Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-317/18 περί «εφαρμογής της Οδηγίας 2001/23 σε διευθύνοντες υπαλλήλους δήμων»

Περίληψη: Η οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, και ιδίως το άρθρο της 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, έχει την έννοια ότι ένα πρόσωπο που έχει συνάψει με τον μεταβιβάζοντα σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης, κατά την έννοια της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, μπορεί να θεωρηθεί «εργαζόμενος» και να τύχει της προστασίας που παρέχει η οδηγία αυτή υπό την προϋπόθεση εντούτοις ότι προστατεύεται ως εργαζόμενος από την κανονιστική αυτή ρύθμιση και ότι, κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, έχει σύμβαση εργασίας, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Επιπροσθετως, η οδηγία 2001/23, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση μεταβιβάσεως, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, και εφόσον ο διάδοχος είναι δήμος, επιβάλλει ως προς τους εργαζομένους τους οποίους αφορά η μεταβίβαση, αφενός, τη συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό και, αφετέρου, τη δημιουργία νέας έννομης σχέσεως με τον διάδοχο.

Διαβάστε περισσότερα:

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 13ης Ιουνίου 2019 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Έννοια του “εργαζομένου” – Ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου»

Στην υπόθεση C-317/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunal Judicial da Comarca de Faro (πρωτοδικείο Faro, Πορτογαλία) με απόφαση της 23ης Απριλίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Μαΐου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

Cátia Correia Moreira

κατά

Município de Portimão,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský (εισηγητή) και C. G. Fernlund, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Hogan

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η C. Correia Moreira, εκπροσωπούμενη από τον M. Ramirez Fernandes, advogado,

ο Município de Portimão, εκπροσωπούμενος από τον J. Abreu Rodrigues, advogado,

η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Inez Fernandes, τον T. Paixão, την A. Pimenta και την T. Nunes,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. França και M. Kellerbauer,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ και του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 82, σ. 16).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Cátia Correia Moreira και του Município de Portimão (Δήμος Portimão, Πορτογαλία) σχετικά με τη νομιμότητα της λύσεως της συμβάσεως εργασίας της πρώτης.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Με την οδηγία 2001/23 κωδικοποιήθηκε η οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171), όπως είχε τροποποιηθεί με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ 1998, L 201, σ. 88) (στο εξής: οδηγία 77/187).

4

Οι αιτιολογικές σκέψεις 3 και 8 της οδηγίας 2001/23 έχουν ως εξής:

«(3)

Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους.

[…]

(8)

Η ασφάλεια και η διαφάνεια του δικαίου απαίτησαν να διευκρινιστεί η έννοια της μεταβίβασης με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η διευκρίνιση αυτή δεν τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας [77/187], σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου.»

5

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 ορίζει τα εξής:

«α)

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης.

β)

Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου α) και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.

γ)

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες ασκούν κερδοσκοπικές ή μη οικονομικές δραστηριότητες. Η διοικητική αναδιοργάνωση δημοσίων διοικητικών αρχών ή η μεταβίβαση διοικητικών καθηκόντων μεταξύ δημοσίων διοικητικών αρχών δεν θεωρείται ως μεταβίβαση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.»

6

Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«1.   Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

δ)

“εργαζόμενος”: πρόσωπο το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος, προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας.

2.   Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εθνική νομοθεσία όσον αφορά τον ορισμό της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης.

[…]»

7

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του [μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον [διάδοχο].»

8

Κατά το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας:

«1.   Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης, ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απολύσεως για τον [μεταβιβάζοντα] ή τον [διάδοχο]. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει απολύσεις για οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού.

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε ορισμένες ειδικές κατηγορίες εργαζομένων που δεν καλύπτονται από τη νομοθεσία ή την πρακτική των κρατών μελών ως προς την προστασία τους έναντι της απολύσεως.

2.   Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη.»

9

Το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 ταυτίζεται, κατ’ ουσίαν, με το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187.

