Έγγρ. 23709/536/7-8-2013 Υπ. Εργασίας, Κοιν. Ασφαλ. και Προνοίας «Άδεια και επίδομα αδείας σε σύστημα εκ περιτροπής εργασίας».

Α. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του Ν. 3846/10 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 66/Α’) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει: «…3. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας…

Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του, ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος (παρ. 3 του άρθρου 17 του Ν. 3899/10), μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 240/06 (ΦΕΚ 252/Α’) και του Ν. 1767/88 (ΦΕΚ 63/Α’).

Οι συμφωνίες ή αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας…».

Β. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2, παρ. 10 του Ν. 3846/2010 (66 Α΄) οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί καθώς και οι εργαζόμενοι με εκ περιτροπής εργασία έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επιδόματος αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν, εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ΑΝ 539/45, όπως ισχύει.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 539/45 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1346/83, σε περίπτωση διαλείπουσας ή εκ περιτροπής εργασίας, οι μισθωτοί δικαιούνται, κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη της εργασίας τους σε υπόχρεη επιχείρηση, και:

α) για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή τους, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά ή

β) για κάθε μήνα απασχόλησης από τη λήξη της άδειας του προηγούμενου έτους και μέχρι την ημέρα έναρξης της νέας άδειας, όσον αφορά τα επόμενα ημερολογιακά έτη,

άδεια με αποδοχές ίση με το 1/12 της άδειας που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ΑΝ 539/45 ( όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και ισχύει σήμερα με το άρ. 1 του Ν. 3302/04) για τους μισθωτούς με πλήρη απασχόληση. (Βλέπε Γ κατωτέρω).

Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν, κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου, προκύπτει κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.

Γ. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3302/04 (ΦΕΚ 267/ Α’/28-12-2004), καθώς και την αρ. πρωτ. 3392/1-3-2005 εγκύκλιο του Υπουργού Απασχόλησης, κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση.

Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτό. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας 20 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργασίμων ημερών επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγήσει τμηματικά την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται όπως ανωτέρω. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες σε περίπτωση εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή μέχρι τις είκοσι δύο (22) ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος καθώς και τα επόμενα ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού.

Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 6 της ΕΓΣΣΕ 2000/01, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και 25 εργασίμων ημερών αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.

Από 1-1-2008 (ΕΓΣΣΕ 2008/09), μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας δικαιούνται μία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα, δηλ. συνολικά τριάντα μία (31) ημέρες επί εξαημέρου και είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου.

Δ. Περαιτέρω, οι μισθωτοί που δικαιούνται κανονική άδεια δικαιούνται και επίδομα αδείας το οποίο είναι ίσο με τις αποδοχές αδείας αλλά δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό μηνιαίο μισθό, για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό ή τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με άλλο τρόπο (άρθρο 3, παρ. 16 του Ν. 4504/66). Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται μαζί με τις αποδοχές αδείας του μισθωτού.

Ε. Εν όψει των ανωτέρω δεδομένων, καθίσταται εμφανές ότι εργαζόμενος ο οποίος κατά το διάστημα χορήγησης της αδείας του απασχολείται με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, δικαιούται ετήσια άδεια με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν εργαζόταν. Ως εκ τούτου οι αποδοχές αδείας θα αντιστοιχούν στον αριθμό των εργασίμων ημερών που δικαιούται ως άδεια, ειδικότερα δε το επίδομα αδείας θα φτάσει το ύψος των αποδοχών αδείας και έως του ορίου των 13 ημερομισθίων (Βλέπε και εγκύκλιο Υπουργείου Εργασίας 1219/8-8-1983).

Όσον αφορά τη διάρκεια της άδειας αυτής, θα υπολογισθεί ως εξής:

Ως προς το χρονικό τμήμα του ημερολογιακού έτους στο οποίο ο εργαζόμενος απασχολείται με σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, ο αριθμός των ημερών θα υπολογιστεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του Ν. 1346/83, ενώ ως προς το υπόλοιπο διάστημα κατά το οποίο απασχολείται με πλήρη απασχόληση εντός του ιδίου ημερολογιακού έτους, ο αριθμός των ημερών θα υπολογιστεί αναλογικώς σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο αρ. 1 του Ν. 3302/04. Η παραπάνω διαδικασία υπολογισμού θα λαμβάνει υπόψη και ενδεχόμενη προϋπηρεσία του εργαζομένου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ΕΓΣΣΕ των ετών 2000/01 και 2008/09. Η χορήγηση της άδειας με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, θεμελιώνεται νομικά και από την ουσιώδη αρχή του pro rata temporis (κατ’ αναλογία του χρόνου απασχόλησης) έτσι όπως εκφράστηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (υπόθεση C-173/99).

Εύλογο είναι ότι εφόσον ο εργαζόμενος διανύει το τρίτο ημερολογιακό έτος εργασίας και εντεύθεν, δύναται να λάβει το σύνολο της δικαιούμενης αδείας σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο του έτους (αρ. 1 του Ν. 3302/04).