίπτωση που είναι αδύνατη η ερμηνεία της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, κατά τρόπο ώστε να συνάδει προς το ενωσιακό δίκαιο, το αιτούν εθνικό δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έννομη προστασία που παρέχουν οι εν λόγω διατάξεις και να εγγυηθεί την πλήρη αποτελεσματικότητά τους, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη την εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση. (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger, C- 414/16, EU:C: 2018:257, σκέψη 79).

Σε συνέχεια των ανωτέρω,αναφορικά με το εθνικό μας δίκαιο, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 7 της προηγούμενης Οδηγίας 93/104/ΕΚ (ΦΕΚ Α’ 94/13-5-1999) ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 88/99, που εκδόθηκε προς συμμόρφωση αυτής. Το άρθρο 7 του ΠΔ 88/99 ορίζει, ειδικότερα, ότι: «μετά από απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών παρέχεται ετήσια άδεια μετά αποδοχών τεσσάρων εβδομάδων τουλάχιστον, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Τα διαστήματα αποχής των μισθωτών από την εργασία τους λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας, καθώς και τα διαστήματα στράτευσης, απεργίας ή ανωτέρας βίας, όπως αυτά καθορίζονται από τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες αδείας που δικαιούνται οι εργαζόμενοι». Το δε άρθρο 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/45, όπως ήδη ισχύει, ορίζει ...«Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ’αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση....» και στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου (2ου), που κυρίως μας ενδιαφέρει στην ένδικη υπόθεση (και έχει ήδη εκτεθεί και σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας), ορίζεται, κατά μετατροπή της λεκτικής διατύπωσης στη δημοτική γλώσσα, ότι ...«για τον υπολογισμό του ανωτέρω χρόνου απασχολήσεως, τα διαστήματα, κατά τα οποία ο μισθωτός απείχε ή απέχει από την απασχόλησή του στην υποκείμενη επιχείρηση λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας,στράτευσης, απεργίας, ανταπεργίας ή ανώτερης βίας δεν θεωρούνται ως χρόνος μη απασχόλησης, ούτε συμψηφίζονται προς τις ημέρες άδειας τις οποίες αυτός δικαιούται». Δηλαδή, η παράγραφος 7 περ. γ του ΠΔ 88/99, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση της προηγούμενης οδηγίας 93/104 και ενσωμάτωσε αυτήν στο εθνικό δίκαιο είναι ταυτόσημη με το άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/45. Συμπερασματικά και υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου, με βάση όλα τα παραπάνω, 1) η Οδηγία 2003/88 η οποία κωδικοποίησε την οδηγία 93/104/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 88/99 προς συμμόρφωση αυτής, είναι δεσμευτική για τον εθνικό δικαστή ο οποίος οφείλει,στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύει το εσωτερικό δίκαιο, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα, προκρίνοντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων που είναι η πλέον σύμφωνη προς τον σκοπό αυτό, για να καταλήξει έτσι σε λύση συμβατή προς τις διατάξεις της οδηγίας.

