Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-366/18 περί «γονικής άδειας εργαζομένου σε καθεστώς βάρδιας»

Περίληψη: Η οδηγία 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2010, σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη από τις οργανώσεις BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC και με την κατάργηση της οδηγίας 96/34/ΕΚ, έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει δικαίωμα του εργαζομένου, προκειμένου να ανταποκριθεί στην άμεση φροντίδα ανήλικων παιδιών ή μελών της οικογένειάς του που εξαρτώνται από αυτόν, να μειώσει τον κανονικό χρόνο εργασίας του, με ανάλογη μείωση του μισθού του, χωρίς να μπορεί, όταν το σύνηθες καθεστώς εργασίας του είναι με κυλιόμενες βάρδιες, να έχει σταθερό ωράριο εργασίας, διατηρώντας τον κανονικό χρόνο εργασίας του.

 

Διαβάστε περισσότερα:

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)

της 18ης Σεπτεμβρίου 2019 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2010/18/ΕΕ – Αναθεωρημένη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια – Εθνική νομοθεσία η οποία εξαρτά τη χορήγηση γονικής άδειας από τη μείωση του χρόνου εργασίας, με αντίστοιχη μείωση του μισθού – Εργασία με κυλιόμενες βάρδιες – Αίτημα του εργαζομένου να εργαστεί με σταθερό ωράριο για να φροντίσει τα ανήλικα παιδιά του – Οδηγία 2006/54/ΕΚ – Ίσες ευκαιρίες και ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης – Έμμεση διάκριση – Εν μέρει απαράδεκτο»

Στην υπόθεση C-366/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Juzgado de lo Social no 33 de Madrid (δικαστήριο εργατικών διαφορών αριθ. 33 της Μαδρίτης, Ισπανία) με απόφαση της 29ης Μαΐου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιουνίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

José Manuel Ortiz Mesonero

κατά

UTE Luz Madrid Centro,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. Toader, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas και M. Safjan (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Hogan

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η UTE Luz Madrid Centro, εκπροσωπούμενη από τον M. A. Cruz Pérez, abogado,

η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Jiménez García,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Szmytkowska και τον N. Ruiz García,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 8, 10 και 157 ΣΛΕΕ, του άρθρου 3 ΣΕΕ, του άρθρου 23 και του άρθρου 33, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και του άρθρου 1 και του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23), σε συνδυασμό με την οδηγία 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2010, σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη από τις οργανώσεις BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC και με την κατάργηση της οδηγίας 96/34/ΕΚ (ΕΕ 2010, L 68, σ. 13).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του José Manuel Ortiz Mesonero και της UTE Luz Madrid Centro, με αντικείμενο την άρνηση της UTE Luz Madrid Centro να του παράσχει το δικαίωμα να εργαστεί με σταθερό ωράριο για να φροντίσει τα παιδιά του.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2006/54

3

Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/54, με τίτλο «Σκοπός»:

«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης.

Για το σκοπό αυτό, η παρούσα οδηγία περιέχει διατάξεις για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως προς:

α)

την πρόσβαση στην απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής εξέλιξης, και στην επαγγελματική κατάρτιση·

β)

τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής·

γ)

τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

Περιλαμβάνει επίσης διατάξεις με σκοπό να εξασφαλίζεται ότι η εφαρμογή αυτή καθίσταται αποτελεσματικότερη μέσω της θέσπισης κατάλληλων διαδικασιών.»

4

Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Ορισμοί», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

[…]

β)

“έμμεση διάκριση”: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση πρόσωπα ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία·

[…]».

5

Το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Απαγόρευση διακρίσεων», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων, όσον αφορά:

[…]

γ)

τους όρους απασχόλησης και εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων, καθώς και θέματα αμοιβής σύμφωνα με το άρθρο 141 [ΕΚ]».

Η οδηγία 2010/18

6

Η αναθεωρημένη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, η οποία συνήφθη στις 18 Ιουνίου 2009 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια), περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 2010/18. Τα σημεία 15 και 16 των γενικών εκτιμήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου έχουν ως εξής:

«15.

Εκτιμώντας ότι η παρούσα συμφωνία αποτελεί συμφωνία-πλαίσιο για τον καθορισμό των ελάχιστων απαιτήσεων και των διατάξεων για τη γονική άδεια, η οποία διαχωρίζεται από την άδεια μητρότητας και για την απουσία από την εργασία για λόγους ανωτέρας βίας και παραπέμπει στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους για τη θέσπιση των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας και των όρων εφαρμογής, με σκοπό να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος,

16.

Εκτιμώντας ότι το δικαίωμα σε γονική άδεια, στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, αποτελεί ατομικό δικαίωμα και καταρχήν αμεταβίβαστο, και ότι τα κράτη μέλη μπορούν να το μετατρέπουν σε μεταβιβάσιμο. Η εμπειρία καταδεικνύει ότι η μετατροπή της άδειας σε αμεταβίβαστη μπορεί να λειτουργήσει ως θετικό κίνητρο για τη χρήση του δικαιώματος από τους πατέρες, και οι Ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι, συνεπώς, συμφωνούν να θεσπισθεί ένα μέρος της άδειας ως αμεταβίβαστο».

7

Η ρήτρα 1 της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στα σημεία της 1 και 2 τα εξής:

«1.

Η παρούσα συμφωνία ορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διευκόλυνση της συμφιλίωσης των γονικών και των επαγγελματικών ευθυνών των εργαζόμενων γονέων, λαμβάνοντας υπόψη την αυξανόμενη ποικιλομορφία των οικογενειακών δομών, στο πλαίσιο σεβασμού του εθνικού δικαίου, των συλλογικών συμφωνιών και/ή των πρακτικών.

2.

Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας προσδιοριζόμενη από το δίκαιο, τις συλλογικές συμβάσεις και/ή τις πρακτικές που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος.»

8

Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, με τίτλο «Γονική άδεια», έχει ως εξής:

«1.

Η παρούσα συμφωνία παρέχει ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας σε εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, έτσι ώστε να μπορούν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας που μπορεί να φτάνει μέχρι τα οκτώ έτη και προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη και/ή τους κοινωνικούς εταίρους.

2.

Η άδεια χορηγείται για περίοδο τουλάχιστον τεσσάρων μηνών και, με σκοπό την ισότητα των ευκαιριών και της μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών, θα πρέπει καταρχήν να είναι αμεταβίβαστη. Για να ενθαρρυνθεί η δικαιότερη χρήση του δικαιώματος της άδειας και από τους δύο γονείς, τουλάχιστον ένας από τους τέσσερις μήνες παρέχεται ως αμεταβίβαστος. Οι όροι εφαρμογής της αμεταβίβαστης περιόδου καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο μέσω της νομοθεσίας και/ή των συλλογικών συμβάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις ισχύουσες διευθετήσεις άδειας στα κράτη μέλη.»

9

Η ρήτρα 3 της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο «Όροι της εφαρμογής», ορίζει στο σημείο 1 τα εξής:

«Οι προϋποθέσεις πρόσβασης και οι τρόποι εφαρμογής της γονικής άδειας ορίζονται από το δίκαιο και/ή τις συλλογικές συμβάσεις στα κράτη μέλη, ενόσω τηρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις της παρούσας συμφωνίας. Τα κράτη μέλη και/ή οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν συγκεκριμένα:

α)

να αποφασίζουν αν η γονική άδεια χορηγείται κατά πλήρη χρόνο, κατά μερικό χρόνο, κατά τρόπο αποσπασματικό ή με τη μορφή χρονικής πίστωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων,

[…]».

10

Η ρήτρα 6 της εν λόγω συμφωνίας πλαισίου, με τίτλο «Επιστροφή στην εργασία», ορίζει στο σημείο 1 τα εξής:

«Με σκοπό την προώθηση της καλύτερης συμφιλίωσης, τα κράτη μέλη και/ή οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εξασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι, κατά την επιστροφή από τη γονική άδεια, μπορούν να ζητήσουν αλλαγές στο ωράριο και/ή την οργάνωση της εργασίας τους για καθορισμένη χρονική περίοδο. Οι εργοδότες εξετάζουν και διεκπεραιώνουν τα εν λόγω αιτήματα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.

Οι τρόποι εφαρμογής της παρούσας παραγράφου καθορίζονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τις συλλογικές συμβάσεις και/ή πρακτικές.»

Το ισπανικό δίκαιο

11

Το άρθρο 34, παράγραφος 8, του Real Decreto Legislativo 2/2015, por el que se aprueba el texto refundido de la Ley del Estatuto de los Trabajadores (βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 2/2015, περί εγκρίσεως του αναδιατυπωμένου νόμου περί εργατικού κώδικα), της 23ης Οκτωβρίου 2015 (BOE αριθ. 255, της 24ης Οκτωβρίου 2015, σ. 100224), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: εργατικός κώδικας), ορίζει τα εξής:

«Ο εργαζόμενος δικαιούται προσαρμογής της διάρκειας και της κατανομής του χρόνου εργασίας του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του να συνδυάζει προσωπικό, οικογενειακό και εργασιακό βίο υπό τους όρους που καθορίζονται στις συλλογικές διαπραγματεύσεις ή στη συμφωνία την οποία έχει συνάψει με τον εργοδότη, τηρουμένων, στην τελευταία περίπτωση, των οριζομένων στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

[…]»

12

Το άρθρο 37, παράγραφος 6, του εργατικού κώδικα έχει ως εξής:

«Όποιος, λόγω νόμιμης επιμέλειας, έχει την άμεση φροντίδα παιδιού μικρότερου των 12 ετών ή προσώπου με αναπηρία που δεν ασκεί αμειβόμενη δραστηριότητα έχει δικαίωμα σε μείωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας του μέχρι του ενός ογδόου, κατ’ ελάχιστο όριο, και του ημίσεος, κατά μέγιστο όριο, της διάρκειάς του, με αντίστοιχη μείωση του μισθού.

Το ίδιο δικαίωμα παρέχεται σε όποιον έχει την υποχρέωση άμεσης φροντίδας συγγενούς του έως δευτέρου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας ο οποίος, λόγω της ηλικίας του, ατυχήματος ή ασθενείας, δεν είναι ικανός να φροντίσει τον εαυτό του και δεν ασκεί αμειβόμενη δραστηριότητα.

[…]»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

13

Ο J. M. Ortiz Mesonero προσελήφθη από την UTE Luz Madrid Centro, κοινοπραξία αποτελούμενη από τις SICE SA, Urbalux SA, ImesAPI SA, Extralux SA και Citelum Ibérica SA, η οποία είναι ανάδοχος της δημόσιας σύμβασης για τη συντήρηση του συστήματος ηλεκτροφωτισμού του Δήμου Μαδρίτης (Ισπανία). Η σύμβαση εργασίας που σύναψαν τα δύο μέρη διέπεται από τη συλλογική σύμβαση της μεταλλουργικής βιομηχανίας της Μαδρίτης.

14

Ο J. M. Ortiz Mesonero είναι πατέρας δυο παιδιών, που γεννήθηκαν το 2010 και το 2014, αντίστοιχα. Η σύζυγός του ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου.

15

Η UTE Luz Madrid Centro λειτουργεί με σύστημα εργασίας κατά κυλιόμενες βάρδιες, το οποίο, για τον σκοπό αυτόν, είναι οργανωμένο σε ομάδες: μια πρωινή ομάδα από τις 7:15 έως τις 15:15, μια απογευματινή από τις 15:15 έως τις 23:15 και μια νυχτερινή από τις 23:15 έως τις 7:15. Ο J. M. Ortiz Mesonero εργάζεται με κυλιόμενες βάρδιες στις τρεις αυτές ομάδες, έχοντας δικαίωμα ανάπαυσης δύο ημέρες την εβδομάδα, μεταβαλλόμενες σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας που καταρτίζει η εργοδότρια.

16

Στις 26 Μαρτίου 2018, ο J. M. Ortiz Mesonero ζήτησε από την UTE Luz Madrid Centro να μπορεί να εργάζεται αποκλειστικά στην πρωινή ομάδα, από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή, διατηρώντας τον ίδιο αριθμό ωρών εργασίας, χωρίς μείωση του μισθού, προκειμένου να φροντίζει τα παιδιά του. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την εργοδότριά του.

17

Ο J. M. Ortiz Mesonero άσκησε προσφυγή κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Juzgado de lo Social no 33 de Madrid (δικαστηρίου εργατικών διαφορών αριθ. 33 της Μαδρίτης, Ισπανία).

18

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο J. M. Ortiz Mesonero υπέβαλε το αίτημά του για ένταξη στην πρωινή ομάδα εργασίας βάσει του άρθρου 34, παράγραφος 8, του εργατικού κώδικα. Ωστόσο, ούτε συμφωνία μεταξύ του J. M. Ortiz Mesonero και της εργοδότριάς του, ούτε και η συλλογική σύμβαση της μεταλλουργικής βιομηχανίας της Μαδρίτης έχουν θέσει σε εφαρμογή τη διάταξη αυτή. Υπό τις συνθήκες αυτές, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε, κατ’ εφαρμογήν του ισπανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, ο οποίος παρέχει στον δικαστή την εξουσία να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες, ακόμη και αν δεν έγινε ορθή επίκληση των κανόνων αυτών από τους διαδίκους, ότι το αίτημα του J. M. Ortiz Mesonero στηριζόταν, στην πραγματικότητα, στο άρθρο 37, παράγραφος 6, του εργατικού κώδικα.

19

Η ως άνω διάταξη προβλέπει απλώς δικαίωμα του εργαζόμενου σε μείωση του κανονικού ωραρίου εργασίας με ανάλογη μείωση του μισθού, προκειμένου αυτός να συνδυάσει την οικογενειακή και την επαγγελματική του ζωή.

20

Κατά την ίδια διάταξη, δεν προβλέπεται δυνατότητα του εργαζομένου να ζητήσει να εργάζεται σε άλλη χρονική ζώνη, χωρίς να μειωθεί ο χρόνος εργασίας του και ο μισθός του. Ωστόσο, όταν η παραγωγική δραστηριότητα εκτείνεται σε χρονική ζώνη η οποία υπερβαίνει τον χρόνο εργασίας που οφείλει να συμπληρώσει ο εργαζόμενος, είναι δυνατή, χωρίς μείωση του εν λόγω χρόνου εργασίας, η προσαρμογή του ωραρίου εργασίας, ώστε αυτό να καταστεί συμβατό με τις οικογενειακές ανάγκες. Τούτο ισχύει εν προκειμένω όσον αφορά τον J. M. Ortiz Mesonero, δεδομένου ότι υφίστανται τρεις ομάδες εργασίας σε βάρδιες, και ο J. M. Ortiz Mesonero εργάζεται εναλλάξ και στις τρεις.

21

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές που αφορούν καταγραφέντα στοιχεία του 2011 και καταρτίστηκαν από το Instituto Nacional de Estadística (εθνικό ίδρυμα στατιστικής, Ισπανία), το 23,79 % των εργαζόμενων γυναικών είχαν μειώσει τον χρόνο εργασίας τους κατά περισσότερο από ένα μήνα προκειμένου να ασχοληθούν με τα παιδιά τους, έναντι 2,05 % των εργαζόμενων ανδρών.

22

Το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν το προδικαστικό ερώτημα στηρίζεται στο γεγονός ότι η εφαρμοστέα εθνική ρύθμιση εισάγει έμμεση διάκριση λόγω φύλου σε βάρος των γυναικών εργαζομένων, το γεγονός ότι, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για γυναίκα αλλά για άνδρα που ζητεί προσαρμογή του χρόνου εργασίας του προκειμένου να συνδυάσει την οικογενειακή και την επαγγελματική του ζωή δεν σημαίνει ότι το εν λόγω ερώτημα είναι υποθετικό. Συγκεκριμένα, αν τυχόν διαπιστωθεί ότι η εν λόγω εθνική ρύθμιση εισάγει έμμεση διάκριση σε βάρος των εργαζομένων γυναικών, τα αποτελέσματα της διαπιστώσεως αυτής θα έχουν επίσης εφαρμογή και στους άνδρες εργαζομένους, οι οποίοι επικαλούνται το δικαίωμα συνδυασμού της οικογενειακής και της επαγγελματικής τους ζωής.

23

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι οι σχετικές με τον συνδυασμό της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής διατάξεις τις οποίες θέσπισε ο Ισπανός νομοθέτης είναι ευνοϊκότερες από τις διατάξεις της ρήτρας 2, παράγραφος 2, της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια. Ωστόσο, ο ευνοϊκότερος χαρακτήρας τους δεν μπορεί να δικαιολογήσει αντίθεση της εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας προς την αρχή της ισότητας των φύλων.

24

Επομένως, το αιτούν δικαστήριο, παραπέμποντας στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, Roca Álvarez (C-104/09EU:C:2010:561), της 20ής Ιουνίου 2013, Riežniece (C-7/12EU:C:2013:410), και της 16ης Ιουλίου 2015, Μαϊστρέλλης (C-222/14EU:C:2015:473), διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν το άρθρο 37, παράγραφος 6, του εργατικού κώδικα συνιστά έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών εργαζομένων, οι οποίες κάνουν κατά κύριο λόγο χρήση της γονικής άδειας.

25

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de lo Social 33 de Madrid (δικαστήριο εργατικών διαφορών αριθ. 33 της Μαδρίτης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Αντίκειται στα άρθρα 8, 10 και 157 ΣΛΕΕ, στο άρθρο 3 ΣΕΕ, στα άρθρα 23 και 33, παράγραφος 2, του [Χάρτη] και στα άρθρα 1 και 14, παράγραφος 1, της οδηγίας [2006/54], απάντων δε των ανωτέρω σε σχέση με την οδηγία [2010/18], εθνική ρύθμιση όπως είναι αυτή του άρθρου 37, παράγραφος 6, του Estatuto de los Trabajadores (εργατικού κώδικα) που εξαρτά την άσκηση του δικαιώματος συνδυασμού του οικογενειακού και επαγγελματικού βίου του εργαζομένου χάριν της άμεσης ενασχολήσεως με τα ανήλικα τέκνα ή τα μέλη της οικογένειάς του που εξαρτώνται από αυτόν από την υποχρεωτική μείωση σε κάθε περίπτωση του κανονικού ωραρίου εργασίας του με αντίστοιχη μείωση του μισθού του;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

Επί του παραδεκτού

26

Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι προδήλως απαράδεκτο.

27

Αφενός, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει, παραπέμποντας στη σκέψη 43 της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, Roca Álvarez (C-104/09EU:C:2010:561), ότι, ακόμη και αν δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το δικαίωμα που προβλέπει το άρθρο 37, παράγραφος 6, του εργατικού κώδικα να εμπίπτει στην έννοια της «γονικής άδειας», όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 2010/18, η απόφαση περί παραπομπής δεν εκθέτει το περιεχόμενο των εθνικών διατάξεων περί γονικής άδειας και δεν διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους το δικαίωμα αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως γονική άδεια κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας.

28

Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο δεν εξηγεί τη σχέση που υπάρχει, κατ’ αυτό, μεταξύ του άρθρου 37, παράγραφος 6, του εργατικού κώδικα και του άρθρου 1, καθώς και του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54, στα οποία αναφέρεται με το προδικαστικό ερώτημα.

29

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως, όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να αποφανθεί (απόφαση της 2ας Μαΐου 2019, Asendia Spain, C‑259/18EU:C:2019:346, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30

Επομένως, η αναγκαιότητα να δοθεί χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης επιτάσσει το δικαστήριο αυτό να ορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που θέτει ή, τουλάχιστον, να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Πράγματι, το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας νομοθετήματος της Ένωσης, βάσει των πραγματικών περιστατικών που θέτει υπόψη του το εθνικό δικαστήριο (απόφαση της 2ας Μαΐου 2019, Asendia Spain, C-259/18EU:C:2019:346, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31

Το αιτούν δικαστήριο πρέπει επίσης να εκθέτει τους ακριβείς λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και να κρίνει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο. Είναι εξάλλου απαραίτητο το εθνικό δικαστήριο να παρέχει έναν ελάχιστο αριθμό διευκρινίσεων όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους επέλεξε τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητεί την ερμηνεία και τη σχέση που υφίσταται, κατά το εν λόγω δικαστήριο, μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 2ας Μαΐου 2019, Asendia Spain, C-259/18EU:C:2019:346, σκέψη 18 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32

Οι εν λόγω απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνονται ρητώς στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, κατά το οποίο κάθε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να περιλαμβάνει «συνοπτική έκθεση του αντικειμένου της διαφοράς, καθώς και των σχετικών διαπιστωθέντων από το αιτούν δικαστήριο πραγματικών περιστατικών ή, τουλάχιστον, έκθεση των πραγματικών στοιχείων στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα», «το περιεχόμενο των δυνητικά εφαρμοστέων εν προκειμένω εθνικών διατάξεων και, ενδεχομένως, τη σχετική εθνική νομολογία», και την «έκθεση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της κατά τη γνώμη του σχέσεως μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας».

33

Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά το άρθρο 37, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, του εργατικού κώδικα, όποιος, λόγω νόμιμης επιμέλειας, έχει την άμεση φροντίδα παιδιού μικρότερου των 12 ετών ή προσώπου με αναπηρία που δεν ασκεί αμειβόμενη δραστηριότητα έχει δικαίωμα σε μείωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας του μέχρι του ενός ογδόου, κατ’ ελάχιστο όριο, και του ημίσεος, κατά μέγιστο όριο, της διάρκειάς του, με αντίστοιχη μείωση του μισθού.

34

Πρώτον, όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2010/18 σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η οδηγία αυτή αποτελεί μια ρύθμιση που χρήζει συμπληρώσεως από κάθε κράτος μέλος και ότι το Βασίλειο της Ισπανίας επέλεξε, σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 8, και το άρθρο 37, παράγραφος 6, του εργατικού κώδικα, να θεσπίσει ένα ελάχιστο νομικό πλαίσιο, δυνάμενο να βελτιωθεί μέσω συλλογικών ή ατομικών συμφωνιών. Κατά συνέπεια, το εν λόγω δικαστήριο έχει την άποψη ότι το δικαίωμα του εργαζομένου που διαλαμβάνεται στο άρθρο 37, παράγραφος 6, του εργατικού κώδικα εμπίπτει στην έννοια της «γονικής άδειας», όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 2010/18.

35

Επομένως, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο συσχέτισε την οδηγία αυτή με το άρθρο 37, παράγραφος 6, του εργατικού κώδικα, το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, καθόσον αφορά την οδηγία 2010/18, δεν μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

36

Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι η οδηγία 2010/18 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 23 και στο άρθρο 33, παράγραφος 2, του Χάρτη. Ως εκ τούτου, το υποβληθέν ερώτημα, καθόσον αφορά τις εν λόγω διατάξεις του Χάρτη, πρέπει να κριθεί παραδεκτό.

37

Τρίτον, όσον αφορά την οδηγία 2006/54, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 37, παράγραφος 6, του εργατικού κώδικα εισάγει έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών εργαζομένων, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής.

38

Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι το εν λόγω άρθρο 37, παράγραφος 6, συνιστά κανόνα που εφαρμόζεται αδιακρίτως στους άνδρες και στις γυναίκες εργαζομένους, σε αντίθεση με την εθνική νομοθεσία που αφορούσαν οι υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, Roca Álvarez (C-104/09EU:C:2010:561), και της 16ης Ιουλίου 2015, Μαϊστρέλλης (C-222/14EU:C:2015:473).

39

Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο δεν αποδεικνύει, ενόψει ενός τέτοιου αδιακρίτως εφαρμοζόμενου κανόνα, ποια είναι η συγκεκριμένη μειονεκτική μεταχείριση, σε υπόθεση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, ενός εργαζόμενου άνδρα, όπως ο J. M. Ortiz Mesonero, εάν η έμμεση διάκριση λόγω φύλου έχει εφαρμογή στις γυναίκες εργαζόμενες.

40

Επομένως, η διαπίστωση έμμεσης διακρίσεως σε βάρος των γυναικών εργαζομένων, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίσταται, δεν ασκεί επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, καθόσον αφορά την οδηγία 2006/54, έχει υποθετικό χαρακτήρα και, για τον λόγο αυτό, πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.

41

Τέλος, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται επίσης, με το ερώτημά του, στα άρθρα 8, 10 και 157 ΣΛΕΕ, καθώς και στο άρθρο 3 ΣΕΕ.

42

Ωστόσο, το δικαστήριο αυτό δεν διευκρινίζει ούτε τους λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί επί της ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων ούτε τη σχέση που υφίσταται, κατ’ αυτό, μεταξύ των διατάξεων αυτών και της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος να ερμηνευθούν οι διατάξεις αυτές.

43

Κατόπιν των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι το προδικαστικό ερώτημα, αφενός, είναι παραδεκτό καθόσον αφορά την οδηγία 2010/18, καθώς και τα άρθρα 23 και 33, παράγραφος 2, του Χάρτη και, αφετέρου, είναι απαράδεκτο όσον αφορά την οδηγία 2006/54, τα άρθρα 8, 10 και 157 ΣΛΕΕ καθώς και το άρθρο 3 ΣΕΕ.

Επί της ουσίας

44

Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν η οδηγία 2010/18, καθώς και το άρθρο 23 και το άρθρο 33, παράγραφος 2, του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει δικαίωμα του εργαζομένου, προκειμένου να ανταποκριθεί στην άμεση φροντίδα ανήλικων παιδιών ή μελών της οικογένειάς του που εξαρτώνται από αυτόν, να μειώσει τον κανονικό χρόνο εργασίας του, με ανάλογη μείωση του μισθού του, χωρίς να μπορεί, όταν το σύνηθες καθεστώς εργασίας του είναι με κυλιόμενες βάρδιες, να έχει σταθερό ωράριο εργασίας διατηρώντας τον κανονικό χρόνο εργασίας του.

45

Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά τη ρήτρα 1, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου για τη γονική άδεια, η εν λόγω συμφωνία ορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διευκόλυνση του συνδυασμού των γονικών και των επαγγελματικών ευθυνών των εργαζόμενων γονέων, τηρουμένων του εθνικού δικαίου, των συλλογικών συμφωνιών και/ή των πρακτικών.

46

Η μόνη διάταξη της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που αφορά την οργάνωση του ωραρίου εργασίας είναι η ρήτρα 6, σημείο 1, κατά την οποία τα κράτη μέλη και/ή οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι, «κατά την επιστροφή από τη γονική άδεια», μπορούν να ζητήσουν αλλαγές στο ωράριο και/ή την οργάνωση της εργασίας τους για καθορισμένη χρονική περίοδο.

47

Εν προκειμένω, ο J. M. Ortiz Mesonero, του οποίου το σύνηθες καθεστώς εργασίας είναι με κυλιόμενες βάρδιες, επιθυμεί την προσαρμογή του ωραρίου εργασίας του ώστε να μπορέσει να εργαστεί με σταθερό ωράριο. Από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι βρίσκεται σε κατάσταση επιστροφής από τη γονική άδεια, κατά την έννοια της ρήτρας 6, σημείο 1, της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου.

48

Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι ούτε στην οδηγία 2010/18 ούτε στη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια περιλαμβάνεται διάταξη δυνάμενη να επιβάλει στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο αιτήσεως γονικής άδειας, να παρέχουν στον αιτούντα το δικαίωμα να εργάζεται με σταθερό ωράριο όταν το σύνηθες καθεστώς εργασίας του έχει τη μορφή της εργασίας με κυλιόμενες βάρδιες.

49

Όσον αφορά το άρθρο 23 και το άρθρο 33, παράγραφος 2, του Χάρτη, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται, δυνάμει του άρθρου του 51, παράγραφος 1, στα κράτη μέλη μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, καθώς και το άρθρο 51, παράγραφος 2, του Χάρτη διευκρινίζουν ότι οι διατάξεις του Χάρτη δεν διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες.

50

Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν μια έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επ’ αυτής και οι διατάξεις του Χάρτη των οποίων ενδεχομένως γίνεται επίκληση δεν μπορούν να θεμελιώσουν αφεαυτών την εν λόγω αρμοδιότητα (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C‑617/10EU:C:2013:105, σκέψη 22, καθώς και διάταξη της 15ης Μαΐου 2019, Corte dei Conti κ.λπ., C-789/18 και C-790/18, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:417, σκέψη 28).

51

Εν προκειμένω, στον βαθμό που, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 40, 42 και 48 της παρούσας αποφάσεως, δεν έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης ούτε η οδηγία 2010/18 ούτε καμία άλλη διάταξη από τις διαλαμβανόμενες στο προδικαστικό ερώτημα, η διαφορά αυτή δεν αφορά εθνική ρύθμιση που εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη (βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη της 15ης Μαΐου 2019, Corte dei Conti κ.λπ., C-789/18 και C-790/18, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:417, σκέψη 29).

52

Επομένως, παρέλκει η ερμηνεία του άρθρου 23 και του άρθρου 33, παράγραφος 2, του Χάρτη.

53

Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2010/18 έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει δικαίωμα του εργαζομένου, προκειμένου να ανταποκριθεί στην άμεση φροντίδα ανήλικων παιδιών ή μελών της οικογένειάς του που εξαρτώνται από αυτόν, να μειώσει τον κανονικό χρόνο εργασίας του, με ανάλογη μείωση του μισθού του, χωρίς να μπορεί, όταν το σύνηθες καθεστώς εργασίας του είναι με κυλιόμενες βάρδιες, να έχει σταθερό ωράριο εργασίας, διατηρώντας τον κανονικό χρόνο εργασίας του.

Επί των δικαστικών εξόδων

54

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Η οδηγία 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2010, σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια που συνήφθη από τις οργανώσεις BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC και με την κατάργηση της οδηγίας 96/34/ΕΚ, έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει δικαίωμα του εργαζομένου, προκειμένου να ανταποκριθεί στην άμεση φροντίδα ανήλικων παιδιών ή μελών της οικογένειάς του που εξαρτώνται από αυτόν, να μειώσει τον κανονικό χρόνο εργασίας του, με ανάλογη μείωση του μισθού του, χωρίς να μπορεί, όταν το σύνηθες καθεστώς εργασίας του είναι με κυλιόμενες βάρδιες, να έχει σταθερό ωράριο εργασίας, διατηρώντας τον κανονικό χρόνο εργασίας του.

 

(υπογραφές)

*1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.