Το πορτογαλικό δίκαιο

10

Το άρθρο 8, παράγραφος 4, του Συντάγματος ορίζει τα εξής:

«Οι διατάξεις των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι κανόνες που θεσπίζουν τα θεσμικά όργανά της στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους έχουν εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, τηρουμένων των θεμελιωδών αρχών του δημοκρατικού κράτους δικαίου.»

11

Το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Συντάγματος προβλέπει τα εξής:

«Όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα προσβάσεως σε δημόσια θέση, υπό συνθήκες ισότητας και ελευθερίας, κατά κανόνα μέσω διαδικασίας διαγωνισμού.»

12

Το άρθρο 53 του Συντάγματος έχει ως εξής:

«Διασφαλίζεται η σταθερότητα των σχέσεων εργασίας. Οι απολύσεις άνευ ευλόγου αιτίας ή για λόγους πολιτικούς και ιδεολογικούς απαγορεύονται.»

13

Το άρθρο 11 του Código do Trabalho (Εργατικού Κώδικα) ορίζει τα εξής:

«Με τη σύμβαση εργασίας ένα φυσικό πρόσωπο αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει, έναντι αμοιβής, την εργασία του σε άλλο ή άλλα πρόσωπα, στο πλαίσιο της δικής τους οργανωτικής δομής και υπό τη διεύθυνσή τους.»

14

Κατά το άρθρο 161 του Εργατικού Κώδικα:

«Με τη σύναψη συμβάσεως για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης επιτρέπεται να καλύπτονται θέσεις μέλους της διοικήσεως ή αντίστοιχες θέσεις, διευθυντικές ή επιτελικές θέσεις υπαγόμενες άμεσα στο όργανο διοικήσεως ή στον γενικό διευθυντή ή αντίστοιχες θέσεις, να ανατίθενται καθήκοντα ιδιαίτερου γραμματέα του κατόχου οποιασδήποτε από τις ως άνω θέσεις ή ακόμη, εφόσον τούτο προβλέπεται από τις συλλογικές ρυθμίσεις εργασίας, καθήκοντα τα οποία λόγω της φύσεώς τους προϋποθέτουν επίσης σχέση εμπιστοσύνης με τον κάτοχο των ως άνω θέσεων ή διευθυντικών εξουσιών.»

15

Το άρθρο 162, παράγραφοι 1, 2 και 5, του Εργατικού Κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1.   Θέση ή καθήκοντα στο πλαίσιο συμβάσεως για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης μπορεί να αναλάβει εργαζόμενος της επιχείρησης ή άλλο πρόσωπο που προσλαμβάνεται προς τον σκοπό αυτόν.

2.   Εάν προσληφθεί εργαζόμενος για την άσκηση καθηκόντων με καθεστώς συμβάσεως για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης, επιτρέπεται η παραμονή του στην υπηρεσία μετά τη λήξη της συμβάσεως αυτής.

[…]

5.   Ο χρόνος υπηρεσίας υπό καθεστώς συμβάσεως για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης λογίζεται, για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας του εργαζομένου, ως χρόνος υπηρεσίας στον βαθμό του.»

16

Το άρθρο 163, παράγραφοι 1 και 2, του Εργατικού Κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα μέρη μπορούν να καταγγείλουν τη σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης τηρώντας προθεσμία προειδοποιήσεως τουλάχιστον 30 ή 60 ημερών, αναλόγως του αν η σύμβαση έχει διαρκέσει έως δύο έτη ή πάνω από δύο έτη, αντιστοίχως.

2.   Εάν δεν τηρηθεί προθεσμία προειδοποιήσεως η σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης λύεται, πλην όμως ο καταγγέλλων οφείλει να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 401.»

17

Το άρθρο 285 του Εργατικού Κώδικα ορίζει τα εξής:

«1.   Σε περίπτωση μεταβιβάσεως, εξ οιασδήποτε αιτίας, της κυριότητας της επιχειρήσεως, της εγκαταστάσεως ή τμήματος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως που αποτελεί οικονομική οντότητα, ο διάδοχος υποκαθίσταται στη θέση του εργοδότη στις συμβάσεις εργασίας των αντίστοιχων εργαζομένων και μεταβιβάζεται σε αυτόν η υποχρέωση καταβολής των προστίμων που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παραβιάσεως του εργατικού δικαίου.

2.   Κατά το έτος που έπεται της μεταβιβάσεως, ο μεταβιβάζων ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που γεννώνται έως την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.

3.   Τα προβλεπόμενα στις προηγούμενες παραγράφους ισχύουν επίσης για τη μεταβίβαση, την εκχώρηση ή την ανάκτηση της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως, της εγκαταστάσεως ή της οικονομικής οντότητας, το δε πρόσωπο που ασκούσε αμέσως πριν την εκμετάλλευση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, σε περίπτωση μεταβιβάσεως ή ανακτήσεως.

4.   Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση εργαζομένου τον οποίον ο μεταβιβάζων είχε μετακινήσει σε άλλη εγκατάσταση ή οικονομική οντότητα πριν από τη μεταβίβαση, κατά την έννοια του άρθρου 194, διατηρώντας τον στην υπηρεσία του, εξαιρουμένων όσων αφορούν την ευθύνη του διαδόχου σε θέματα καταβολής των προστίμων που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παραβιάσεως του εργατικού δικαίου.

5.   Ως οικονομική οντότητα νοείται το σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.

6.   Οι παραβάσεις των τιθεμένων στην παράγραφο 1 ανωτέρω και στο πρώτο τμήμα της παραγράφου 3 κανόνων συνιστούν πολύ σοβαρή παράβαση.»

18

Το άρθρο 62 του Lei no 50/2012 aprova o regime jurídico da actividade empresarial local e das participações locais e revoga as Leis no s 53-F/2006, de 29 de dezembro, e 55/2011, de 15 de novembro (νόμου 50/2012, περί εγκρίσεως του νομικού καθεστώτος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και εταιρικών συμμετοχών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, και καταργήσεως των νόμων 53-F/2006, της 29ης Δεκεμβρίου, και 55/2001, της 15ης Νοεμβρίου), της 31ης Αυγούστου 2012 (Diário da República, σειρά 1, αριθ. 169, της 31ης Αυγούστου 2012), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, προβλέπει σχετικά με τη λύση των επιχειρήσεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως τα εξής:

«1.   Υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 35 του κώδικα εμπορικών εταιριών, λαμβάνεται υποχρεωτικώς απόφαση περί λύσεως των επιχειρήσεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, εντός έξι μηνών, εφόσον έχει ανακύψει κάποια από τις κατωτέρω καταστάσεις:

[…]

5.   Υπό την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, στο προσωπικό που όντως παρέχει υπηρεσίες σε επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως εμπίπτουσες σε κάποια από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 περιπτώσεις και δεν εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής των προβλεπομένων από τον νόμο 12‑A/2008, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, μέσων κινητικότητας, εφαρμόζεται το καθεστώς της συμβάσεως εργασίας.

6.   Οι υπό εκκαθάριση επιχειρήσεις των τοπικών αυτοδιοικήσεων μπορούν να μεταβιβάζουν στους μετέχοντες στην εταιρική σύνθεσή τους δημοσίους φορείς εργαζομένους οι οποίοι έχουν προσληφθεί με σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 58 του νόμου 12-A/2008, της 27ης Φεβρουαρίου 2008, μόνον κατά το μέτρο κατά το οποίο οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν προσληφθεί για τις δραστηριότητες που αποτελούν το αντικείμενο της απορροφήσεως ή επαναφοράς και κρίνονται απαραίτητοι για την πραγματοποίησή τους.

[…]

11.   Τα οριζόμενα στις παραγράφους 6 έως 10 έχουν εφαρμογή μόνο σε εργαζομένους με σύμβαση αορίστου χρόνου συναφθείσα τουλάχιστον ένα έτος πριν από την ημερομηνία της αποφάσεως περί λύσεως της επιχειρήσεως της τοπικής αυτοδιοικήσεως, και στους οποίους, σε περίπτωση συστάσεως σχέσεως εργασίας δημοσίου δικαίου αορίστου χρόνου, δεν καταβάλλεται κανενός είδους αποζημίωση λόγω καταργήσεως της προηγούμενης θέσεως εργασίας.

[…]»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

19

Στις 19 Απριλίου 2005, η C. Correia Moreira συνήψε με την Expo Arade, Animação e Gestão do Parque de Feiras e Exposições de Portimão EM σύμβαση επαγγελματικής κατάρτισης.

20

Στις 2 Ιανουαρίου 2006, η C. Correia Moreira συνήψε με την εν λόγω επιχείρηση σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας ενός έτους για την παροχή υπηρεσιών ειδικού στον τομέα των ανθρωπίνων πόρων.

21

Την 1η Νοεμβρίου 2008, η C. Correia Moreira συνήψε με την Portimão Urbis EM SA (στο εξής: Portimão Urbis) σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης με αντικείμενο την άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου της μονάδας διοικητικής διαχειρίσεως και ανθρωπίνων πόρων. Η σύμβαση αυτή ίσχυσε ως τις 30 Ιουνίου 2010.

22

Την 1η Ιουλίου 2010, η C. Correia Moreira συνήψε με την Portimão Urbis νέα σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης, με αντικείμενο την άσκηση των ίδιων καθηκόντων. Την 1η Ιουλίου 2013, τα μέρη συμφώνησαν τη λύση της συμβάσεως αυτής.

23

Η C. Correia Moreira συνήψε αυθημερόν με την Portimão Urbis νέα σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης, με αντικείμενο την άσκηση καθηκόντων διαχειριστή της μονάδας διοικητικής διαχειρίσεως και ανθρωπίνων πόρων, αλλά με μειωμένες ακαθάριστες αποδοχές.

24

Στις 15 Οκτωβρίου 2014, ο Δήμος Portimão ενέκρινε τη λύση και την εκκαθάριση της Portimão Urbis στο πλαίσιο σχεδίου που προέβλεπε την επαναφορά ορισμένων δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως αυτής στον ίδιο τον δήμο και την εξωτερική ανάθεση των λοιπών δραστηριοτήτων της σε άλλη δημοτική επιχείρηση, την Empresa Municipal de Águas e Resíduos de Portimão EM SA (στο εξής: EMARP).

25

Ο Δήμος Portimão και η EMARP διατήρησαν σε ισχύ όλα τα δικαιώματα από τις συμβάσεις εργασίας που είχαν συναφθεί με την Portimão Urbis.

26

Η C. Correia Moreira περιλαμβανόταν στον κατάλογο των «επαναφερόμενων» εργαζομένων στον Δήμο Portimão οι οποίοι συνήψαν με αυτόν σύμβαση μεταφοράς προσωπικού για λόγους δημοσίου συμφέροντος και τοποθετήθηκε στις υπηρεσίες διοικητικής διαχειρίσεως και ανθρωπίνων πόρων. Μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2015 και της 20ής Απριλίου 2017, άσκησε καθήκοντα ανώτερου ειδικού στον τομέα της λειτουργικής δραστηριότητας των ανθρωπίνων πόρων στον Δήμο Portimão.

27

Τον Ιούλιο του 2015, οι εργαζόμενοι που ενέπιπταν στο σχέδιο επαναφοράς δραστηριοτήτων, μεταξύ των οποίων και η C. Correia Moreira, ενημερώθηκαν από τον Δήμο Portimão ότι η συμμετοχή τους στον προβλεπόμενο διαγωνισμό θα είχε ως συνέπεια, εφόσον περιλαμβάνονταν στους επιτυχόντες, την πρόσληψή τους με το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο των δημοσίων υπαλλήλων με υποχρεωτική παραμονή σε αυτό για τουλάχιστον δέκα έτη. Οι εργαζόμενοι τους οποίους αφορούσε η «εξωτερική ανάθεση» προς την EMARP δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια διαδικασία διαγωνισμού.

28

Προκηρύχθηκε διαγωνισμός στον οποίο η C. Correia Moreira υπέβαλε υποψηφιότητα. Μετά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού και μολονότι είχε καταταγεί στην πρώτη θέση στον κατάλογο των επιτυχόντων, της γνωστοποιήθηκε ότι οι αποδοχές της θα ήταν χαμηλότερες σε σχέση με τις αποδοχές που της κατέβαλλε η Portimão Urbis, πράγμα το οποίο δεν αποδέχθηκε.

29

Στις 26 Απριλίου 2017, η Portimão Urbis κοινοποίησε στην C. Correia Moreira καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της λόγω του κλεισίματος της επιχειρήσεως.

30

Στις 2 Ιανουαρίου 2018, καταχωρίστηκε στο εμπορικό μητρώο η λήξη της εκκαθαρίσεως της Portimão Urbis.

31

Η C. Correia Moreira ζήτησε από το Tribunal Judicial da Comarca de Faro (πρωτοδικείο Faro, Πορτογαλία) να διαπιστώσει ότι η σύμβαση εργασίας η οποία τη συνέδεε με την Portimão Urbis μεταφέρθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2015 στον Δήμο Portimão, στο πλαίσιο της μεταβιβάσεως της εγκαταστάσεως στην οποία παρείχε την εργασία της. Ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να κρίνει ότι, λόγω της μεταβιβάσεως αυτής, η επακολουθήσασα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ήταν παράνομη και ότι η ίδια έπρεπε να είχε ενταχθεί από την 1η Ιανουαρίου 2015 στο προσωπικό του Δήμου Portimão με τους ίδιους όρους με εκείνους που ίσχυαν στην Portimão Urbis.

32

Περαιτέρω, ζήτησε να υποχρεωθεί ο Δήμος Portimão να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που δικαιούνταν να λαμβάνει από τον χρόνο της μεταβιβάσεως και εκείνων που όντως της καταβλήθηκαν. Τέλος, ζήτησε να υποχρεωθεί ο Δήμος Portimão να της καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

33

Ο Δήμος Portimão, απαντώντας στα αιτήματα της C. Correia Moreira, υποστηρίζει, πρώτον, ότι δεν συντρέχει μεταβίβαση επιχειρήσεως δεδομένου ότι η δημοτική επιχείρηση λύθηκε βάσει νόμου, ενώ ο ίδιος απλώς ανέλαβε εκ νέου τις αρχικές του αρμοδιότητες, δεύτερον, ότι η C. Correia Moreira ασκούσε καθήκοντα στο πλαίσιο συμβάσεως για την κάλυψη θέσης εμπιστοσύνης και, ως εκ τούτου, δεν είχε την ιδιότητα του εργαζομένου στην Portimão Urbis και, τρίτον, ότι ο Δήμος Portimão απλώς εφάρμοσε το νομικό καθεστώς που προβλέπει το άρθρο 62 του νόμου 50/2012, της 31ης Αυγούστου 2012, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι δημοτικοί υπάλληλοι πρέπει να προσλαμβάνονται με συγκεκριμένη διαδικασία, τηρουμένης της αρχής της ισότητας όσον αφορά τον διορισμό σε δημόσια θέση, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, παράγραφος 2, του Συντάγματος.

34

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Tribunal Judicial da Comarca de Faro (πρωτοδικείο Faro) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Βάσει της παραδοχής ότι ως “εργαζόμενος” πρέπει να νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος, προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας, μπορεί να θεωρηθεί “εργαζόμενος” για τους σκοπούς του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/23 πρόσωπο το οποίο έχει συνάψει με τον μεταβιβάζοντα εργοδότη σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης και μπορεί, ως εκ τούτου, το εν λόγω πρόσωπο να απολαύει της προστασίας που παρέχει η επίμαχη νομοθεσία;

2)

Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως στην οδηγία 2001/23, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, ακόμη και σε περίπτωση μεταβιβάσεως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, επιβάλλει ως προς τους εργαζομένους τη συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό και τη δημιουργία νέας έννομης σχέσεως με τον διάδοχο εργοδότη, επειδή αυτός είναι δήμος;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

35

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2001/23, και ιδίως το άρθρο της 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, έχει την έννοια ότι ένα πρόσωπο που έχει συνάψει με τον μεταβιβάζοντα σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης κατά την έννοια της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως μπορεί να θεωρηθεί «εργαζόμενος» και να τύχει της προστασίας που παρέχει η οδηγία αυτή.

36

Επισημαίνεται ευθύς εξαρχής ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται ρητώς, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, στην απόφαση της 20ής Ιουλίου 2017, Piscarreta Ricardo (C-416/16EU:C:2017:574, σκέψη 46), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής περίπτωση κατά την οποία οι δραστηριότητες δημοτικής επιχειρήσεως μεταβιβάζονται σε δήμο, υπό την προϋπόθεση ότι η ταυτότητα της επίμαχης επιχειρήσεως διατηρείται μετά τη μεταβίβαση, όπερ εναπέκειτο στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

37

Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από το ίδιο δικαστήριο το οποίο είχε υποβάλει τα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που μνημονεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη και αφορά πράξη ομοειδή εκείνης που ήταν αντικείμενο της εν λόγω υποθέσεως.

38

Κατά τα φαινόμενα, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται κανένα ιδιαίτερο ζήτημα σχετικά με την προϋπόθεση της διατηρήσεως της ταυτότητας της μεταβιβασθείσας επιχειρήσεως, δεδομένου ότι εκκινεί από την παραδοχή ότι η επίμαχη πράξη στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23.

39

Τούτου δοθέντος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, στο πλαίσιο μεταβιβάσεως όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, ένα πρόσωπο όπως η ενάγουσα της κύριας δίκης μπορεί να θεωρηθεί «εργαζόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/23, λαμβανομένης υπόψη της ειδικής φύσεως της συμβάσεως που το συνδέει με τον μεταβιβάζοντα.

40

Υπενθυμίζεται ως προς το ζήτημα αυτό ότι ως «εργαζόμενος», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/23, νοείται πρόσωπο το οποίο, εντός του οικείου κράτους μέλους, προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας.

41

Περαιτέρω, το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι η οδηγία δεν θίγει την εθνική νομοθεσία όσον αφορά τον ορισμό της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως.

42

Από τις δύο αυτές διατάξεις προκύπτει ότι, μολονότι σκοπός της οδηγίας 2001/23 είναι η προστασία των εργαζομένων, εναπόκειται εντούτοις στα κράτη μέλη να ορίσουν, με τη δική τους νομοθεσία, την έννοια του εργαζομένου καθώς και τη σύμβαση εργασίας ή την εργασιακή σχέση.

43

Μολονότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο (διάταξη της 21ης Οκτωβρίου 2015, Kovozber, C-120/15, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:730, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) δεδομένου ότι αρμόδιο προς τούτο είναι το αιτούν δικαστήριο, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, το δικαστήριο αυτό παρατηρεί, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ότι η σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης η οποία συνάπτεται με πρόσωπο το οποίο είναι ήδη εργαζόμενος ή το οποίο δεν έχει καμία άλλη προηγούμενη εργασιακή σχέση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση εργασίας.

44

Ως εκ τούτου, πρόσωπο όπως η ενάγουσα της κύριας δίκης μπορεί να θεωρηθεί «εργαζόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/23 και η σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης την οποία έχει συνάψει μπορεί να θεωρηθεί σύμβαση εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.

45

Τούτου δοθέντος, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η προστασία που παρέχεται σε αυτή την κατηγορία εργαζομένων διαφέρει από την παρεχόμενη στους λοιπούς εργαζομένους, κατά το μέτρο που, σύμφωνα με την οικεία εθνική νομοθεσία, επιτρέπεται η καταγγελία των συμβάσεων για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης με απλό έγγραφο, εφόσον τηρηθεί σχετικά σύντομη προθεσμία προειδοποιήσεως, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή εύλογης αιτίας.

46

Ως προς το ζήτημα αυτό, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2001/23 απαιτεί απλώς το συγκεκριμένο πρόσωπο να προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της οικείας εθνικής νομοθεσίας, χωρίς εντούτοις να προϋποθέτει ορισμένο περιεχόμενο ή επίπεδο για την προστασία αυτή.

47

Πράγματι, αν οι διαφορές μεταξύ των εργαζομένων, ανάλογα με το περιεχόμενο ή το επίπεδο της προστασίας που τους παρέχει η εθνική νομοθεσία, θεωρούνταν κρίσιμες, η οδηγία 2001/23 θα στερούνταν μέρος της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της.

48

Εξάλλου, επισημαίνεται ότι η οδηγία 2001/23, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 3, αποβλέπει στην εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και όχι στην, κατά περίπτωση, επέκταση των δικαιωμάτων τους. Συνεπώς, η οδηγία αυτή εγγυάται μόνον ότι η προστασία της οποίας τυγχάνει ορισμένο πρόσωπο δυνάμει της οικείας εθνικής νομοθεσίας δεν θα υποβαθμίζεται απλώς και μόνο λόγω της μεταβιβάσεως.

49

Πράγματι, σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι να διασφαλίσει, κατά το μέτρο του δυνατού, τη χωρίς τροποποίηση συνέχιση των συμβάσεων ή των σχέσεων εργασίας με τον διάδοχο, κατά τρόπον ώστε οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι να μην περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση απλώς και μόνο λόγω της μεταβιβάσεως (απόφαση της 6ης Απριλίου 2017, Unionen, C-336/15EU:C:2017:276, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50

Κατά συνέπεια, η οδηγία 2001/23 διασφαλίζει τη διατήρηση της ειδικής προστασίας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία χωρίς να επηρεάζει το περιεχόμενο ή το επίπεδό της.

51

Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο προδικαστική ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2001/23, και ιδίως το άρθρο της 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, έχει την έννοια ότι ένα πρόσωπο που έχει συνάψει με τον μεταβιβάζοντα σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης, κατά την έννοια της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, μπορεί να θεωρηθεί «εργαζόμενος» και να τύχει της προστασίας που παρέχει η οδηγία αυτή υπό την προϋπόθεση εντούτοις ότι προστατεύεται ως εργαζόμενος από την κανονιστική αυτή ρύθμιση και ότι, κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, έχει σύμβαση εργασίας, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

52

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 2001/23, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση μεταβιβάσεως, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, και εφόσον ο διάδοχος είναι δήμος, επιβάλλει ως προς τους εργαζομένους τους οποίους αφορά η μεταβίβαση, αφενός, τη συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό και, αφετέρου, τη δημιουργία νέας έννομης σχέσεως με τον διάδοχο.

53

Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι, κατά πάγια νομολογία, ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ύπαρξη μεταβιβάσεως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 λόγω του ότι ο διάδοχος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ανεξαρτήτως του αν το νομικό αυτό πρόσωπο είναι δημόσια επιχείρηση επιφορτισμένη με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας ή δήμος. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι το γεγονός ότι ο διάδοχος είναι δήμος δεν αποκλείει την εφαρμογή της οδηγίας αυτής σε μεταβίβαση των δραστηριοτήτων μιας επιχειρήσεως στον δήμο (πρβλ. απόφαση της 20ής Ιουλίου 2017, Piscarreta Ricardo, C-416/16EU:C:2017:574, σκέψεις 30 έως 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54

Το Δικαστήριο έχει εντούτοις διευκρινίσει ως προς το ζήτημα αυτό ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/23, για να έχει εφαρμογή η οδηγία αυτή, η μεταβίβαση πρέπει να αφορά οντότητα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, κερδοσκοπική ή μη, και ότι αποκλείονται κατ’ αρχήν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας οι δραστηριότητες που συνίστανται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας (απόφαση της 20ής Ιουλίου 2017, Piscarreta Ricardo, C-416/16EU:C:2017:574, σκέψεις 33 και 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

55

Από το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να εκτιμά ότι η επίμαχη μεταβίβαση στην κύρια δίκη καλύπτεται από την οδηγία 2001/23 και ότι, κατά συνέπεια, οι δραστηριότητες που μεταβιβάστηκαν δεν αφορούν την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

56

Το Δικαστήριο απαντά ως εκ τούτου στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα με βάση την παραδοχή αυτή, της οποίας η επαλήθευση εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο.

57

Ως προς το ζήτημα αυτό, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2001/23, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον διάδοχο.

58

Πλην όμως, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως, σκοπός της οδηγίας 2001/23 είναι να εμποδίσει την περιέλευση των εργαζομένων τους οποίους αφορά η μεταβίβαση σε δυσμενέστερη θέση απλώς και μόνο λόγω της μεταβιβάσεως.

59

Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, δυνάμει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, επιβάλλεται ως προς πρόσωπο όπως η ενάγουσα της κύριας δίκης, αφενός, η συμμετοχή σε διαγωνισμό και, αφετέρου, η δημιουργία νέας έννομης σχέσεως με τον διάδοχο. Εξάλλου, η ένταξη της ενάγουσας, κατόπιν της εν λόγω δημόσιας διαδικασίας επιλογής, στο προσωπικό της δημόσιας διοίκησης θα γινόταν με μείωση του μισθού για τουλάχιστον μία δεκαετία.

60

Πλην όμως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ως άνω απαιτήσεις οι οποίες, αφενός, μεταβάλλουν τους συμφωνηθέντες με τον μεταβιβάζοντα όρους εργασίας προσώπου όπως η ενάγουσα της κύριας δίκης και, αφετέρου, ενδέχεται να περιαγάγουν την εργαζόμενη σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με εκείνη στην οποία βρισκόταν πριν από τη μεταβίβαση αντιβαίνουν τόσο στο άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2001/23 όσο και στον σκοπό της οδηγίας αυτής.

61

Σε σχέση με την αναφορά του αιτούντος δικαστηρίου στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η Ένωση σέβεται, μεταξύ άλλων, την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών η οποία είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή.

62

Ως προς το ζήτημα αυτό, διαπιστώνεται ότι η διάταξη αυτή δεν έχει την έννοια ότι επιτρέπει, σε τομέα όπου τα κράτη μέλη έχουν μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές τους στην Ένωση, όπως η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, να στερήσουν από εργαζόμενο την προστασία που του παρέχει το δίκαιο της Ένωσης που ισχύει στον τομέα αυτόν.

63

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2001/23, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση μεταβιβάσεως, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, και εφόσον ο διάδοχος είναι δήμος, επιβάλλει ως προς τους εργαζομένους τους οποίους αφορά η μεταβίβαση, αφενός, τη συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό και, αφετέρου, τη δημιουργία νέας έννομης σχέσεως με τον διάδοχο.

Επί των δικαστικών εξόδων

64

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Η οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, και ιδίως το άρθρο της 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, έχει την έννοια ότι ένα πρόσωπο που έχει συνάψει με τον μεταβιβάζοντα σύμβαση για την κάλυψη θέσεως εμπιστοσύνης, κατά την έννοια της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, μπορεί να θεωρηθεί «εργαζόμενος» και να τύχει της προστασίας που παρέχει η οδηγία αυτή υπό την προϋπόθεση εντούτοις ότι προστατεύεται ως εργαζόμενος από την κανονιστική αυτή ρύθμιση και ότι, κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, έχει σύμβαση εργασίας, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

 

2)

Η οδηγία 2001/23, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, σε περίπτωση μεταβιβάσεως, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, και εφόσον ο διάδοχος είναι δήμος, επιβάλλει ως προς τους εργαζομένους τους οποίους αφορά η μεταβίβαση, αφενός, τη συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό και, αφετέρου, τη δημιουργία νέας έννομης σχέσεως με τον διάδοχο.

 

(υπογραφές)

*1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.