Συνεπώς, η βούληση του εθνικού νομοθέτη, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/45 περί βραχείας ασθένειας πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, κατά το οποίο ο εργαζόμενος που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας του και εξαιτίας του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για λήψη της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, έστω και εάν η απουσία του υπερβεί τα όρια της βραχείας ασθένειας,δεν αποστερείται από το δικαίωμά του αυτό. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή η υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας δεν θεωρείται αδικαιολόγητη απουσία και δεν απομειώνει τις ημέρες της κανονικής άδειας και, εφόσον ο εργαζόμενος δεν άσκησε αυτουσίως (in natura) το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της ένδικης υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών) την από 5-5-2015 αγωγή του κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και ήδη αναιρεσείουσας - καλούσας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν με σύμβαση αορίστου χρόνου στην αναιρεσείουσα (εργοστάσιο...) ως οδηγός - πωλητής των προϊόντων της και ότι σε ώρα υπηρεσίας, στις 9-8-2013, τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα και υπέστη κάταγμα κνημιαίων κονδύλων και άνω δεξιού άκρου και δεξιάς κνήμης, εξαιτίας των οποίων χειρουργήθηκε και υποβλήθηκε σε εσωτερική οστεοσύνθεση, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ότι έκτοτε, λόγω του τραυματισμού του ελάμβανε αναρρωτικές άδειες από τον Ασφαλιστικό του Φορέα (ΙΚΑ) μέχρι στις 11-5-2014, οπότε επέστρεψε στην εργασία του (δηλαδή μετά από απουσία εννέα μηνών και δύο ημερών), ότι την επομένη ημέρα (12-5-2014) η εργοδότρια εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και του κατέβαλε την αποζημίωση απόλυσης, όχι όμως και τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας του έτους 2014 με βάση τον διαμορφωμένο μισθό του, ύψους 2336 ευρώ μηνιαία. Κατόπιν τούτου ζητούσε (μετά την αφαίρεση του ΦΜΥ) α) αποδοχές άδειας 2014 ποσού 2.043,25 ευρώ β) επίδομα άδειας 2014, ποσού 1534 ευρώ και γ) προσαύξηση 100% λόγω παράνομης και υπαίτιας άρνησης της εργοδότριας να του καταβάλει τις υπό στοιχείο α και β αξιώσεις του. Συνολικά αξίωνε 5620,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο επιδικίας,άλλως με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 12/16 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, η οποία δέχθηκε την αγωγή με την αιτιολογία ότι ο εργαζόμενος, που έχει απολέσει το δικαίωμα λήψης αυτούσιας κανονικής άδειας, διότι η απουσία του υπερβαίνει τα όρια βραχείας ασθένειας, εξακολουθεί να δικαιούται αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας, διότι αυτές είναι διαφορετικές αξιώσεις από την κανονική άδεια και δεν συμψηφίζονται κατ' αρ. 440 ΑΚ. Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 3000 ευρώ έναντι του επιδικασθέντος συνολικά ποσού των 5620,50 ευρώ. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία άσκησε, στη συνέχεια, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 13-9-2016 (αρ. κατ. 30/16) έφεση, με τον 1ο λόγο της οποίας υποστήριξε, ότι η αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη, διότι ο εφεσίβλητος - εργαζόμενος, με βάση το άρθρο 2 παρ. 6 ΑΝ 539/45 σε συνδ. αρ. 3 Ν. 4558/30, δικαιούτο να απουσιάσει μόνο τρεις μήνες (βραχεία ασθένεια), αλλά υπερκάλυψε τον ανωτέρω χρόνο, διότι απουσίασε 9 μήνες και δύο ημέρες, χωρίς να εργασθεί καθόλου το έτος 2014 και ότι επομένως, δεν εδικαιούτο in natura αυτούσια κανονική άδεια για το έτος 2014, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/45, διότι η καθ’ υπέρβαση των ορίων της βραχείας ασθένειας μακρά ασθένεια, εξομοιώνεται με αδικαιολόγητη απουσία, που απομειώνει αντίστοιχα τις ημέρες της κανονικής άδειας και ότι, επειδή οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα και προϋποθέτουν τη λήψη της κανονικής άδειας, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 8, άρθρο 5 παρ. 5 ΑΝ 539/45 και το άρθρο 3 παρ. 16 Ν. 4504/66, ο εφεσίβλητος δεν εδικαιούτο ούτε τις αποδοχές της άδειας, ούτε το επίδομα της άδειας. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 5417/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση και ειδικά τον 1ο λόγο αυτής, που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, υιοθετώντας την ευνοϊκή για τον εργαζόμενο άποψη της ΟλΑΠ 27/04, ότι δηλαδή οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας είναι διαφορετικές αξιώσεις και δεν υπόκεινται σε συμψηφισμό με την κανονική άδεια. Ακολούθως, μετά την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης η ηττηθείσα εκκαλούσα- εναγομένη εργοδότης άσκησε την ένδικη από 18-7-2017 αίτηση αναίρεσης, με τον μοναδικό λόγο της οποίας, εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατ’ ορθή εκτίμηση, αντί του εσφαλμένου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον πρόκειται για αναίρεση κατά αποφάσεως Πρωτοδικείου, που δίκασε έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των διατάξεων των άρθρων 2, 3, 5 ΑΝ 539/45 (αποδοχές άδειας), άρθρου 3 Ν. 4558/30 (βραχεία ασθένεια), άρθρου 3 παρ. 16 Ν. 4504/66 (επίδομα άδειας) και άρθρου 440 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις, με το να δεχθεί ότι οι εργαζόμενοι που υπερκαλύπτουν τα όρια βραχείας ασθένειας δεν δικαιούνται μεν να λάβουν αυτούσια την κανονική άδεια αναψυχής, πλην όμως, δήθεν, δικαιούνται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας, ενώ, εάν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω παραβιασθείσες διατάξεις, θα έπρεπε να δεχθεί το αντίθετο, ότι δηλαδή ο μισθωτός, όπως ο αναιρεσίβλητος, που δεν δικαιούται να λάβει κανονική (αυτούσια) άδεια αναψυχής, διότι, καθ’ υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας απουσίασε λόγω μακράς ασθένειας, (η οποία εξομοιώνεται με αδικαιολόγητη απουσία ειδικά για την άδεια, όταν υπερβαίνει τα όρια της βραχείας ασθένειας) και επί πλέον δεν απασχολήθηκε καθόλο το εργασιακό έτος 2014, για λόγο που αφορά τον ίδιο, δεν δικαιούται επίσης ως συνακολούθημα αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας. Εκτός τούτου η αναιρεσείουσα υπέβαλε και αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρο 579 ΚΠολΔ), διότι είχε καταβάλει το επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση ποσό των 3000 ευρώ έναντι επιδικασθέντος κεφαλαίου 5620,50 ευρώ, καθώς και το υπόλοιπο ποσό του κεφαλαίου, πλέον τόκων, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο (βλ. σελ. 9 αυτού). Επί της αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1050/18 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία μετά από νομική ανάλυση των ανωτέρω διατάξεων δέχθηκε (κατά συνοπτική παράθεση των παραδοχών της), ότι όλοι οι μισθωτοί δικαιούνται άδεια αναψυχής κατ’ έτος, ότι ο εργοδότης οφείλει να χορηγήσει την άδεια αυτούσια, άλλως αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση, ότι, εάν ο εργοδότης δεν καταβάλει από πταίσμα, (έστω και από ελαφρά αμέλεια), την κανονική άδεια αναψυχής, οφείλει και την προσαύξηση 100% επί των αποδοχών άδειας ως αστική ποινή, ότι στην ένδικη υπόθεση ο χρόνος της βραχείας ασθένειας του αναιρεσιβλήτου μισθωτού λόγω του χρόνου προϋπηρεσίας αυτού είναι τρεις μήνες, ότι στην ένδικη υπόθεση, όπως ο αναιρεσίβλητος - ενάγων ανέφερε στην αγωγή του, είχε υπερκαλύψει το όριο αυτό, ότι δεν υπήρχε επίκληση ότι αυτός ζήτησε τη χορήγηση άδειας αναψυχής και η αναιρεσείουσα υπαιτίως την αρνήθηκε κατά το έτος 2014, ότι συνεπώς η εργοδότης αναιρεσείουσα δεν υποχρεούται στην προσαύξηση 100% των αποδοχών άδειας ως αστική ποινή και συνακόλουθα, ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό υπό στοιχείο γ’ κονδύλιο αυτής, δεν ήταν νόμιμη. Κατόπιν τούτου η παραπεμπτική ΑΠ 1050/18 δέχτηκε, ότι ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (από προφανή παραδρομή αντί του ορθού 560 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά τούτο και, επειδή δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), δέχτηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της προσαύξησης 100%, εξαφάνισε κατά τούτο εν μέρει την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το ανωτέρω κεφάλαιο (προσαύξηση 100%). Επίσης, δέχτηκε το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων κατά το ποσό των 2043,25 ευρώ μετά των αναλογούντων επ'αυτού τόκων, που αφορούσε το ανωτέρω κεφάλαιο. Κατά τα λοιπά όμως, με ομόφωνη κρίση του Τμήματος, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας (άρθρο 23 παρ. 2 περ. β Ν. 1756/88), η παραπεμπτική ως άνω απόφαση (ΑΠ 1050/18) παρέπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα προεκτεθέντα, περί του παρακολουθηματικού χαρακτήρα των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας.

