Ι. Γαλλία: Αποζημίωση για αδικαιολόγητη καταγγελία της σύμβασης εργασίας στο γαλλικό εργατικό δίκαιο: πρόσφατες εξελίξεις, Κωνσταντίνας Χατζηλάου, Maître de conférences στο Πανεπιστήμιο Cergy-Pontoise (Γαλλία)

Την 22α Σεπτεμβρίου 2017, πέντε σημαντικά κανονιστικά διατάγματα επέφεραν ραγδαίες μεταβολές στο γαλλικό εργατικό δίκαιο. Μεταξύ των αναρίθμητων νέων διατάξεων, αυτή που προκάλεσε τις πιο σφοδρές αντιδράσεις είναι η διάταξη σχετικά με την αποζημίωση για αδικαιολόγητη καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη.

Σύμφωνα με το γαλλικό εργατικό δίκαιο, η απόλυση των εργαζομένων πρέπει πάντοτε να έχει μία « πραγματική και σοβαρή αιτία » (cause réelle et sérieuse). Ελλείψει μίας τέτοιας αιτίας, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη θεωρείται αδικαιολόγητη και ο δικαστής δύναται είτε να προτείνει την επανένταξη του εργαζομένου στην επιχείρηση είτε – εφόσον η επανένταξη δεν γίνεται αποδεκτή από το ένα ή το άλλο μέρος – να επιδικάσει αποζημίωση. Μέχρι πρότινος, το ύψος της εν λόγω αποζημίωσης καθοριζόταν ελεύθερα από το δικαστή και, σε κάθε περίπτωση, το ποσό της δεν μπορούσε να είναι κατώτερο από τους μισθούς των 6 τελευταίων μηνών[1]. Ωστόσο, η διάταξη αυτή μετεβλήθη σημαντικά με την υιοθέτηση του κανονιστικού διατάγματος ν. 2017-1387 της 22ας Σεπτεμβρίου 2017 « σχετικά με την προβλεψιμότητα και την εξασφάλιση των εργασιακών σχέσεων ». Πράγματι, το νέο άρθρο L. 1235-3 του γαλλικού Εργατικού Κώδικα καθορίζει πλέον ρητώς τα κατώτερα και ανώτερα όρια της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικαστεί σε περίπτωση αδικαιολόγητης απόλυσης, με βάση την αρχαιότητα του εργαζομένου και το μέγεθος της επιχείρησης[2]. Παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση αδικαιολόγητης απόλυσης ενός εργαζομένου που απασχολείται επί 2 έτη σε μία επιχείρηση τουλάχιστον 11 εργαζομένων, το ποσό της αποζημίωσης που μπορεί να του επιδικαστεί κυμαίνεται στο εξής μεταξύ 3 και 3,5 μισθών. 

Ο σκοπός της μεταρρύθμισης αυτής είναι προφανής. Πράγματι, βασικός στόχος του νέου άρθρου L. 1235-3 είναι να δώσει στους εργοδότες τη δυνατότητα να υπολογίζουν εκ των προτέρων και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια το « κόστος » της αδικαιολόγητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Ωστόσο, εκτός από το γεγονός ότι περιορίζει σημαντικά το ρόλο του δικαστή στον προσδιορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης, η νέα αυτή διάταξη έχει ως αποτέλεσμα το ποσό της αποζημίωσης να μην ανταποκρίνεται συχνά στην υφιστάμενη από τον εργαζόμενο ζημία. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, πληθώρα πρωτοβάθμιων εργατικών δικαστηρίων (conseils de prud’hommes) έκριναν κατά τα έτη 2018 και 2019 ότι το άρθρο L. 1235-3 αντίκειται σε δύο διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα που έχουν κυρωθεί από τη Γαλλία. Συγκεκριμένα, εκρίθη επανειλημμένως ότι η εν λόγω διάταξη αντίκειται στο άρθρο 24 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ΕΚΧ) και στο άρθρο 10 της διεθνούς σύμβασης εργασίας ν. 158 σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, τα οποία προβλέπουν ρητά ότι, σε περίπτωση αδικαιολόγητης απόλυσης, οι αρμόδιες κρατικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να διατάσσουν την καταβολή « επαρκούς » αποζημίωσης ή κάθε άλλης « κατάλληλης » αποκατάστασης.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι αποφάσεις αυτές δίχασαν τη γαλλική θεωρία και προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις εκ μέρους του Υπουργείου Εργασίας[3]. Σε αυτό το τεταμένο κλίμα, δύο πρωτοβάθμια εργατικά δικαστήρια αποφάσισαν να απευθύνουν ένα « αίτημα γνωμοδότησης » (demande d’avis) προς τον γαλλικό Άρειο Πάγο, προκειμένου να διατυπώσει γνώμη σχετικά με την συμβατότητα της επίμαχης εθνικής διάταξης με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Γαλλίας[4]. Έτσι, σε δύο γνωμοδοτήσεις της 17ης Ιουλίου 2019, το ανώτατο γαλλικό δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο L. 1235-3 του Εργατικού Κώδικα είναι συμβατό τόσο με το άρθρο 24 του ΕΚΧ όσο και με το άρθρο 10 της διεθνούς σύμβασης εργασίας ν. 158. Αναφορικά με το άρθρο 24 του ΕΚΧ, ο Άρειος Πάγος έκρινε συγκεκριμένα ότι, λόγω του σημαντικού « περιθωρίου εκτίμησης » που αφήνει στα συμβαλλόμενα Κράτη, το άρθρο αυτό δεν έχει άμεση οριζόντια εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις. Σχετικά με το άρθρο 10 της διεθνούς συμβάσεως εργασίας ν. 158, το ανώτατο γαλλικό δικαστήριο διετύπωσε την άποψη ότι ο όρος « επαρκής αποζημίωση » αφήνει στα συμβαλλόμενα Κράτη σημαντικό περιθώριο εκτίμησης και ότι ο νέος τρόπος καθορισμού της αποζημίωσης για αναιτιολόγητη καταγγελία ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

Οι δύο αυτές γνωμοδοτήσεις αμφισβητήθηκαν έντονα από τη γαλλική θεωρία. Πράγματι, η ελλιπής αιτιολόγησή τους, καθώς επίσης και η (κατά πολλούς) « πρόχειρη » μεταχείριση εννοιών όπως « περιθώριο εκτίμησης » και « άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα », εγείρουν πολλά ερωτήματα σχετικά με τη θέση του Αρείου πάγου. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι το ζήτημα της συμβατότητας του άρθρου L. 1235-3 με τα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα παραμένει ανοιχτό, καθότι, λίγους μήνες μετά τις γνωμοδοτήσεις του ανώτατου γαλλικού δικαστηρίου, το εφετείο της πόλης Reims και, εμμέσως, το εφετείο του Παρισιού αρνήθηκαν να ακολουθήσουν την ερμηνεία του Αρείου Πάγου. Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι ο Άρειος Πάγος θα ξανακληθεί σύντομα να διευκρινίσει τη θέση του σε κάποια από τις πολλές αποφάσεις που εκκρεμούν ενώπιων των γαλλικών εφετείων.    

 

[1] Επισημαίνεται ωστόσο ότι το ελάχιστο αυτό όριο δεν προβλεπόταν σε περίπτωση αδικαιολόγητης απόλυσης εργαζομένων που απασχολούνταν για διάστημα μικρότερο των 2 ετών σε επιχειρήσεις κάτω των 11 εργαζομένων.

[2] Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό περιλαμβάνει πλέον δύο λεπτομερείς πίνακες που προσδιορίζουν ακριβώς τα κατώτερα και ανώτερα όρια αποζημίωσης. Ο πρώτος πίνακας αφορά τις απολύσεις που πραγματοποιούνται σε επιχειρήσεις τουλάχιστον 11 εργαζομένων και ο δεύτερος τις απολύσεις που λαμβάνουν χώρα σε επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 11 εργαζομένους.

[3] Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ένα δημοσίευμα της εφημερίδας « Le Monde » της 14ης Δεκεμβρίου 2018, εκπρόσωποι του γαλλικού Υπουργείου Εργασίας δεν δίστασαν να αμφισβητήσουν την νομική κατάρτιση των δικαστών των πρωτοβάθμιων εργατικών δικαστηρίων!

[4] Πράγματι, σύμφωνα με το γαλλικό δικονομικό δίκαιο, τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια έχουν την δυνατότητα να διατυπώσουν ένα αίτημα γνωμοδότησης προς τον Άρειο Πάγο, σε περίπτωση που καλούνται να αποφανθούν για ένα νέο νομικό ζήτημα που προκαλεί ιδιαίτερες ερμηνευτικές δυσκολίες. Ωστόσο, οι γνωμοδοτήσεις αυτές δεν έχουν ισχύ δικαστικών αποφάσεων και δεν δεσμεύουν τα αιτούντα δικαστήρια.