Σύμφωνα όμως, με όσα έχουν αναπτυχθεί αναλυτικά προηγουμένως, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας αποτελούν συνακολούθημα της άδειας αναψυχής, ως συνυφασμένα με αυτήν λόγω της στενής σχέσης, που υπάρχει μεταξύ τους. Έτσι, εφόσον ο εργαζόμενος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση σ'αυτόν ετήσιας άδειας, δικαιούται να λάβει, εκτός από την αυτούσια άδεια, τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας, που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 8 του ΑΝ 539/45 και άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/66, διότι οι μισθολογικές αυτές παροχές (αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας) χορηγούνται μόνον εφόσον υπάρχει ενεργό δικαίωμα για άδεια αναψυχής.

Στην ένδικη υπόθεση ο εργαζόμενος δεν εργάστηκε καθόλου εντός του έτους 2014 και κατ’ αρχήν υπερέβη τα όρια βραχείας ασθένειας, που εδικαιούτο (3 μήνες), απουσιάζοντας εννέα μήνες και 2 ημέρες και ειδικότερα, από τις 9-8-2013, που συνέβη το ατύχημα έως την επιστροφή του στην επιχείρηση, στις 11-5-2014, οπότε έληξε η αναρρωτική του άδεια. Η ανωτέρω όμως απουσία του δεν ήταν αδικαιολόγητη, ώστε να καταλογιστεί στις ημέρες της κανονικής άδειας αναψυχής του έτους 2014 και να απομειώσει αυτήν, εφόσον εκ του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Ειδικότερα, εφόσον τελούσε σε αναρρωτική άδεια και για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για άδεια αναψυχής αυτουσίως (in natura), η αξίωσή του μετατράπηκε σε χρηματική και συνακόλουθα, δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας ως συνακολούθημα της άδειας αναψυχής. Η προσβαλλόμενη 5417/17 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ότι οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας είναι διαφορετικές αξιώσεις και ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόμενος, αν και είχε απολέσει το δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας λόγω υπέρβασης των ορίων βραχείας ασθένειας των τριών μηνών, που εδικαιούτο, σύμφωνα με την προϋπηρεσία του, εξακολουθούσε να δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας για το έτος 2014, κατά το οποίο δεν είχε εργασθεί καθόλου. Επομένως, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6, 3 παρ. 1 και 8, 5 παρ. 3 του ΑΝ 539/45, άρθρο 3 Ν. 4558/30 και άρθρο 3 παρ. 16 Ν. 4504/66, τις οποίες κατ’ αποτέλεσμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στα πλαίσια του ενωσιακού δικαίου και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που στηρίζει εκ του πράγματος το ορθό διατακτικό. Συνεπώς, ο παραπεμφθείς στην Πλήρη Ολομέλεια μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, κατά το μέρος αυτού, που αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης περί καταβολής των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας, με τον οποίο η αναιρεσείουσα - εργοδότης υποστηρίζει το αντίθετο, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος, που υπερκάλυψε τα όρια βραχείας ασθένειας, δεν δικαιούται αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο διότι η απουσία του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν αδικαιολόγητη, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, ούτε απομειώνει το δικαίωμά του για αυτούσια άδεια αναψυχής, το οποίο παραμένει ενεργό και, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν μπόρεσε να το ασκήσει, διότι τελούσε σε αναρρωτική άδεια, εξακολουθεί να δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών.